ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ

Οι γυναικοκτονίες που συγκλόνισαν την Ελλάδα την τελευταία 20ετία

24 Media Creative Team

Θολωμένα μυαλά, άντρες εκτός εαυτού, θιγμένοι εγωισμοί, κακιές ώρες, στόματα που δεν άνοιξαν, καλά παιδιά που δεν πήγαινε το μυαλό σου πως θα έκαναν κάτι τέτοιο, δικαιώματα που ποτέ δεν δόθηκαν. Γυναίκες που υπέφεραν στα χέρια ανδρών που πίστεψαν πως τις αγάπησαν. Τόσο πολύ να πονάει η αγάπη; Λίγο άδικο δεν το βρίσκεις; Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), «γυναικοκτονίες είναι οι ανθρωποκτονίες γυναικών από πρόθεση επειδή είναι γυναίκες». Η ονοματολογία σηματοδοτεί θάνατο και βία και δηλώνει φόνο εκ προμελέτης. Ένα διαρκές αίτημα για μια αξιοβίωτη ζωή χωρίς κλωτσιές, μπουνιές, σφαλιάρες, βρισιές, σπασμένα πλευρά, μελανιασμένα μάτια και ατέρμονη θλίψη.

Τα ποσοστά είναι θλιβερά και ολοένα και αυξανόμενα. Την τελευταία 20ετία η χώρα μας μέτρησε εκατοντάδες θύματα ενδοοικογενειακής βίας που έχασαν τη ζωή τους από τα χέρια συντρόφων, συζύγων, πατεράδων.

«Αυτές όπως και τόσες άλλες δολοφονίες γυναικών στη χώρα μας και ανά τον κόσμο, συνιστούν ακραία μορφή έμφυλης και σεξιστικής βίας, μιας και διαπράττονται με κίνητρο την άσκηση κοινωνικού ελέγχου στα σώματα αλλά και τις επιλογές των γυναικών.

Επιλογές που επειδή δεν γίνονται αρεστές τιμωρούνται ακόμα και με την απώλεια της ίδιας της ζωής των γυναικών» αναφέρει σε συνέντευξη της η επιστημονικά υπεύθυνη του Κέντρου Διοτίμα, Μαρία Λιάπη.

Στην ουσία οι γυναικοκτονίες είναι εγκλήματα που στηρίζονται στις βαθιά εμπεδωμένες κοινωνικές αντιλήψεις και έμφυλα στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία οι γυναίκες είναι κατώτερες, υποτελείς στην ανδρική εξουσία, και δυνητικά μπορούν να «τιμωρηθούν», «ελεγχθούν» και «σωφρονιστούν» μέσω της έμφυλης βίας.

Σούζαν Ίτον

Σούζαν Ίτον

Το καλοκαίρι του 2019 η 60χρονη Σούζαν Ίτον κάνει τζόκινγκ στον δρόμο κοντά στο Μνημείο Ευελπίδων στο Κολυμπάρι της Κρήτης. Ο Γιάννης Παρασκάκης οδηγεί και τη βλέπει στην άκρη. Την προσπερνά. Κάνει αναστροφή και τη χτυπά με το αυτοκίνητο δύο φορές, ρίχνοντάς την κάτω αναίσθητη. Τη βάζει στο πορτ μπαγκάζ και τη μεταφέρει σε σπηλιά, σε απόσταση 10 χλμ. από την περιοχή. Εκεί παραμένει περίπου μια ώρα και 20 λεπτά.

Αφού τη βιάσει θα την πετάξει σε ένα φρεάτιο στο παλιό πυροβολείο, το οποίο σκέπασε με μια παλιά παλέτα. «Με πιάνει κάτι και θέλω να κάνω κακό» φέρεται να δηλώνει και συμπληρώνει πως εκείνο το μεσημέρι είχε βγει από το σπίτι με μόνο σκοπό να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις. Με κάθε κόστος. «Δέχομαι ότι ισχύει η κατηγορία».

Η 60χρονη, όπως προέκυψε από την ιατροδικαστική εξέταση, έφερε βαριά κατάγματα στα πλευρά και στο πρόσωπο και χτυπήματα στα χέρια. Ο ιατροδικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος της 60χρονης ήταν ασφυκτικός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι προήλθε από το κλείσιμο των αεραγωγών. Ο δολοφόνος στην κατάθεσή του στις αρχές αρνήθηκε ότι την έπνιξε. Στο Δικαστήριο οι δύο άντρες που εντόπισαν το πτώμα κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου τους. Όπως είπαν, οι δυο τους, είχαν ξαναπάει στο σημείο 20 ημέρες νωρίτερα, για να βρουν την είσοδο.

Όταν τη βρήκαν, πήγαν ξανά με φακούς για να εξερευνήσουν και ανάλογα με το τί θα συναντούσαν, θα ξαναπήγαιναν. Για την υπόθεση της Σούζαν Ίτον, είχαν ακούσει μόνο για την εξαφάνισή της. «Κάποια σημεία ήταν δύσκολα, αλλά διαλέξαμε τον εύκολο δρόμο, καθαρά για εξερεύνηση». Μαζί οι δύο φίλοι, που όπως είπαν, έχουν χόμπι την ανίχνευση μετάλλων, αντίκρισαν το πτώμα, νομίζοντας αρχικά ότι ήταν κούκλα.

«Στην αρχή κολλήσαμε. Σκεφτήκαμε πως θα είναι κούκλα, αλλά μετά είδαμε το παπούτσι. Τα χάσαμε λίγο και μετά πήγαμε στο τμήμα. Το πτώμα ήταν σαν έχει κάνει βουτιά από επτά μέτρα ύψος σε βράχια. Στην αρχή δεν το πιστέψαμε. Δεν ήταν εύκολο να το πιστέψουμε». Ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο, σύμφωνα με τις αστυνομικές αρχές, ήταν τα πρόσφατα ίχνη από ρόδες αυτοκινήτου σε χωράφι που οδηγεί στο φρεάτιο του καταφυγίου, γεγονός που ενίσχυε τις υποψίες ότι η άτυχη βιολόγος μεταφέρθηκε εκεί. Σύμφωνα με την αστυνομία οι έρευνες έγιναν μεθοδικά, με συστηματικές αυτοψίες, συλλογή υλικού από κλειστά κυκλώματα καμερών ασφαλείας, εξέταση μαρτύρων ώστε να σκιαγραφηθεί το «προφίλ» του δράστη και να περιοριστεί ο αριθμός των υπόπτων.

Οι έρευνες απέδωσαν και τη Δευτέρα 15 Ιουλίου, προσήχθη ένας 28χρονος κάτοικος της περιοχής. Κατά την εξέταση έπεσε σε αντιφάσεις και τελικά ομολόγησε τη δολοφονία της 60χρονης. «Προκαταβολικά ζητάω συγγνώμη για την πράξη μου και ομολογώ ότι εγώ σκότωσα την Αμερικανίδα βιολόγο». Η επταμελής έδρα, τρεις δικαστές και τέσσερις ένορκοι, του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ρεθύμνου, με δεδομένο τα αποδεικτικά στοιχεία και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατά την ακροαματική διαδικασία, καταδίκασαν τον 28χρονο κατηγορούμενο.

«Ισόβια κάθειρξη για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας, 13 χρόνια για τον βιασμό και 4 μήνες για οπλοκατοχή». Στον κατηγορούμενο δεν αναγνωρίστηκε κανένα ελαφρυντικό. Ο εισαγγελέας της έδρας στην αγόρευσή του πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος ο Γιάννης Παρασκάκης για δύο κακουργήματα και ένα πλημμέλημα.

«Είχε συνείδηση των πραττόμενων καθώς την έβαλε στον χώρο των αποσκευών. Δεν βρισκόταν σε διατάραξη συνείδησης όταν τελέσθηκε η πράξη. Ελαττωμένος καταλογισμός δεν υπάρχει και προτείνουμε την ενοχή του κατηγορουμένου για τα δυο κακουργήματα και το πλημμέλημα», κατέληξε η αγόρευση του εισαγγελέα.

Αγγελική Πέτρου

Αγγελική Πέτρου

Η 29χρονη Αγγελική Πέτρου δολοφονήθηκε από τον ίδιο της τον πατέρα, επειδή εκείνος δεν ενέκρινε τη σχέση της με Αφγανό. Το φρικιαστικό έγκλημα ομολόγησε ο παιδοκτόνος, με την ιατροδικαστή Χρυσαυγή Κούση να κάνει λόγο για πολλαπλά χτυπήματα, τα οποία και επέφεραν βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις στην κοπέλα. Όπως είπε χαρακτηριστικά, η άτυχη κοπέλα πάλεψε για πολλή ώρα για την ζωή της αλλά δεν κατάφερε να μείνει ζωντανή.

«Δεν ήθελα να σκοτώσω το παιδί μου. Είναι ψέματα αυτά που λέγονται ότι είχα χτυπήσει το παιδί μου και στο παρελθόν», θα πει μεταξύ άλλων, στην εκπομπή του OPEN, Top Story, ο πατέρας που ομολόγησε τη δολοφονία της ίδιας του της κόρης.

Η ιατροδικαστής είναι καταπέλτης. Τα χτυπήματα στο κορμί της Αγγελικής δείχνουν πάθος και μίσος. «Το πτώμα φέρει συντριπτικά κατάγματα από αιχμηρό αντικείμενο». Η 29χρονη Αγγελική διατηρούσε σχέσεις με έναν άντρα από το Αφγανιστάν κάτι το οποίο δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό από τον πατέρα της. Οι εντάσεις ανάμεσα στον πατέρα και την κόρη ήταν συνεχείς.

Στο Star μίλησε ο φίλος της άτυχης κοπέλας, ο οποίος και ενημέρωσε τις αρχές για την εξαφάνισή της και είπε ότι «ο πατέρας της ήταν ικανός για όλα». Όπως ανέφερε, η κοπέλα του είχε πει ότι ο πατέρας της την κακοποιούσε και τη χτυπούσε, δεν την άφηνε να βγαίνει έξω, να έχει φίλες, «την ήθελε γι’ αυτόν μόνο» είπε χαρακτηριστικά. Η Αγγελική την Πρωτοχρονιά πήγε στο σπίτι του πατέρα της στην Κέρκυρα για να του ευχηθεί για το νέο έτος.

Ο καυγάς δεν άργησε να φουντώσει. Ο πατέρας της επανέλαβε πως δεν ενέκρινε τη σχέση της και τότε τη χτύπησε. Όπως προέκυψε από την αστυνομική έρευνα, ο 52χρονος, το βράδυ της Τρίτης (01.01.2019), μετά από έντονο διαπληκτισμό που είχε με την 29χρονη, τη χτύπησε με μεταλλικό αντικείμενο (σιδερόβεργα) στο κεφάλι, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της.

Η νεαρή κοπέλα βρέθηκε τελικά νεκρή και θαμμένη στο πίσω μέρος του σπιτιού της, στην περιοχή Αλεπού της Κέρκυρας. Από την πρώτη στιγμή τα στοιχεία έδειχναν ότι ο κύριος ύποπτος της δολοφονίας ήταν ο πατέρας της, ο οποίος τελικά ομολόγησε το έγκλημα που διέπραξε, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Η μητέρα της θα δηλώσει στην εκπομπή Μαζί Σου: «Είχα να τη δω 16 χρόνια. Πού και πού επικοινωνούσαμε. Ακόμα και τις σπάνιες φορές που ερχόταν εδώ, δεν με άφηναν να τη δω. Λες και εγώ ήμουν μια αλήτισσα του δρόμου ή εγκληματίας.

Δεν επικοινωνούσε καθόλου μαζί μου. Δεν την άφηναν; Την απειλούσαν; Δεν ξέρω τι της έκαναν. Ο πρώην άντρας μου ήταν ζηλιάρης και φανατικός. Μείναμε μαζί ενάμιση χρόνο περίπου και στη συνέχεια χωρίσαμε. Δεν φαντάστηκα ποτέ ότι θα τη σκότωνε για μία σχέση. Θέλω να έρθει η κόρη μου εδώ στο σπίτι μας. Δεν μου την άφησαν στα 16, ας μου την αφήσουν τώρα να την κλάψω στο σπίτι μου». Η μαρτυρία φίλης και συμμαθήτριάς της ρίχνει φως στη ζωή της Αγγελικής.

«Την είχαμε δει κάποιες φορές με χτυπήματα στο πρόσωπο αλλά εκείνη έλεγε ότι έπεσε και χτύπησε. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τα όσα συνέβαιναν». Ισόβια κάθειρξη ήταν η ετυμηγορία των τακτικών και λαϊκών δικαστών του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Θεσπρωτίας, για τον 52χρονο. Στο πρόσωπο του παιδοκτόνου οι δικαστές δεν αναγνώρισαν κανένα από τα ελαφρυντικά που πρόβαλε η υπεράσπιση του και επιπροσθέτως οι δικαστές του επέβαλαν ποινή φυλάκισης 30 μηνών για οπλοφορία και οπλοχρησία και χρηματική ποινή 1000 ευρώ.

Ελένη Τοπαλούδη

Ελένη Τοπαλούδη

Η Ελένη Τοπαλούδη βρέθηκε νεκρή το μεσημέρι της 28ης Νοεμβρίου 2018, όταν οι Λιμενικές Αρχές της Ρόδου εντόπισαν στην περιοχή «Φώκια», στους Πεύκους Λίνδου, το πτώμα της. Ένα ζευγάρι κάνει περίπατο στον δρόμο προς το φυλάκιο Γκίνας.

«Μας τράβηξε το ενδιαφέρον κάποιο μεγάλο αντικείμενο που βρισκόταν μέσα στη θάλασσα. Ήταν περίεργο αυτό που βλέπαμε και τα κύματα που το σκέπαζαν δεν μας άφηναν να ξεχωρίσουμε τι ακριβώς ήταν» θα πουν στο Λιμενικό. Επιστρέφουν στο σπίτι τους και με τα κιάλια βλέπουν ότι πρόκειται για άνθρωπο. Ειδοποιούν τις Αρχές.

Η ταυτότητα της παραμένει άγνωστη. Το μόνο χαρακτηριστικό στοιχείο που είχαν οι άντρες της αστυνομίας ήταν ένα τατουάζ τριαντάφυλλο στο πόδι του θύματος. Την ίδια στιγμή στο Διδυμότειχο ο Γιάννης και η Κούλα Τοπαλούδη ψάχνουν εναγωνίως την κόρη τους που τα τελευταία χρόνια σπουδάζει στη Ρόδο. Σήκωνε πάντα το κινητό της αμέσως. Εδώ και πολλές ώρες δεν έχουν κανένα ίχνος της Ελένης. Στο Λιμεναρχείο της Ρόδου θα σημάνει συναγερμός.

Η Ελένη τους είναι νεκρή.Η νεαρή φοιτήτρια είχε βρεθεί πεταμένη σε βραχώδη περιοχή. Μετά από έρευνες αλλά και ανάλυση βίντεο από κάμερες ασφαλείας, οι Αρχές κατέληξαν σε έναν 21χρονο Ροδίτη και σε έναν 19χρονο Αλβανό φίλο του, οι οποίοι κατά την ανάκρισή τους έπεσαν σε αντιφάσεις και εν συνεχεία ομολόγησαν ενώπιον των ανακριτών του Λιμενικού Σώματος και κλιμακίου από την Αθήνα ρίχνοντας ο ένας τις κατηγορίες στον άλλο.

Μία από τις φίλες της Ελένης θα καταθέσει: «Μου είχε πει ότι είχε γνωρίσει έναν τύπο πρόσφατα και ότι είχε βγει μία ή δύο φορές. Αυτός το βράδυ που μιλήσαμε μου είπε ότι της είχε στείλει κάποια μηνύματα στα οποία δεν απαντούσε. Μου είπε θα απαντήσει μετά αφού κλείσουμε το τηλέφωνο». Ένα βίντεο από κάμερα κλειστού κυκλώματος δίπλα στο σπίτι της Ελένης δείχνει τι συνέβη εκείνο το μοιραίο βράδυ. Ο Αλβανός φαίνεται να συναντά την Ελένη και να φεύγουν.

Όταν οι λιμενικοί συλλαμβάνουν τον 19χρονο θα περιγράψει λεπτό προς λεπτό τι έχει γίνει το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου και φυσικά θα αποκαλύψει ότι δεν ήταν μόνος του. Η έκθεση του ιατροδικαστή προκαλεί σοκ. Η Ελένη χτυπήθηκε δυνατά από θλων όργανο (σίδερο) και αυτό είχε ως συνέπεια καθολικό αιμάτωμα και εγκεφαλικό οίδημα. Η φρίκη που φαίνεται να έζησε η φοιτήτρια, περιγράφεται αναλυτικά στο δικαστικό έγγραφο. Η προσπάθειά της να αμυνθεί, οι παρακλήσεις της να την αφήσουν ελεύθερη, η βιαιότητα που δέχθηκε.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται: «κι ενώ η παθούσα ήταν αβοήθητη, έρμαιο στις σεξουαλικές διαθέσεις τους, πέραν της εξώγαμης συνουσίας, εκμεταλλευόμενοι την εκμηδένιση της αντίστασής της, λόγω της σωματικής και ψυχικής εξάντλησής της, εξανάγκασαν αυτήν να ανεχθεί επιπλέον ασελγείς πράξεις. Στην προβαλλόμενη δε άρνηση της παθούσας να προβεί στην ασελγή πράξη, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι, σημειωτέον, είχαν έντονη ενασχόληση με τις πολεμικές τέχνες, γρονθοκόπησαν αυτή με δύναμη στο πρόσωπο, με συνέπεια εκείνη να ζαλιστεί και να χάσει στιγμιαία τις αισθήσεις της».

Ο Αλβανός μπροστά στην ανακρίτρια ισχυρίζεται: «Καμία ερωτική πράξη δεν πρόλαβε να γίνει ούτε με μένα ούτε με τον Μ…αφού ξεκίνησε να τη χτυπά με μπουνιές κροσέ. Φώναζε βοήθεια. Εγώ δεν επενέβη γιατί φοβήθηκα. Πήγε στην κουζίνα και πήρε ένα μαχαίρι, της το έβαλε στο λαιμό και της κάρφωσε το λαιμό. Μετά πήρε το σίδερο και της έδωσε δύο χτυπήματα στο κεφάλι. Εκεί η κοπέλα έσβησε και του είπα μην μου κάνεις κακό».

Η Ελένη είναι βαριά τραυματισμένη και τότε αποφασίζουν να τη μεταφέρουν και να την πετάξουν στον γκρεμό. Ο 21χρονος θα καταθέσει: «Σε 7-8 λεπτά φτάσαμε στην παραλία. Πήγε το μυαλό μου τι ήθελε να κάνει και του είπα ότι δεν πρέπει να τελειώσει έτσι. Αυτός μου απάντησε ότι θα τελειώσει μία και καλή για να μην έχουμε πρόβλημα. Την έβγαλε μόνος του από το αυτοκίνητο και την πέταξε μόνος του. Άκουσα την κοπέλα να φωνάζει πριν την πετάξει: ”Θα σας βρει ο πατέρας μου”. Εγώ δεν την βοήθησα γιατί τον φοβόμουν».

Οι δύο κατηγορούμενοι γυρίζουν στο σπίτι στους Πεύκους, καθαρίζουν, πηγαίνουν ξανά στην παραλία και πετούν τα ματωμένα ρούχα αλλά και τα ρούχα της Ελένης. Η άρνηση της Ελένης να ενδώσει στις ερωτικές επιθυμίες δύο ανδρών, τους οποίους εμπιστεύτηκε, έγινε η αιτία της αδίστακτης δολοφονίας της. Στις 15 Μαΐου 2020 η απόφαση του δικαστηρίου είναι καταπέλτης. Ομόφωνα ένοχοι και οι δύο για τον βιασμό και τη δολοφονία της Ελένης. «Ποτέ μην ξεχαστεί τι ‘κάναν στην Ελένη. Καμία άλλη δολοφονία» γράφει ένα πανό έξω από το Εφετείο.

Κατερίνα Μελάκη

Κατερίνα Μελάκη

«Την αγάπησα πραγματικά. Ήταν σαν μικρό παιδί». «Τη μια στιγμή έβαζα του παιδιού το καλτσάκι, και την επόμενη είχα τα χέρια μου τυλιγμένα στον λαιμό της Κατερίνας. Της όρμησα και την άρπαξα από τον λαιμό. Λιποθύμησε γιατί πέσαμε και οι δύο κάτω. Ένιωσα ένα μπαμ, σαν ηφαίστειο. Της έπιασα το χέρι, της φώναξα Κατερίνα αλλά δεν αντιδρούσε.

Κοίταξα τα παιδιά μου που ήταν δεμένα στα καρότσια τους. Έτρεχε αίμα από τη μύτη και το στόμα της. Τρελάθηκα. Έκλεισα την πόρτα, πήρα τηλέφωνο τη γιαγιά μου και την ενημέρωσα, μπήκα στο αυτοκίνητο και πήγα στο αστυνομικό τμήμα». Αυτά θα δηλώσει ο 37χρονος σύζυγος της Κατερίνας Μελάκη, ο οποίος τη στραγγάλισε σε διπλανό δωμάτιο από αυτό που κάθονταν τα δύο παιδιά τους, τότε – μόλις 6 και 18 μηνών.

Σε καταγγελία είχε προχωρήσει ένα περίπου μήνα πριν βρει φρικτό θάνατο η 32χρονη Κατερίνα από τη Σητεία στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και συγκεκριμένα στις 4 Φεβρουαρίου. «Φοβάμαι τον άντρα μου», φέρεται να έλεγε στη δουλειά της η 32χρονη Κατερίνα η οποία βρήκε το θάνατο από τα χέρια του 36χρονου συζύγου της.

Συνάδελφος της 32χρονης Κατερίνας, μιλώντας στον ΣΚΑΪ εξιστόρησε τα όσα δραματικά ζούσε η γυναίκα το προηγούμενο διάστημα. «Θα χωρίσω γιατί με απειλεί, μου έλεγε. Τον φοβόταν υπερβολικά, αν πάει αστυνομία και του κάνει καταγγελία θα την σκότωνε, της είχε πει. Ήταν αρκετό διάστημα που μου παραπονιόταν ότι κάτι δεν πάει καλά. Σημάδια δεν είχα δει στο σώμα της. Τον κατηγορούμενο τον ξέρω, τον έχω δει πολλές φορές. Από μόνος του είναι βαρύς τύπος. Δεν τον περίμενα αυτό που έγινε. Όλη η Σητεία έχει σοκαριστεί. Μόνη της προσπαθούσε να μεγαλώσει τα παιδιά της».

Στο αστυνομικό τμήμα της Σητείας στις 4 Φεβρουαρίου είχε γίνει καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία. Η Κατερίνα είχε προσέλθει με την αδερφή και τον γαμπρό της καταγγέλλοντας τον εν διαστάσει σύζυγό της καθώς την απειλούσε και με μαχαίρι κάποιες φορές και την απειλούσε να μην μιλήσει γιατί θα της κάνει κακό.

Οι καταγγελίες δεν είχαν χρονικό προσδιορισμό κι έτσι η διαδικασία του αυτοφώρου δεν κινήθηκε. Σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, καταδικάστηκε από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου ο συζυγοκτόνος. Δήλωσε μετανιωμένος με κλάματα στα μάτια.

Αδαμαντία Αντύπα

Αδαμαντία Αντύπα

Οι τσακωμοί δεν είχαν τέλος στο σπίτι της Αδαμαντίας Αντύπα στη Νέα Αλικαρνασσού στο Ηράκλειο. Όλοι ήξεραν τι συνέβαινε πίσω από τις κλειστές πόρτες κάθε φορά που οι κραυγές και τα κλάματα ξέσκιζαν την ηρεμία της γειτονιάς.

Έτρεξε να κρυφτεί στο παιδικό δωμάτιο. Εκεί, δίπλα στο 4χρονο παιδί τους ο άντρας της θα οπλίσει την καραμπίνα του και θα την πυροβολήσει δύο φορές. Θα βγει από το σπίτι, θα πει στην αδερφή του πως σκότωσε τη γυναίκα του, θα πάρει το παιδί του και θα πει «Πάω το παιδί μου μια τελευταία βόλτα και επιστρέφω για να παραδοθώ».

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Real News ο συζυγοκτόνος είχε υποψίες πως η γυναίκα του διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση και είχε παγιδεύσει το αυτοκίνητο της με ένα μαγνητόφωνο. Μάλιστα, μία ημέρα πριν από τη δολοφονία είχε ελέγξει όσα κατέγραψε το μαγνητόφωνο και -όπως είπε στους αστυνομικούς- όσα άκουσε τον εξόργισαν και ήταν βέβαιος πως η γυναίκα του τον απατούσε.

«Έβραζα, αλλά δεν ήθελα να χαλάσω την οικογένεια μου», φέρεται να τους είπε, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την πράξη του. 20 ημέρες πριν τη δολοφονία της Αδαμαντίας είχε κληθεί η αστυνομία σε ένα ακόμη περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας. Η 33χρονη επέλεξε και πάλι να παραμείνει στην ίδια στέγη, με τον 54χρονο, ο οποίος υποψιαζόταν ότι είχε πρόθεση να τον εγκαταλείψει μαζί με το 4χρονο αγοράκι τους. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των γειτόνων, οι σχέσεις του ζευγαριού δεν ήταν καθόλου καλές το τελευταίο διάστημα.

«Έδερνε στον δρόμο τη γυναίκα του. Πήγαιναν και την έπαιρναν από τα χέρια του οι γείτονες. Τη ζήλευε. Δύο χρόνια ήταν χωρισμένοι. Η σύζυγός του είχε φύγει. Είχε πάει πίσω στους γονείς της. Εκείνος την ξαναέφερε στο σπίτι τους. Δεν περιμέναμε όμως ότι θα έκανε αυτό το πράγμα», δήλωσαν οι γείτονες. Σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, πριν από δύο χρόνια η άτυχη 33χρονη, μη αντέχοντας τη βάναυση συμπεριφορά του συζύγου της, είχε επιστρέψει στο σπίτι των γονιών της.

«Και τότε που ήταν έγκυος τη χτυπούσε. Ακόμη και στην κοιλιά. Ο 54χρονος θεωρούσε την κόρη μου κτήμα του. Εξαιτίας των χτυπημάτων που δεχόταν η Αδαμαντία κατά την εγκυμοσύνη της, ο εγγονός μου είναι ΑμεΑ» θα δηλώσει μετά την κηδεία της κόρης του ο πατέρας της.

Βάια Γκάνια

Βάια Γκάνια

«Ζήλευα τη γυναίκα μου. Την είχα προειδοποιήσει αρκετές φορές ότι θα τη σκοτώσω. Μετάνιωσα γι’ αυτό που έκανα μόνο για τα παιδιά μου. Με προβληματίζει τι γνώμη θα σχηματίσουν τα παιδιά μου για εμένα. Ήξερα ότι ήταν στο διπλανό δωμάτιο τα παιδιά αλλά δεν ξέρω εάν αντιλήφθηκαν την πράξη μου», υποστήριξε σύμφωνα με το STAR και πρόσθεσε, «με μείωσε ως άτομο και ως οικογενειάρχη. Θόλωσα. Σκοτείνιασα. Δεν κατάλαβα τίποτα. Χάθηκα». Η Βάια Γκάνια πέφτει νεκρή με 60 μαχαιριές μέσα στο σπίτι της οικογένειας στο Μεγαλοχώρι Τρικάλων από το χέρι του συζύγου της.

Ο Θωμάς Καρράς, γείτονας του ζευγαριού για περίπου επτά χρόνια ανέφερε στην εκπομπή «Ξυπνάμε Μαζί» στο Epsilon μετά την αποτρόπαια δολοφονία της Βάιας: «Καθόμουν έξω. Αυτός ήταν ανήσυχος και έφυγε με το αμάξι και ξαναγύρισε. Ήρθαν τα μικρά παιδιά και μας φώναξαν λέγοντας ότι η μαμα έχει αίματα. Πήγα αμέσως και είδα ότι την είχαν σφάξει. Πήραν οι γυναίκες τα παιδιά και κάλεσα την αστυνομία και το ΕΚΑΒ. Την χτύπησε την πρώτη φορά και γύρισε πίσω να δει αν την τελείωσε εντελώς και έφυγε».

Μάλιστα, ο ίδιος άνθρωπος δήλωσε πως είχε γλιτώσει τη Βάια από τα χέρια του συζύγου έξι φορές στο παρελθόν. «Την έσπαγε στο ξύλο τη γυναίκα, τη ζήλευε, την τραβούσε από τα μαλλιά και την έσερνε έξω, ερχόταν η γυναίκα και την έκρυβα μέσα στο σπίτι μας. Του ζήτησε να χωρίσουν γιατί δεν μπορούσε άλλο μαζί του. Η Βάια δεν άντεχε άλλο.

Σύμφωνα και με άλλες μαρτυρίες ο 50χρονος την κακοποιούσε λεκτικά και σωματικά, ενώ η 45χρονη είχε σκεφτεί τον χωρισμό, πράγμα που είχε ζητήσει πολλές φορές από τον άνδρα της, ο οποίος κάθε φορά που το άκουγε ξέσπαγε πάνω της και την κακοποιούσε. «Δεν την άφηνε. Τη ζήλευε πάρα πολύ. Ήθελε να χωρίσουν από καιρό και δεν την άφηνε να χωρίσουν. Όλο την κυνηγούσε να τη σφάξει, να τη σκοτώσει. Ζήλευε. Εμένα η Βάια μού είπε ότι ”θα με σκοτώσει μαμά”. Αφού δεν τα πήγαιναν καλά. Τα ξέρω. Δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά. Αυτή του είπε να χωρίσουν και δεν ήθελε. Άμα με χωρίσει θα σκοτώσω της είπε. Άμα με χωρίσεις θα σε σκοτώσω» είπε μεταξύ άλλων η μητέρα της Βαίας στην εκπομπή της Τατιάνας Στεφανίδου.

Η γυναίκα είχε ζητήσει δικαστική συνδρομή προκειμένου ο άνδρας της να υποχρεωθεί να φύγει από το σπίτι για να προχωρήσει στη συνέχεια το διαζύγιο.

Ανθή Λινάρδου

Ανθή Λινάρδου

Ο 8χρονος Μανώλης και οι πεντάχρονες δίδυμες Ευανθία και Παρασκευή έχουν χωθεί κάτω από τα παπλώματά τους. Η μαμά τους τα έχει καληνυχτίσει κι έχει καθίσει στον καναπέ του σαλονιού της. Δεν μπορεί να περπατήσει καλά γιατί έχει σπάσει το πόδι της πέφτοντας από τη σκάλα (!). Η Ανθή Λινάρδου γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά και μετακόμισε όταν πέρασε στο ΤΕΙ Μηχανολογίας Κοζάνης. Εκεί γνώρισε τον Τάσο. Ερωτεύτηκαν, έγιναν ζευγάρι, παντρεύτηκαν και απέκτησαν τρία παιδιά.

Η ζωή τους στην αρχή κυλούσε όμορφα όμως τα προβλήματα δεν άργησαν να εμφανιστούν. Η Ανθή δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με την οικογένεια του Τάσου Τσιουχάρα. Είναι Σάββατο 9 Ιανουαρίου του 2016 όταν ο Τάσος επιστρέφει στο σπίτι. Οι δυο τους έχουν συζητήσει ξανά και η Ανθή έχει εκφράσει την επιθυμία της να φύγει από την Κοζάνη, μαζί με τα παιδιά τους. Από τις 08:00 το πρωί της επόμενης ο άντρας της τηλεφωνηθεί στη μητέρα της Ανθής για να της πει ότι η κόρη της έχει εξαφανιστεί. Ειδοποιεί την αστυνομία και γυρνά στο χωριό λέγοντας πως η Ανθή το περασμένο βράδυ πήγε για ποτό με μία φίλη της αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι τους.

Όλα τα προσωπικά της αντικείμενα βρίσκονται στο σπίτι. Ακόμα και οι πατερίτσες και τα γυαλιά της μυωπίας. Ο πεθερός της δηλώνει ότι δεν πιστεύει ότι της έχει συμβεί κακό. «Δεν έχει δώσει σημεία ζωής, όμως πιστεύω ότι δεν της έχει συμβεί κάτι. Έχω την εντύπωση ότι έφυγε με κάποιον. Ήταν συνεννοημένο το πράγμα. Έφυγε με σπασμένο το πόδι, δεν μπορούσε να φύγει μόνη της. Δεν πήρε τίποτα μαζί της ούτε άφησε κάποιο σημείωμα. Δεν της άρεσε η ζωή εδώ και πιστεύω ότι έφυγε». Μία φίλη της με την οποία έκανε παρέα, είπε ότι μίλησε μαζί της το πρωί του Σαββάτου, στο κινητό ενώ στη συνέχεια, μίλησαν ξανά μετά το μεσημέρι, περίπου στις 16:00.

«Ήταν λίγο απογοητευμένη γενικώς η Ανθή. Δεν ήταν στα πολύ καλά της αλλά έκανε σχέδια για το μέλλον. Έκανε αναβάθμιση το πτυχίο της, έκανε ταυτόχρονα ιταλικά, ονειρευόταν να βγει κάποια προκήρυξη και να μπει σε κάποια υπηρεσία. Να σταθεί στα πόδια της και να φτιάξει την Ανθή που είχε. Η Ανθή σκεφτόταν να επιστρέψει στον Πειραιά. Επειδή όμως δεν είχε δουλειά, μου έλεγε: ”Πού να πάω με τρία παιδιά”; Το σκεφτόταν. Πολύ». Ο Τσιουχάρας παραμένει φοβερά ψύχραιμος καθ’ όλη τη διάρκεια των ερευνών. Η δεύτερη κατάθεση που δίνει διαρκεί 19 ώρες. Δεν λυγίζει αλλά πέφτει σε αντιφάσεις.

Στις 13 Ιανουαρίου 2016 οι αστυνομικοί εντοπίζουν το χέρι της Ανθής θαμμένο σε ένα χωράφι ιδιοκτησίας του συζύγου της. Τη στιγμή που του περνούν χειροπέδες ψελλίζει «την έπνιξα». Η γυναίκα βρέθηκε στον λάκκο σχεδόν ημίγυμνη θαμμένη με τον νάρθηκα στο πόδι της, ενώ από το άλλο πόδι έλειπε το παπούτσι. Από την ιατροδικαστική έκθεση, προέκυψε πως ο δράστης πρώτα χτύπησε και μετά την έπνιξε καθώς έφερε κάταγμα στο κρανίο και εκχυμώσεις γύρω από τα μάτια πιθανότατα λόγω χτυπημάτων. Ο θάνατός της ήταν αποτέλεσμα πνιγμού. Κατά την απολογία του θα περιγράψει όλα όσα συνέβησαν το μοιραίο βράδυ.

«Στις 9 το βράδυ του Σαββάτου βρισκόμουν στο σπίτι μαζί με τη γυναίκα μου και τα τρία μας παιδιά. Αφού έβαλε τα παιδιά για ύπνο, τη ρώτησα αν ήθελε να φάει κρέπα και αφού μου απάντησε θετικά, προσφέρθηκα να πάω να της αγοράσω. Αφού την έφαγε πήγα στην κρεβατοκάμαρα όπου καθόταν μόνη της και γύρω στις 10 έκατσα μαζί της για να μιλήσουμε. Η συζήτηση αφορούσε στην απόφαση της Ανθής να χωρίσουμε και να πάρει τα παιδιά μας να φύγει σε άλλο μέρος όπου θα έβρισκε δουλειά.

Αυτή την απόφαση την είχε πάρει εδώ και μερικούς μήνες και μου την είχε ανακοινώσει και σε προγενέστερο χρόνο. Κάποια στιγμή και ενώ είχαμε έντονο διάλογο σε έντονο ύφος η Ανθή μού ανέφερε ότι δεν περνούσε καλά στο χωριό και ότι ήθελε να φύγει και ένας από τους λόγους ήταν η κακή σχέση που είχε με τη μητέρα μου. Της έλεγα ότι η μητέρα μου δεν την ενοχλεί και δεν έρχεται στο σπίτι μας απρόσκλητη και αυτή απαντούσε ότι της έκανε πόλεμο νεύρων και δεν της μιλούσε.

Ενώ μιλούσα ήρεμα και προσπαθούσα να τη μεταπείσω, αυτή, όντας πολύ νευριασμένη, μου είπε “Αντε γ…. και εσύ και η μάνα σου”. Το μυαλό μου γύρισε. Βγήκα εκτός εαυτού και την έπιασα από τον λαιμό. Αυτή άρχισε να φωνάζει και να προσπαθεί να αμυνθεί χτυπώντας με και γρατζουνώντας με στο πρόσωπο. Εγώ προκειμένου να μην ακούσουν τα παιδιά που κοιμόντουσαν στο διπλανό δωμάτιο τι γινόταν και στην προσπάθειά μου να την κάνω να σωπάσει της έκλεισα και το στόμα, ενώ ταυτόχρονα της έσφιγγα τον λαιμό και τη χτυπούσα με μπουνιές στο πρόσωπο.

Η Ανθή αντιστεκόταν για πέντε με δέκα λεπτά μέχρι που πέθανε. Κατά τη διάρκεια της πάλης μας, μάτωσε η μύτη της, με αποτέλεσμα να λερωθούν τα σεντόνια. Μόλις κατάλαβα ότι η Ανθή πέθανε, πήγα αμέσως να δω αν είχαν ξυπνήσει τα παιδιά από τη φασαρία. Δεν είχαν καταλάβει τίποτα και κοιμόντουσαν. Τότε, πήρα το σώμα της με τα ρούχα που φορούσε -και συγκεκριμένα ένα γκρι κολάν και ένα ροζ μπλουζάκι- και το μετέφερα από την εσωτερική σκάλα του σπιτιού μας στο υπόγειο γκαράζ.

Το έβαλα στο αγροτικό, στη θέση του συνοδηγού, με τρόπο ώστε να μη φαίνεται από το παράθυρο. Τη σκέπασα με ένα μπουφάν που είχα στο υπόγειο και αποφάσισα προκειμένου να μη τη βρει κανείς να τη θάψω σε ένα από τα χωράφια μου. Έτσι λοιπόν τη μετέφερα στο χωράφι μου στην τοποθεσία Ισκιώματα, όπου ήδη υπήρχε ένα σημείο που ήταν σκαμμένο από παλιά, καθώς είχα σκοπό να απομακρύνω μια τεράστια πέτρα η οποία βρισκόταν μέσα στο χώμα.

Την έριξα στο σημείο γύρω από την πέτρα που ήταν πιο βαθύ και με ένα φτυάρι που είχα πάρει μαζί μου από το σπίτι την κάλυψα πρόχειρα, ώστε να μη φαίνεται, με χώμα. Γύρισα στο σπίτι και έψαξα στην κρεβατοκάμαρα να δω τι ίχνη υπήρχαν και πώς θα μπορούσα να τα απομακρύνω. Το μόνο που υπήρχε ήταν τα αίματα στα σεντόνια και την παπλωματοθήκη. Αμέσως τα πήρα και τα έκαψα στον ξυλολέβητα που βρίσκεται στο υπόγειο του σπιτιού. Η ώρα κόντευε 24:00. Και τότε άρχισα να συνειδητοποιώ τι είχα κάνει, να στεναχωριέμαι, να αγχώνομαι πάρα πολύ και παράλληλα να σκέφτομαι πώς δεν θα αποκαλύψει κανείς τι είχα κάνει ώστε να μπορέσω να συνεχίσω να μεγαλώνω εγώ τα παιδιά μου. Κάποια στιγμή κι ενώ είχα ήδη σκεφτεί την ιστορία που θα έλεγα σε όλους, ότι δηλαδή η Ανθή βγήκε έξω με την παρέα της και δεν γύρισε ποτέ, αποφάσισα να καλέσω στο κινητό της ώστε να φαίνεται ότι την αναζητούσα.

Έμεινα ξύπνιος ως το πρωί αφού από την υπερένταση και τις τύψεις δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Το πρωί κατά τις 8 τηλεφώνησα στο 100 και δήλωσα την εξαφάνιση. Στη συνέχεια πήρα τηλέφωνο και τη μητέρα της, που ήταν στο Πέραμα, και της είπα την ιστορία που είχα σκεφτεί. Κατά τις 10:20 άρχισα να παίρνω και άλλους γνωστούς και φίλους ενημερώνοντάς τους για την εξαφάνιση και σκηνοθετώντας παράλληλα το σκηνικό που θα καταδείκνυε ότι την αναζητούσα. Σε αυτή την προσπάθεια γυρνούσα μέσα στο χωριό αλλά και σε διάφορα άλλα σημεία προσποιούμενος ότι την αναζητώ.

Πήρα το τρακτέρ μου, έζεψα το φρεζάκι και πήγα στο χωράφι που είχα θάψει την Ανθή για να το φρεζάρω. Το έκανα ώστε να φαίνεται σε όλη την επιφάνεια σκαμμένο και να μην ξεχωρίζει το σημείο που την είχα θάψει. Αφού τέλειωσα το φρεζάρισμα κατά τις 18:00, άφησα το τρακτέρ στην αποθήκη και επέστρεψα στο σπίτι. Στη συνέχεια έκατσα εκεί μέχρι που κοιμήθηκα».

Στις 20 Σεπτεμβρίου 2016 λίγο μετά τις 10:00 ξεκίνησε στην αίθουσα του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καστοριάς η δίκη του Τάσου Τσιουχάρα, με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας της συζύγου του, Ανθής Λινάρδου. «Με έβρισε. Δεν θυμάμαι από εκεί και πέρα τι με έπιασε. Θόλωσα, την έπιασα από τον λαιμό, στο ενδιάμεσο τη χτύπησα. Δεν είμαι σε θέση να θυμηθώ πώς. Και μετά κατάλαβα ότι δεν ανταποκρίνεται αλλά ήταν πλέον αργά. Προσπαθούσε να φωνάξει, αλλά δεν μπορούσε. Αυτό που μου προκάλεσε αυτή την αντίδραση ήταν το ότι μου επιτέθηκε εκείνη».

Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καστοριάς υιοθετώντας ομόφωνα την εισαγγελική πρόταση καταδίκασε χωρίς κανέναν ελαφρυντικό σε ισόβια κάθειρξη τον Τάσο Τσιουχάρα για τη δολοφονία της γυναίκας του Ανθής Λινάρδου στο Βελβεντό. Παράλληλα επέβαλε και την ποινή κάθειρξης ενός έτους για περιύβριση νεκρού. Η πρόταση των ενόρκων σε ό,τι αφορά την ενοχή του δράστη του στυγερού εγκλήματος ήταν ομόφωνη.

Λέλα Μαυρομάτη

Λέλα Μαυρομάτη

Η εισαγγελέας έκανε λόγο για άνθρωπο «με θολό παρελθόν», περιγράφοντάς τον ως «νευρικό» και «εγωιστή», με «δεσποτική συμπεριφορά απέναντι στην οικογένειά του». «Ήθελε να έχει πάντα τον έλεγχο και το δίκιο με το μέρος του. Δεν αποδεχόταν να βρίσκεται στη γωνία» ανέφερε. «Πρώτη φορά είδα κατηγορούμενο να μην σκύβει το κεφάλι του απέναντι στους συγγενείς του θύματος και να τους υποβάλει ερωτήσεις».

Από τον Αύγουστο του 2015 η Λέλα Μαυρομάτη και ο Κλοντ Λέσι βρίσκονταν σε διάσταση. Το μεσημέρι εκείνης της Πέμπτης στις 7 Ιανουαρίου του 2016 ο 34χρονος Τζέιμς Κλοντ Λέσι θα σφάξει την πρώην σύζυγό του στην Ορμυλία της Χαλκιδικής και στη συνέχεια θα απαγάγει τον μικρό γιο τους, Φοίβο για 17 ημέρες. Οι αστυνομικές αρχές μετά το ανθρωποκυνηγητό που είχαν εξαπολύσει προκειμένου να εντοπίσουν τον Τζέιμς Κλοντ Λέσι, καθώς φοβούνταν ότι θα προσπαθούσε να περάσει στην Αλβανία και να εξαφανίσει τα ίχνη του, τον εντόπισαν να είναι κρυμμένος μαζί με τον γιο του σε μια αποθήκη λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σημείο του εγκλήματος.

«Με απειλούσε πως κανόνισε με τους καλύτερους δικηγόρους για να μην ξαναδώ τα παιδιά μου. Έφυγα από το σπίτι με σκοπό να λύσουμε το πρόβλημα, όχι με σκοπό να καταστρέψω τα πάντα. Θόλωσα, δεν θυμάμαι τι έγινε και πώς έγινε. Βρέθηκα σε ένα χωματόδρομο με το μηχανάκι και τον Φοίβο μπροστά μου. Το μηχανάκι είχε βλάβη με τα φώτα. Ήταν γνωστή η βλάβη, σταμάτησα και φτιάχνοντας το φως είδα τα χέρια μου λερωμένα με αίμα. Έψαξα τον Φοίβο για κανένα χτύπημα, μετά έψαξα και τον εαυτό μου. Εγώ μόνο είχα χτύπημα, στο δεξί μου μάτι.

Δεν μπορούσα να δω από αυτό για τις δύο επόμενες μέρες, δάκρυζε χωρίς να σταματάει. Άρχισα να πηγαίνω προς τα Ψακούδια τρομαγμένος. Σταμάτησα και έκανα κάποια τηλέφωνα. Ξαφνικά το τηλέφωνό μου σταμάτησε να λειτουργεί χωρίς να ξέρω για ποιον λόγο. Άρχισα να πηγαίνω προς τη Γερακινή. Στο δρόμο είδα πολλά αυτοκίνητα της αστυνομίας, φοβήθηκα από μέσα μου και αισθάνθηκα ότι κάτι κακό έχει συμβεί. Την πρώτη βραδιά πήγα στην περιοχή Γερακινής κάτω στην παραλία. Εκεί, στο κάμπινγκ βρήκα τροφές, νερό, ρούχα, κουβέρτες, μια τσάντα και ένα μαχαίρι. Το μαχαίρι το χρειαζόμουν για τροφές. Από τη Γερακινή την δεύτερη μέρα πήγα προς τις Καλύβες. Παντού είχε αστυνομία και γύρισα πίσω προς Ορμύλια (Ψακούδια) με σκοπό να αφήσω τον μικρό στην θεία της Λέλας και να πάω στην αστυνομία. Δεν την βρήκαμε και δεν ξέραμε τι γίνεται.

Γυρίσαμε πίσω προς Θεσσαλονίκη, Γερακινή, Καλύβες, Μουδανιά. Στα Μουδανιά ζήτησα ταξί για Θεσσαλονίκη, ο σκοπός μου ήταν να πάω σε οποιοδήποτε αστυνομικό τμήμα στη Θεσσαλονίκη. Έτσι άρχισα τη διαδρομή Διονυσίου – Νέα Πλάγια. Στην περιοχή κοντά στο Μεσημέρι διαπίστωσα ότι είχε παντού αστυνομία. Παντού είχε αστυνομία και φοβόμουνα να μην τρομάξει το παιδί και έτσι γύρισα πίσω προς Ορμύλια. Την πρώτη ημέρα που πήρα τον Φοίβο μαζί μου αυτός είχε ήδη πυρετό, τον οποίο φρόντισα και έπεσε, παρά τις όποιες κακουχίες μπορεί να περάσαμε εγώ και το παιδί.

Φρόντιζα καθημερινά να έχει νερό και φαγητό, ακόμα και σε βάρος της δικής μου διατροφής, καθώς από τα πουλιά και κουνέλια που έβρισκα και έψηνα, έδινα στο παιδί το κρέας, ενώ εγώ έγλυφα και ρουφούσα τα κόκαλα. Μάλιστα όταν το παιδί κάποια στιγμή μού ζήτησε να δει τηλεόραση, φρόντισα και βρήκα τηλεόραση για να παρακολουθήσει παιδικά».

«Το λάθος της κόρης μου ήταν ότι δεν ήθελε να μοιράζεται τα προβλήματά της. Μου είχε εκμυστηρευτεί ότι δεν μπορούσε να ζήσει άλλο μαζί του, δεν έβρισκε συνεννόηση» κατέθεσε με βουρκωμένα μάτια η μητέρα του θύματος. Η μητέρα μετέφερε στο δικαστήριο περιστατικό που έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 2014, παραμονή της βάπτισης των εγγονών της, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος άρπαξε τη Λέλα και την έσυρε στο μπαλκόνι θέλοντας να την πετάξει κάτω.

«Πίστευα ότι η παρανομία μου ήταν ότι πήρα το παιδί. Για 18 μέρες δεν είχα συνειδητοποιήσει τι είχα κάνει. Τη γυναίκα μου την υπεραγαπούσα. Όταν μου είπαν στο αστυνομικό τμήμα ότι τη σκότωσα έπαθα σοκ». Το δικαστήριο ομόφωνα τον έκρινε ένοχο, καταδικάζοντας τον σε ισόβια κάθειρξη και επιπλέον φυλάκιση 5 ετών.

Φαίη Μπλάχα

Φαίη Μπλάχα

«Δεν είμαι δολοφόνος. Με παρουσιάζουν σαν έναν άνθρωπο που δεν ξέρω καν . Ένας απερίσκεπτος ήμουν χωρίς μυαλό , άμυαλος. Αυτόν τον άνθρωπο που παρουσιάζουν τον δολοφόνο, το φονιά εγώ δεν το ξέρω. Την κοπέλα τη χτύπησα πάνω στα νεύρα μου ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα κάνω τέτοια ζημιά. Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι μπορούσα σηκώνοντας τα χέρια μου να κάνω τέτοια ζημιά σε άνθρωπο. Εκείνο το βράδυ τσακωνόμασταν δεν σκέφτηκα τίποτα». Με αυτά τα λόγια ο Βαγγέλης Στεφανάκης προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του καθισμένος στο εδώλιο κατηγορούμενος για τη δολοφονία της Φαίης Μπλάχα.

Ο Βαγγέλης Στεφανάκης συνδεόταν ερωτικά τόσο με τη Φαίη Μπλάχα όσο και με την αδελφή της Μαριαλένα. «Με τη Μαριαλένα έγινε για χαζομάρα» είπε ο κατηγορούμενος αναφερόμενος στο βράδυ πάθους που έζησε με την αδελφή της συντρόφου του και προσθέτοντας:

«Η Μαριαλένα άρχισε να με προσεγγίζει διαφορετικά. Γυρίζοντας από διασκέδαση πήγα στο σπίτι της τη Μαριαλένα και ανοίγοντας την πόρτα έγινε μια χαζομάρα. Εγώ ένιωθα άσχημα την άλλη μέρα γιατί περνούσα καλά με τη Φαίη. Της ζήτησα να μην πούμε τίποτα. ”Μην μου το χαλάσεις, σε παρακαλώ” της είπα και εκείνη συμφώνησε. Η Φαίη τα έμαθε όλα από εμάς τους δυο. Η Μαριαλένα ήθελε να χωρίσω με τη Φαίη αλλά εγώ δεν ένιωθα τίποτα για εκείνη και δεν ήθελα. Όταν τα έμαθε η Φαίη χωρίσαμε για λίγες ημέρες. Ξανασμίξαμε μετά από λίγες μέρες αλλά δεν ήταν εύκολο για τη Φαίη.

Δεν μπορούσε εύκολα να αφήσει πίσω αυτό που είχε συμβεί με την αδελφή της παρά το γεγονός ότι εγώ είχα δεσμευτεί πως δεν επρόκειτο να ξανασυμβεί. Παράλληλα, της δημιουργούσε προβλήματα η Μαριαλένα, πήγαινε στη δουλειά της, έκανε επεισόδια. Υπήρχε ζήλια κυρίως από την πλευρά της Φαίης. Νόμιζε ότι την κοροϊδεύω, ότι βρίσκομαι με άλλες κοπέλες». Τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου 2013 το ζευγάρι καυγάδιζε από νωρίς. Ο Στεφανάκης πήγε να συναντήσει τη Φαίη λίγο πιο πάνω από το σπίτι της. Την περίμενε στο αυτοκίνητο. Ο καυγάς συνεχίστηκε εντός κι εκτός οχήματος.

«Μου φώναζε. Με χτύπησε με τα χέρια της. Προσπάθησα να την πάρω αγκαλιά . Μου είπε ”μου τα έχει πει όλα η Μάνια (σ.σ. έτσι αποκαλούσε την αδελφή της, Μαριαλένα) τα ξέρω όλα”. Με κατηγορούσε ότι έχω συνευρεθεί με την αδελφή της αντί για μια φορά 50. Την έσπρωξα, συνέχισε να με χτυπάει. Της έλεγα δεν είναι έτσι. Με χτύπαγε στο πρόσωπο. Την χτύπησα και εγώ με τα χέρια στο πρόσωπο. Δεν καταλάβαινα τι έκανα. Θόλωσα. Μπορεί να της έδωσα και δυο μπουνιές. Δεν θυμάμαι πάνω στα νεύρα μου. Δεν θυμάμαι πάνω στα νεύρα μου. Δεν σκέφτηκα ότι θα γινόταν τέτοια ζημιά.

Έπεσε κάτω και χτύπησε στο αυτοκίνητο. Της είπα ”κοριτσάκι μου σήκω”. Την πήρα αγκαλιά, έτρεμα έβαλα τα κλάματα. Είχε χάσει τις αισθήσεις της, μόνο ανέπνεε. Εκείνο το βράδυ τσακωθήκαμε, όμως, δεν σκέφτηκα τίποτα . Δεν το κλώτσησα το κορίτσι. Με χτύπαγε χαστούκια, με έτσουξε, θόλωσα και τη χτύπησα. Δεν την κλώτσησα, θα το έλεγα. Σας λέω ότι τη χτύπησα αλλά δεν την κλώτσησα. Δεν θέλω να πω ψέματα». Το σενάριο απλό. Πήγε τη Φαίη στο νοσοκομείο λέγοντας πως έπεσε και χτύπησε στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου.

Ο Στεφανάκης ισχυρίστηκε στην απολογία του: «Πήρα την Μαριαλένα και της είπα έλα, είναι χτυπημένη η Φαίη. Ηρθε μέχρι την Εθνικη Άμυνα και από εκεί πήγαμε στον Ερυρθό Σταυρό. Τελικά της είπα, κατάφερες να μας χωρίσεις. Εκείνη μου είπε, μην με προδώσεις, εγώ θα είμαι δίπλα σου και θα μιλήσω στον πατέρα μου. Μου ειπε να μην ανησυχώ και πως δε χρειάζεται να πω τι έχει γίνει μεταξύ μας. Πήγαινα κατά διαστήματα στο νοσοκομείο για να δω τι κάνει η Φαίη και ξαφνικά έμαθα από την τηλεόραση οτι βγηκε ένταλμα για εμένα.

Είπα στη Μαριαλένα να πει την αλήθεια γιατί θα ανοίξει τα μάτια της η Φαίη και θα γίνει της πουτάνας και εκείνη μου είπε “κάτσε να δούμε αν θα τα καταφέρουμε”». Η Φαίη παρέμεινε σε βαθύ κώμα. Πάλεψε για έντεκα 24ώρα μα δεν τα κατάφερε.

Η ιατροδικαστής Χριστίνα Σπηλιοπούλου η οποία εξέτασε την 23χρονη Φαίη ενώ νοσηλευόταν σε καταστολή και στη συνέχεια, διενήργησε και τη νεκροψία -νεκροτομή στη σορό της, κατέθεσε στο Δευτεροβάθμιο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο ανατρέποντας το σενάριο του χτυπήματος στον προφυλακτήρα. «Ή κοπέλα ήταν σε βαθύ κώμα, χρειαζόταν να νοσηλευθεί σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Στον Ερυθρό Σταυρό το επίπεδο συνειδητότητάς της ήταν σύμφωνα με την κλίμακα Γλασκώβης 6 στα 15. Η μαγνητική έδειξε διάχυτο αιμάτωμα στον εγκέφαλο, διάχυτο εγκεφαλικό οίδημα. Αυτά προέκυπταν από το φάκελο της.

Ήταν σε βαθιά καταστολή, ώστε να μην έχει ο οργανισμός της ενεργειακές ανάγκες. Δεν ήταν αιμοδυναμικά σταθερή, της είχαν χορηγήσει φάρμακο. […] Στην Κεντρική Κλινική διαπίστωσα κατ’ αρχάς, ότι η κοπέλα είχε εμφανή τραύματα. Είχε εκχυμώσεις και στο αριστερό πόδι είχε στο γόνατο μια εκδορά. Ήταν σαν να είχε σκύψει. Είχε και άλλες εκχυμώσεις. Η κοπέλα δεν είχε πέσει προς τον προφυλακτήρα, ώστε να χτυπήσει. Η κοπέλα ήταν χτυπημένη στο πάνω μέρος του κεφαλιού της, στη βρεγματική χώρα και όχι στο πίσω μέρος, όπως θα συνέβαινε αν είχε χτυπήσει στον προφυλακτήρα».

«Ζητώ συγγνώμη απ’ την οικογένεια της Φαίης δεν το έκανα εσκεμμένα. Ντρέπομαι. Φοβήθηκα, με έπιασε πανικός. Όταν συνέβη το περιστατικό, πήγα σε ένα φίλο μου και του είπα “σε παρακαλώ, βοηθά με τσακωθήκαμε”. Την πήγαμε στο νοσοκομείο στον Ερυθρό Σταύρο. Εγώ δεν μπορούσα να οδηγήσω, έτρεμα. Έχω μετανιώσει απ’ την πρώτη στιγμή που σήκωσα το χέρι μου. Δεν φαντάστηκα τι θα συμβεί κι εγώ. Ήμουν 25 χρόνων, μου σήκωσε χέρι και θόλωσα. Ντρέπομαι ειλικρινά» θα πει ο Στεφανάκης στο δικαστήριο λίγο πριν ακούσει την επιβολή ισόβιας κάθειρξης για ανθρωποκτονία από πρόθεση, και με ενδεχόμενο δόλο, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Η υπόθεση δικάστηκε εκ νέου μετά την αναίρεση που άσκησε ο Άρειος Πάγος κατά της αναγνώρισης του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας που του είχε αναγνωρίσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Το ελαφρυντικό είχε ως αποτέλεσμα να σπάσουν τα ισόβια και να του επιβληθεί 20ετής κάθειρξη. Τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου 2013 η Φαίη χτυπήθηκε βάναυσα με μπουνιές και κλωτσιές. «Βγάζοντας μια κραυγή η παθούσα έπεσε κάτω και περιήλθε αμέσως σε κωματώδη κατάσταση».

Ελένη Μπόνια

Ελένη Μπόνια

Η Ελένη Μπόνια ήταν μητέρα δύο παιδιών. Εξαφανίστηκε το μεσημέρι της Κυριακής 26 Μαΐου 2013 από την πλατεία του Νέου Πετριτσίου, την ώρα που ετοιμαζόταν να πάει στο Κιλκίς για να δει στο νοσοκομείο πατέρα της ο οποίος νοσηλευόταν εδώ κάποιες ημέρες. Αγόρασε γλυκά από το ζαχαροπλαστείο της περιοχής και τηλεφώνησε στη μητέρα της για να την περιμένει.

Η Ελένη δεν πήγε ποτέ στο Κιλκίς. Η μητέρα της την καλούσε στο κινητό της χωρίς ωστόσο να την εντοπίζει. Τα παιδιά και η αδερφή της Ελένης απευθύνονται στην εκπομπή της Αγγελικής Νικολούλη «Φως στο Τούνελ» προκειμένου να βρουν μία απάντηση. Η κόρη της αγνοούμενης μίλησε στην κάμερα του «Τούνελ» από τον τόπο της εξαφάνισης. Ανέφερε ότι από το συγκεκριμένο σημείο στη πλατεία του χωριού κοντά στη Λέσχη Αξιωματικών, δεν περνούσε εκείνη την ώρα λεωφορείο για το Κιλκίς. Η μητέρα της όμως στεκόταν εκεί και σίγουρα κάποιον περίμενε. Την εικόνα αυτή μετέφερε κι ένας νεαρός μάρτυρας που περνούσε από το σημείο με τη μηχανή του. Είδε και χαιρέτησε την Ελένη Μπόνια.

Η γυναίκα κρατούσε μία σακούλα με γλυκά. Ο ζαχαροπλάστης που τα ετοίμασε και της τα έδωσε, είπε στην ρεπόρτερ της εκπομπής Ντίνα Σύρπου ότι τα παρήγγειλε για τον πατέρα της που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο. Μέχρι να φτάσει η αδελφή της, ειδοποιήθηκαν οι φίλες και γειτόνισσες της Ελένης Μπόνια. Η εξωτερική πόρτα ήταν κλειδωμένη. Μπήκαν από το παράθυρο με το φόβο μην είχε πάθει κάτι κακό. Αυτό που είδαν τις αναστάτωσε. Όλα τα πράγματα της ήταν στη θέση τους. Τα προσωπικά της έγγραφα, τα ρούχα της, το φαγητό αφημένο πάνω στον πάγκο της κουζίνας.

Όλα έδειχναν ότι η Ελένη αιφνιδιάστηκε και βγήκε ξαφνικά, με σκοπό να επιστρέψει. Η αδελφή της Ελένης Μπόνια αποκάλυψε στο «Τούνελ», ότι η οικογένεια της δέχτηκε ένα περίεργο τηλεφώνημα. Αυτό συνέβη μετά την πρώτη ανακοίνωση της εξαφάνισης της στην εκπομπή. Ένας άγνωστος άνδρας που συστήθηκε σαν φίλος της 52χρονης τους είπε ότι βρίσκεται μαζί με την Ελένη στη Γερμανία. Σύμφωνα με την Αστυνομία το τηλεφώνημα έγινε από ένα καρτοτηλέφωνο από την περιοχή του Σιδηροκάστρου.

Η οικογένεια πίστευε ότι κάποιος ήθελε να τους αποπροσανατολίσει ώστε να σταματήσουν τις έρευνες. Όσο η έρευνα βρισκόταν σε εξέλιξη στο χωριό, ο φίλος και συγχωριανός της αγνοούμενης αρνήθηκε να μιλήσει στην κάμερα της εκπομπής, παρά το γεγονός ότι ήταν ο τελευταίος που είχε τηλεφωνηθεί μαζί της. Την Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013 ο Γιώργος Ζλατίντζης 62 χρόνων ομολόγησε την αποτρόπαια πράξη του στους αστυνομικούς της Ασφάλειας Σερρών και υπέδειξε το σημείο που θα έβρισκαν το πτώμα της συντρόφου του.

Σε απόκρημνο σημείο στο όρος Μπέλες, εκεί βρέθηκε η Ελένη Μπόνια. Αρχικά την οδήγησε στη δασική περιοχή κοντά στη Βυρώνεια δήθεν για να κουβεντιάσουν και στη συνέχεια την έσπρωξε ζωντανή στο γκρεμό. Ισχυρίστηκε ότι το έκανε άθελά του, ότι έσπρωξε τη γυναίκα πάνω σε έναν καυγά που είχαν όταν του έθιξε τον αντρικό του εγωισμό, με συνέπεια αυτή να γλιστρήσει και να πέσει στον γκρεμό.

«Με τύφλωσε ο θυμός και την έσπρωξα στον γκρεμό, ένα δευτερόλεπτο αργότερα που το συνειδητοποίησα, ήταν αργά» είχε πει στην απολογία του τον Νοέμβριο του 2013 ο άντρας. 30 αστυνομικοί από την Ασφάλεια και την Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών, πυροσβέστες, εθελοντές και άνδρες της ΕΜΑΚ με ειδικά εκπαιδευμένα σκυλιά κατάφεραν να ανασύρουν το άψυχο κορμί της.

Μόνικα Κωνσταντινίδου

Μόνικα Κωνσταντινίδου

«Παρακαλώ, κάντε κάτι με τον γιο σας. Δεν με αφήνει σε ησυχία. Όπου κι αν πάω, είναι πίσω μου. Σας παρακαλώ μαζέψτε τον. Φοβάμαι». Η Μόνικα Κωνσταντινίδου πληκτρολόγησε τις παραπάνω λέξεις και τις έστειλε στον πατέρα του Θάνου Σχοινά. Η 25χρονη αεροσυνοδός είχε σχέση δύο χρόνων με τον νεαρό φοιτητή της Σχολής Εμπορικού Ναυτικού, είχε όμως αποφασίσει να συνεχίσει τη ζωή της μακριά του, εξαιτίας της αφόρητης ζήλιας του. Εκείνος δεν ήθελε να δεχτεί τη νέα πραγματικότητα κι έκανε τα πάντα για να βρίσκεται δίπλα της.

Της τηλεφωνούσε καθημερινά, είχε γίνει η σκιά της και της ζητούσε να είναι ξανά μαζί. Η Μόνικα Κωνσταντινίδου, εργαζόταν ως αεροσυνοδός σε ρωσική αεροπορική εταιρεία, ενώ όταν δεν είχε πτήση δούλευε ως ταμίας σε ταβέρνα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τη νύχτα της 10ης Αυγούστου του 2013 έφυγε με μια συνάδελφό της, την οποία άφησε στο σπίτι της, λέγοντας της ότι θα επιστρέψει στο δικό της γιατί τα ξημερώματα θα ταξίδευε με πτήση εξωτερικού.

Η κοπέλα είχε πει στη μητέρα της να την ξυπνήσει στις έξι το πρωί για να ετοιμαστεί για την πτήση που είχε. Όσα τηλέφωνα κι αν της έκανε η Μόνικα δεν απάντησε ποτέ. Εκείνη την ώρα έγινε αντιληπτή και η εξαφάνιση της. Η αδερφή της άτυχης Μόνικας υποστηρίζει «Από την πρώτη στιγμή που εξαφανίστηκε η Μόνικα, ήμουν σίγουρη ότι κάτι κακό της είχε κάνει εκείνος. Ο Θάνος δεν μπορούσε να δεχθεί τον χωρισμό τους. Την παρακολουθούσε συνεχώς. Είχε γίνει η σκιά της. Την έπνιγε .

Αν τον είχα απέναντι μου, δε θα του έλεγα απολύτως τίποτα. θα ήθελα να του κάνω ο,τι έκανε αυτός στη Μόνικα. Γιατί το βασάνισε το μωρό μου πριν πεθάνει. Ο άνθρωπος αυτός δεν μας άφησε περιθώριο ούτε να αγκαλιάσουμε το σώμα της. Έχω τόσο πόνο μέσα μου. Όλες αυτές τις ημέρες έκλεινα τα μάτια και σκεφτόμουν: Παναγία μου, μπήκε στο χώμα για το τίποτε», λέει η Λίντα Κωνσταντινίδου.

Και συνεχίζει: «Ο άνθρωπος αυτός δεν μπορούσε να δεχθεί πως η Μόνικα έπιασε δουλειά ως αεροσυνοδός. Τότε άρχισαν τα μεγάλα προβλήματα και η παθολογική ζήλια. Τη χτυπούσε συνεχώς. Της τραβούσε τα μαλλιά. Της έσβησε το προφίλ στο Facebook. Δεν την άφηνε να μιλά με κανέναν. Την είχε απομονώσει. Η αδερφή μου, σε κάποια από τις συζητήσεις μας, μου είπε: “Πάντα σήκωνε χέρι. Τώρα όμως, τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο. Δεν αντέχω άλλο”.

Όταν το πρωί της 10ης Αυγούστου η μητέρα μου ξύπνησε και διαπίστωσε ότι η Μόνικα δεν είχε έρθει σπίτι, ανησύχησε. Το προηγούμενο βράδυ είχε πει πως θα γυρίσει νωρίς από το εστιατόριο όπου εργαζόταν ως ταμίας γιατί στις 7 το πρωί είχε πτήση. Πανικόβλητοι οι γονείς μου, άρχισαν να καλούν στο κινητό της. Εκείνη ήταν ήδη νεκρή. Την πέταξε σ’ ένα δύσβατο σημείο για να μην την βρει ποτέ κανείς. Είμαστε σίγουροι ότι και κάποιοι άλλοι τον βοήθησαν σ’ αυτό το έγκλημα και ζητάμε να λάμψει η αλήθεια».

Ο Θάνος Σχοινάς στην απολογία του αρνήθηκε της κατηγορίες και υποστήριξε πως ο θάνατος της κοπέλας ήταν ατύχημα. Το βράδυ της δολοφονίας, ο 20χρονος συνάντησε σε συγγενικό σπίτι στους Αμπελοκήπους της Θεσσαλονίκης την 25χρονη και αφού συνευρέθηκαν ερωτικά, πήρε το κινητό της τηλέφωνο και συνειδητοποίησε πως υπήρχε τρίτο πρόσωπο.

Οι δυο τους πιάστηκαν στα χέρια και, σύμφωνα με τον 20χρονο, η αεροσυνοδός έπεσε και χτύπησε στο κεφάλι. Όταν κατάλαβε ότι η 25χρονη ήταν νεκρή, επειδή φοβήθηκε, μετέφερε το πτώμα με το Ι.Χ. του σε ένα ερημικό σημείο της εθνικής οδού και το έθαψε σε ρυάκι, στον κόμβο προς τους Ευζώνους. Ωστόσο, σύμφωνα με τη γνωμάτευση του ιατροδικαστή, το πτώμα της 25χρονης κοπέλας, έφερε σημάδια στραγγαλισμού, κάτι για το οποίο ο 20χρονος δεν έδωσε απάντηση, όταν ερωτήθηκε από την ανακρίτρια.

Όπως δήλωσε ο ίδιος, σκόπευε να αρραβωνιαστεί την άτυχη αεροσυνοδό, ενώ είχε δανειστεί και χρήματα από συγγενείς, ώστε να αγοράσει τις βέρες. Να σημειωθεί πως τις έξι ημέρες που η αστυνομία αναζητούσε την αεροσυνοδό και τον ίδιο, ο 20χρονος είχε διαφύγει στη Βουλγαρία και στη συνέχεια την Κωνσταντινούπολη.

Όταν διαπίστωσε ότι ο κλοιός γύρω του σφίγγει και πλέον ήταν αδύνατον να ξεφύγει, πέντε μέρες μετά το έγκλημα, το βράδυ του Δεκαπενταύγουστου, προσήλθε στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης και παραδόθηκε. Ομολόγησε ότι η Μόνικα είναι νεκρή και υπέδειξε το σημείο όπου έθαψε το άψυχο κορμί της. Το δικαστήριο δεν του αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό και τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη.

Η αυλαία στο έγκλημα πάθους έπεσε το Μάρτιο του 2018, όταν η υπόθεση εκδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης. Ο Θάνος απέδωσε για ακόμη μία φορά το θάνατο της Μόνικας σε ατύχημα πάνω στον καβγά. Ωστόσο, δικαστές και ένορκοι τον έκριναν ξανά ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και του επέβαλαν τη βαρύτερη προβλεπόμενη ποινή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Ζωή Δαλακλίδου

Ζωή Δαλακλίδου

Η Ζωή Δαλακλίδου έμενε στη Θεσσαλονίκη και είχε πάει στην Ξάνθη για να γιορτάσει μαζί με την οικογένειά της τα Χριστούγεννα. Λίγο μετά τις 05.00 το πρωί της 27ης Δεκεμβρίου του 2012 η Ζωή επέστρεφε στο πατρικό της από νυχτερινή διασκέδαση, όταν ο Παπάζογλου την πλησίασε. Δεν πρόλαβε να βάλει τα κλειδιά στην πόρτα όταν της επιτέθηκε. Ο καταδικασθείς βίασε την κοπέλα «επειδή του άρεσε», όπως είχε ομολογήσει μετά τη σύλληψή του, και στη συνέχεια την έκαψε για να καλύψει τα ίχνη του.

Ο βιασμός είχε γίνει στον ακάλυπτο χώρο πίσω από την πολυκατοικία όπου διέμενε η οικογένειά της. Η κοπέλα είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και κακώσεις τόσο στο σώμα, όσο και στο κεφάλι πριν ο δράστης της βάλει φωτιά. Ένας κάτοικος της περιοχής άκουσε μια γυναίκα να στριγγλίζει και βγήκε στο μπαλκόνι να δει τι συμβαίνει.

Είδε την 34χρονη να καίγεται ζωντανή και να ουρλιάζει από τους αφόρητους πόνους. Έτρεξε με έναν κουβά νερό αλλά δεν πρόλαβε να τη σώσει. Όταν πλησίασε στην πυλωτή της επίμαχης πολυκατοικίας διαπίστωσε πως η κοπέλα είχε υποκύψει στα τραύματά της. Ο Παπάζογλου ύστερα από όσα έκανε πήγε στο σπίτι του και κοιμήθηκε ενώ την επόμενη ημέρα άνοιξε κανονικά το μανάβικο που διατηρούσε στην περιοχή, λίγα μέτρα μακριά από το πατρικό της Ζωής.

Εκείνη του ζήτησε να την αφήσει ήσυχη κι εκείνος της επιτέθηκε. «Παίρνοντας βενζίνη από ένα μηχανάκι, την περιέλουσα με βενζίνη και της έβαλα φωτιά. Ήταν το τραγικό μου λάθος», είχε πει τον Δεκέμβριο του 2012. Σε όλη τη διάρκεια της δίκης ο κατηγορούμενος είχε σκυμμένο το κεφάλι. Λίγο πριν την τελική ετυμηγορία το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ήταν μία συγγνώμη. Με ομόφωνη απόφαση κρίθηκε ένοχος όπως και πρωτόδικα και δεν του αναγνωρίστηκε κανένα ελαφρυντικό.

Ανδριάννα Γαρδικιώτη

Ανδριάννα Γαρδικιώτη

Στις 17 Δεκεμβρίου του 2011 το άψυχο σώμα της Ανδριάννας Γαρδικιώτη θα βρεθεί στη λίμνη της Καστοριάς. Η 21χρονη φοιτήτρια από την Κέρκυρα φέρει τραύματα στο κεφάλι και άλλα στην καρδιά από μαχαίρι. Φέρει επίσης ένα τραύμα από κατσαβίδι στον λαιμό. Ήταν ο ίδιος ο δράστης, ο Στάθης Ευσταθίου, που υπέδειξε στην αστυνομία τον τόπο που είχε αφήσει το πτώμα της επί ενός έτους συντρόφου του. Όπως έγινε γνωστό οι δυο τους είχαν έντονη λογομαχία μέσα στο αυτοκίνητό του.

Εκείνος τη χτύπησε στο κεφάλι και στη συνέχεια την κατακρεούργησε. Πέταξε το πτώμα στη λίμνη και τράπηκε σε φυγή. Ωστόσο, σύμφωνα με ενημέρωση από την ΕΛ.ΑΣ., το αυτοκίνητο εξετράπη της πορείας του και καρφώθηκε σε κολόνα. Ο αστυνομικός έλεγχος που έγινε στο ΙΧ βρήκε ίχνη από αίμα και μαλλιά στο κάθισμα.

Τρία χρόνια αργότερα ο Ευσταθίου μίλησε στην Τατιάνα Στεφανίδου υποστηρίζοντας πως δεν είναι αυτός που σκότωσε την αγαπημένη του. Ισχυρίστηκε πως δεν θυμάται τίποτα από εκείνη τη μοιραία νύχτα που έκοψε βίαια το νήμα της ζωής της Ανδριάννας. Ο ιατροδικαστής Ιωάννης Φούντος που εξέτασε το άψυχο σώμα της άτυχης κοπέλας μέτρησε περισσότερα από 30 χτυπήματα από αιχμηρά αντικείμενα.

Χαρακτηριστικά είναι τα όσα δήλωσε στην Espresso: «ο δράστης επιτέθηκε με μανία, πρόκειται για σφαγιασμό. Είχε δεκαοκτώ χτυπήματα στο λαιμό και πάνω από δέκα στο θώρακα. Το πτώμα έφερε και πολλές εκδορές στα χέρια και στο πρόσωπο, κάτι που δείχνει ότι προσπάθησε να αντιδράσει και υπήρξε συμπλοκή».

«Λυπάμαι και συγγνώμη… ό,τι έγινε πλέον δεν αλλάζει… σε αγάπησα… σε αγαπάω και θα συνεχίσω να σε αγαπάω Μάου μου!!!. Έναν ολόκληρο χρόνο μαζί και από εδώ και πέρα για πάντα ως την αιωνιότητα μαζί! Καλό ταξίδι και έρχομαι και εγώ μαζί σου! Άλλωστε ένα χρόνο τώρα ποτέ δεν άφησε ο ένας τον άλλο μόνο του. Έρχομαι (Νιέχ-Νιέχ μου).» Με αυτά τα λόγια ο δράστης θα την αποχαιρετίσει στο Facebook λίγες ώρες μετά τη δολοφονία.

Παναγιώτα Μαζαράκη

Παναγιώτα Μαζαράκη

Η Παναγιώτα Μαζαράκη εξαφανίζεται αιφνιδίως τον Σεπτέμβριο του 2008 αφήνοντας πίσω της τα δύο παιδιά της. Λίγες ημέρες μετά την εξάφανισή της ο σύζυγός της, Γιάννης Κατσιλάμπρος, σπάει και ομολογεί την αποτρόπαια πράξη του. Δολοφόνησε την Παναγιώτα και στη συνέχεια την τσιμέντωσε στο πάρκο Πικιώνη δίπλα στο σπίτι τους, στη Φιλοθέη.

Στην απολογία του ο δράστης υποστήριξε πως έπειτα από έναν καβγά τους, χτύπησε με ένα σίδερο την Παναγιώτα Μαζαράκη στο κεφάλι και στη συνέχεια, αφού το θύμα σωριάστηκε στο πάτωμα, της έβγαλε τα ματωμένα ρούχα, έπλυνε το άψυχο σώμα της στην μπανιέρα και την τύλιξε με δύο σακούλες και ένα σεντόνι.

Έπειτα δοκίμασε να τη θάψει αρχικά στο φρεάτιο του ασανσέρ και μετά κάτω από το σπίτι του σκύλου. Καθώς οι προσπάθειές του έπεσαν στο κενό, ο καθηγητής μουσικής έβαλε το πτώμα της στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου και το πέταξε σε κάδο σκουπιδιών στην Παιανία. Λίγες ώρες αργότερα επέστρεψε, πήρε ξανά τη σορό και τη μετέφερε δίπλα στο σπίτι τους, στο πάρκο Πικιώνη, όπου την έθαψε, σκεπάζοντάς τη με πέτρες και τσιμέντο.

Στο δικαστήριο εκείνος θα πει: «Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου, το μισώ, δεν αντέχω που τον βλέπω στον καθρέφτη». Θα υποστηρίξει επιπλέον ότι η σύζυγος του αμφισβήτησε την πατρότητα της κόρης τους, γεγονός που τον έκανε να θολώσει.

«Με έθιξε, έθιξε τον ανδρισμό μου. Τώρα, εκ των υστέρων, καταλαβαίνω πως το είπε για να με τρελάνει», είχε πει σημειώνοντας ότι τον είχε εκείνη απειλήσει με μαχαίρι: «Πήρε από το συρτάρι της κουζίνας το μαχαίρι και μου επιτέθηκε, εγώ έφυγα, ανέβηκα πάνω και μπήκα στο υπνοδωμάτιο, εκείνη με ακολούθησε φωνάζοντας ”θα σε σκοτώσω”.

Τότε πήρα το σίδερο και τη χτύπησα στο κεφάλι. Αμέσως σηκώθηκε και μου είπε τι έκανες ρε μαλάκα, θα σε κλείσω για πάντα στη φυλακή. Τότε τη χτύπησα με δύναμη, με γροθιά στο στήθος. Εκείνη έπεσε κι έμεινε ακίνητη. Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά μάταια. Μόλις κατάλαβα τι είχε συμβεί με έπιασε πανικός. Η πρώτη σκέψη μου ήταν να αυτοκτονήσω. Μετά όμως σκέφτηκα να αποκρύψω το γεγονός, μήπως και κατορθώσω να μεγαλώσω τα παιδιά μου.

Δεν μπορούσα να το διαχειριστώ. Αποφάσισα να κρύψω το πτώμα για να μπορέσω να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Δεν σκεφτόμουν λογικά. Το ένα ψέμα έφερε το άλλο. Το μεγάλο μου λάθος ήταν ότι δεν έφυγα από την αρχή του καυγά. Μετά ήταν τέτοια η αλληλουχία των γεγονότων, ήταν ο βρασμός, που δεν μπόρεσα να φύγω και να μην συμβεί το μοιραίο».

Από το 2015 ο μουσικός Γιάννης Κατσιλάμπρος είναι ελεύθερος. Το δικαστήριο του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, με αποτέλεσμα αν και είχε καταδικαστεί σε 20 χρόνια κάθειρξη να αφεθεί ελεύθερος μόλις επτά χρόνια μετά τη δολοφονία της συζύγου του και μητέρας των δύο παιδιών του.

Άντα Καρκαλή

Άντα Καρκαλή

Η στυγερή δολοφονία της δασκάλας Άντας Καρκαλή, από τον σύζυγό της, Θάνο Αρβανίτη, ανατρίχιασε ολόκληρη τη χώρα. Το καλοκαίρι του 2008 ο 31χρονος τότε μάγειρας αποκεφάλισε την 25χρονη σύζυγό του και τριγυρνούσε με το κομμένο κεφάλι της γυναίκας του στη Σαντορίνη.

Στη συνέχεια μαχαίρωσε έναν αστυνομικό και παρά τις έξι σφαίρες που είχε δεχθεί, άρπαξε το περιπολικό με το οποίο παρέσυρε και τραυμάτισε τρεις γυναίκες. Υπέφερε από αϋπνίες, εξαιτίας του άγχους που βίωνε από την πίεση στη δουλειά του. Εκείνη ήταν δίπλα του συνέχεια και τον υποστήριζε σε κάθε του κίνηση. Το απόγευμα της 3ης Αυγούστου 2008 οι γείτονες άκουσαν φωνές από το σπίτι του ζευγαριού. Όταν βγήκαν έξω είδαν το Θάνο Αρβανίτη σε έξαλλη κατάσταση. Στον δρόμο ο σκύλος του ζευγαριού ήταν σφαγμένος και αποκεφαλισμένος.

Οι γυναικείες κραυγές ήταν σοκαριστικές. Το τηλέφωνο της αστυνομίας χτυπά. Από την άλλη άκρη του ακουστικού ακούγεται: «Ελάτε γρήγορα, ένας άνδρας γεμάτος αίματα περπατάει στον δρόμο, κρατώντας στο ένα χέρι ένα κουζινομάχαιρο και στο άλλο ένα κομμένο κεφάλι».

Ο ιατροδικαστής Νίκος Καρακούκης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μαχαίρωνε τη γυναίκα του, ακόμη και αφού είχε ξεψυχήσει! Η άτυχη Άντα δεν κατάφερε να αντισταθεί στο δολοφονικό του αμόκ. Δεν είχε τραύματα αμύνης. Μετά την ανάρρωσή του ο Θάνος Αρβανίτης προφυλακίστηκε στον Κορυδαλλό και αργότερα μεταφέρθηκε στο ψυχιατρείο των κρατουμένων. Όπως έγινε γνωστό, αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχωτικής φύσεως, που παρουσιάστηκαν στον Στρατό, απ’ όπου είχε πάρει πρόωρα απολυτήριο ως ακατάλληλος για στράτευση.

Όμως, όταν γνωρίστηκε με την Άντα διέκοψε την φαρμακευτική αγωγή που ακολουθούσε έως τότε. Στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Μυτιλήνης όπου δικάστηκε τον Δεκέμβριο του 2009, περιέγραψε με λεπτομέρειες το έγκλημα και άκουσε ατάραχος την ποινή , ισόβια και επιπλέον κάθειρξη 25 ετών κατά συγχώνευση. Όπως έγινε γνωστό στο ακροατήριο, τη φονική του έκρηξη προκάλεσε η προτροπή της Άντας να ψάξει για δουλειά, την ώρα που του έδειχνε το άδειο τραπεζικό τους βιβλιάριο.

Στο Εφετείο, το 2013 στη Σύρο, υποστήριξε ότι δεν θυμόταν τίποτα από εκείνη την ημέρα. Η δικηγόρος του υποστήριξε ότι ο Θάνος Αρβανίτης έπασχε από σχιζοφρένεια, αλλά το δικαστήριο έκρινε ότι είχε πλήρη καταλογισμό και επικύρωσε την πρωτόδικη ποινή του.

Κική Κούσογλου

Κική Κούσογλου

Η 20χρονη Κική εξαφανίστηκε μυστηριωδώς τον Απρίλιο του 2005 από τη Βέροια. Για τέσσερις μήνες η οικογένεια, οι φίλοι και ο αγαπημένος της, Δάνος Μουρατίδης, την αναζητούσαν. Απευθύνθηκαν στο «Φως στο Τούνελ» και η Αγγελική Νικολούλη άρχισε να ερευνά την υπόθεση ζητώντας από όλους όσοι έχουν κάποια πληροφορία να τη μοιραστούν, έστω ανώνυμα. Ταξιδεύει μέχρι τη Βέροια για να μιλήσει με τους οικείους της.

Τα όσα έλεγε ο Δάνος κινούν υποψίες. Χρειάζονται όμως αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία. Ο Δάνος Μουρατίδης και η Κική Κούσογλου γνωρίζονταν από παιδιά στη Βέροια. Γίνονται ζευγάρι όμως οι καυγάδες επιβεβαιώνουν την ασυμφωνία χαρακτήρων. Όταν ο Δάνος ήταν 23 ετών και η Κική 20 αποφάσισαν να χωρίσουν. Όπως θα γίνει γνωστό αργότερα η Κική δεν άντεχε τις συνεχείς σκηνές ζηλοτυπίας. Ήταν χωρισμένοι αλλά διατηρούσαν καλές σχέσεις στην κλειστή κοινωνία της Βέροιας.

Ο Δάνος δήλωνε τρελά ερωτευμένος με την Κική και εξέφραζε στους φίλους του την επιθυμία να τα ξαναβρούν. Ξημερώματα 11ης Απριλίου 2005 η Κική Κούσογλου βρίσκεται στο σπίτι του Μουρατίδη. Έχει αποκοιμηθεί όταν εκείνος ψάχνει το κινητό της και βρίσκει ένα μήνυμα που δεν αφορά σε εκείνον αλλά σε έναν άλλο άντρα. Την ξυπνά απότομα και ξεσπά βίαιος καυγάς. Ο Δάνος θολωμένος από τη ζήλια τη στραγγαλίζει.

Βγάζει τα χέρια του από τον λαιμό της και συνειδητοποιεί πως είναι νεκρή. Με απόλυτη ψυχραιμία τοποθετεί το άψυχο σώμα της Κικής στη θέση του συνοδηγού και το μεταφέρει στην περιοχή του Φράγματος Ασωμάτων Ημαθίας, στις όχθες του Αλιάκμονα. Η περιοχή είναι ερημική και δύσκολα θα αναζητούσε κανείς εκεί για την Κική. Τα προσωπικά της αντικείμενα τα πέταξε σε άλλο σημείο προκειμένου να αποπροσανατολίσει τις αρχές.

Επιστρέφει στο σπίτι του και τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας γυρνά στο σημείο που έχει πετάξει την Κική για να τη θάψει με τη βοήθεια ενός ξάδερφού του, ο οποίος παραδέχθηκε τη συμμετοχή του. Τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει αν και ο Μουρατίδης έκανε τα πάντα για να πείσει για το αντίθετο. Η αδερφή της 20χρονης γνώριζε πως το βράδυ που χάθηκαν τα ίχνη της βρισκόταν μαζί με τον Δάνο.

«Ξύπνησα και δεν τη βρήκα στο δωμάτιο», κατέθεσε στην Ασφάλεια και συνέχισε να υποστηρίζει μέχρι τέλους. Είχε φροντίσει, μάλιστα, να δημιουργήσει άλλοθι για παν ενδεχόμενο στην περίπτωση που κάποιος προσπαθούσε να τον συνδέσει με την εξαφάνιση της πρώην του. Λίγα λεπτά μετά τη δολοφονία της στέλνει μήνυμα από το κινητό του στο δικό της, γράφοντας: «Όπως νομίζεις εσύ. Ελπίζω να είσαι ευτυχισμένη. Καλά να περνάς, φιλάκια».

Το ρολόι έδειχνε 06:18 το πρωί. Οι έρευνες συνεχίζονται και η Αγγελική Νικολούλη συναντά τον Δάνο στη Βέροια στο δωμάτιο που έχει δολοφονήσει την Κική. «Ήταν μία ημέρα σαν όλες τις άλλες. Μου ζήτησε να την πάω σπίτι. Της είπα να ξαπλώσουμε λίγο και θα την πάω. Το πρωί ξύπνησα και δεν ήταν εδώ. Κι έστειλα ένα απλό μήνυμα, ένα αποχαιρετιστήριο να στο πω έτσι. Θεώρησα ότι δεν ήθελε να είμαστε άλλο μαζί» θα δηλώσει μπροστά στην κάμερα και θα προσθέσει πως πιστεύει πως είναι ζωντανή και είναι καλά.

Μιλά με ψυχραιμία αλλά η γλώσσα του σώματος δείχνει πως είναι αγχωμένος. Ιδρώνει και κάνει νευρικες κινήσεις με τα χέρια του. Η εκπομπή προβάλλεται. Οι υποψίες έχουν πέσει από την αρχή πάνω του καθώς έρχεται στο φως και η μαρτυρία μίας φίλης του στη δημοσιογράφο. «Από την πρώτη στιγμή θεώρησα ότι τη σκότωσε ο Δάνος. Έτρωγα ξύλο, πολύ ξύλο. Το ‘χα πει και στα κορίτσια μέσα. Είχε φτάσει στο σημείο που λέω ότι το παιδί θα με σκοτώσει». Το στοιχείο που θα τον οδηγήσει στην ομολογία έρχεται τέσσερις μήνες μετά την εξαφάνιση της Κικής.

Ήταν στις 11 Αυγούστου του 2005 όταν η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας των δυο τους απέστειλε στην Αστυνομία το έγγραφο το οποίο διέλυε το υποτιθέμενο άλλοθι του δολοφόνου. Βάσει δεδομένων, οι δύο συσκευές είχαν λάβει σήμα από την ίδια κεραία –τη Βέροια 1800- πράγμα που σημαίνει ότι ο δολοφόνος και το κινητό τηλέφωνο του θύματος βρίσκονταν κοντά. «Την τράβηξα πάνω μου. Δεν θυμάμαι αν φώναζε ή αν είπε κάτι. Όταν την άφησα, δεν κουνιόταν. Έπιασα το σφυγμό της. Διαπίστωσα πως δεν αναπνέει. Εκείνη την ώρα τα έχασα. Πανικοβλήθηκα και αποφάσισα να την εξαφανίσω. Δεν ξέρω τι έπαθα. Λες και δεν ήμουν εγώ», υποστήριξε στην Ασφάλεια.

Ο Μουρατίδης είχε κάνει πράξη την κουβέντα που πολλές φορές είχε πει στην αγαπημένη του πάνω σε καυγά: «Μόνο νεκρούς θα μας χωρίσουν». Μετά την απολογία του υπέδειξε το σημείο στις αρχές, όπου πράγματι βρέθηκε το πτώμα της Κικής Κούσογλου.

Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Θεσσαλονίκης επέβαλε στον Δαμιανό Μουρατίδη ποινή ισόβιας κάθειρξης για ανθρωποκτονία από πρόθεση και ποινή φυλάκισης δύο ετών για την πράξη της περιύβρισης νεκρού. Για το αδίκημα της περιύβρισης νεκρού καταδικάστηκε και ο ξάδερφος που τον βοήθησε, ο οποίος ήρθε αντιμέτωπος και με ποινή φυλάκισης τριών ετών για υπόθαλψη εγκληματία. Οι δυο τους άσκησαν έφεση, μάταια όμως.

Ελένη Κοντοπούλου

Ελένη Κοντοπούλου

«Είχα γνωρίσει την Ελένη τρία χρόνια νωρίτερα, όταν πήγα στο σπίτι της ως υδραυλικός. Μετά είχαμε μόνο ένα ‘γεια’ στον δρόμο. Εκείνη την ημέρα, το μεσημέρι πήγα για μπάνιο και έτυχε να έρθει και αυτή όταν ήμουν στην παραλία. Πιάσαμε την κουβέντα και επιχείρησα να της θυμίσω ποιος ήμουν. Συζητήσαμε αρκετά για διάφορα θέματα, κολυμπήσαμε και μαζί και πάνω στην κουβέντα της ζήτησα να βρεθούμε ερωτικά. Εκείνη αρνήθηκε, χρησιμοποιώντας βαριές εκφράσεις, πρόσβαλε τον ανδρισμό μου.

Το βράδυ βγήκα και ήπια πολύ. Κάπνισα και δύο τσιγαριλίκια και μέσα στη θολούρα μου θυμήθηκα τα λόγια της. Ξεκίνησα για το σπίτι της, θέλοντας να αποκαταστήσω τον εγωισμό μου, έστω και με το ζόρι. Ήταν κάτι που δεν μπορούσα να σταματήσω. Άφησα το μηχανάκι μου λίγο μακρύτερα από το σπίτι της, στο σπίτι Γάλλων που κτίζεται και έφθασα με τα πόδια έξω από την πόρτα της. Κάπνισα ένα τσιγάρο και πέταξα το αποτσίγαρο. Είδα ότι ένα παράθυρο ήταν ανοικτό. Με ένα ξύλο έσκισα τη σήτα και μπήκα μέσα. Μπαίνοντας μέσα προχώρησα στην κουζίνα και στη συνέχεια στο υπνοδωμάτιο όπου κοιμόταν.Την ξύπνησα λέγοντάς της ότι ‘ήρθα να τελειώσουμε την πρόταση που σου έκανα το μεσημέρι’.

Έβαλα τα πόδια μου για να την ακινητοποιήσω. Αυτή φώναζε βοήθεια και όσο φώναζε τόσο θόλωνα εγώ. Τότε της έσκασα μία μπουνιά με όση δύναμη είχα, την κατέβασα στο πάτωμα και μετά έκανα τη δουλειά που έπρεπε να γίνει με το ζόρι. Με τις φωνές της σηκώθηκα να φύγω, τρόμαξα. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά που υπάρχουν μεταξύ των δύο δωματίων με άρπαξε από το πουκάμισο. Μπροστά μου βρισκόταν ο νεροχύτης και δίπλα ένας πλάστης, τον οποίο πήρα. Την χτυπάω και εφόσον βλέπω ότι δεν έγινε τίποτα, τη χτυπάω πολλές φορές στο κεφάλι, οπότε και έπεσε κάτω.

Στη συνέχεια την άφησα και βγήκα έξω, πήρα το μηχανάκι από εκεί που το είχα αφήσει, έχοντας μαζί μου μία μαύρη γυναικεία τσάντα που βρήκα πάνω στο τραπέζι (σ.σ. περιείχε και το κινητό της 52χρονης) και τον πλάστη τα οποία και πέταξα στη θάλασσα για να μην αφήσω ίχνη. Μετά πήγα σε ερημική παραλία όπου έκανα μπάνιο με τα ρούχα για να ξεπλύνω τα αίματα που είχα πάνω μου, αλλά και επειδή ένιωθα βρώμικος μετά από όλα αυτά. Επέστρεψα σπίτι μου όπου κοιμήθηκα μέχρι το απόγευμα.

Όταν βγήκα έξω πληροφορήθηκα ότι την βρήκαν νεκρή. Ήξερα ότι είχα πάει σπίτι της, την είχα βιάσει και τη χτύπησα, όχι όμως κι ότι τη σκότωσα» θα πει κατά την απολογία του ο 24χρονος Ευριπίδης Ζαφειρίου τον Αύγουστο του 2005. Θα κριθεί ένοχος για τη δολοφονία της Ελένης Κοντοπούλου στην Πάτμο. Η Ελένη είχε βρεθεί στο σπίτι της γυμνή πάνω στο κρεβάτι σε εμβρυακή στάση μέσα σε μία λίμνη αίματος. Θα τη βρει ο Θεόδωρος Μανιώτης, σύζυγος της ιδιοκτήτριας του καταστήματος με τουριστικά είδη στο οποίο δούλευε η Ελένη.

Ένα δακτυλικό αποτύπωμα στο ψυγείο, κάποια αποτσίγαρα της μάρκας του εν τέλει δολοφόνου και οι μαρτυρίες ανθρώπων ότι τον είχαν δει την προηγούμενη ημέρα μαζί με το θύμα, θα οδηγήσουν την αστυνομία στον Ευριπίδη Ζαφειρίου ο οποίος μετά από τρεις ώρες θα ομολογήσει την πράξη του.

Ο Ευριπίδης Ζαφειρίου καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας και 10 ετών για τον βιασμό της 52χρονης, ποινή που δεν άλλαξε σε δεύτερο βαθμό, τον Ιανουάριο του 2009.

Άννα Νικολάου

Άννα Νικολάου

Στις 17 Οκτωβρίου του 2005 η Κόρινθος συγκλονίζεται από την άγρια δολοφονία της 22χρονης Άννας Νικολάου. Το σώμα της βρίσκεται σε μία λίμνη αίματος στην τουαλέτα κεντρικής καφετέριας της πόλης. Η Άννα μαζί με την αδερφή της έπιναν τον καφέ τους όταν η πρώτη θέλησε να πάει στις τουαλέτες. Ο 19χρονος τότε νεοσύλλεκτος στρατιώτης πεζικού ο οποίος μόλις έχει βγει για έξοδο από το Κέντρο Νεοσυλλέκτων της Κορίνθου θα την ακολουθήσει.

Την πλησίασε. «Φύγε από δω βρε βλάκα» φέρεται να λέει η κοπέλα σύμφωνα με τη μαρτυρία του δράστη. Τον χαστουκίζει κι εκείνος θολώνει. Την ξυλοκοπεί άγρια κι όταν η Άννα πέφτει στο πάτωμα εκείνος συνεχίζει να την κλωτσά στο κεφάλι μέχρι να ξυψυχήσει. Επιστρέφει ταραγμένος στο τραπέζι του και ζητά από τον φίλο του να φύγουν αμέσως. Πληρώνουν, μπαίνουν σε ένα ταξί και επιστρέφουν στο στρατόπεδο. Η αδερφή της Άννας αρχίζει να ανησυχεί για την αδερφή της και κατεβαίνει στις τουαλέτες όπου και αντικρίζει το άψυχο κορμί της.

Ο μπάρμαν που είχε μιλήσει με τους δύο ανέφερε ότι ήταν στρατιώτες και έτσι οι έρευνες επικεντρώθηκαν εξαρχής στα στρατόπεδα της Κορίνθου. Εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν τα ξημερώματα. Ο 19χρονος ομολόγησε ότι σκότωσε την Άννα Νικολάου επειδή, όπως ισχυρίστηκε, τον έβρισε. Εναντίον του ασκήθηκε δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε κατάσταση ηρεμίας. Εις βάρος του συναδέλφου του ασκήθηκε δίωξη για υπόθαλψη εγκληματία. Και οι δύο οδηγήθηκαν στο στρατοδικείο.

«Ήθελα μόνο να την πλησιάσω», είπε στην απολογία του ο νεαρός στρατιώτης και συνέχισε: «Την ρώτησα πώς τη λένε, αλλά εκείνη με πρόσβαλε. “Φύγε από δω βλάκα”, μου απάντησε ενοχλημένη και μου έδωσε χαστούκι. Ξαφνικά μου γύρισε το μυαλό. Ξέρετε πώς είναι στο Στρατό με την κλεισούρα. Άρχισα να τη χτυπάω. Όταν κατάλαβα ότι είναι νεκρή, έφυγα. Δεν ήθελα να την σκοτώσω, έκανα βλακεία και θα πληρώσω». Με τέσσερις προς μία ψήφους ο δράστης κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, επιστρέφοντας στις φυλακές Αυλώνα.

Τον Νοέμβριο του 2009 έγινε η δίκη σε δεύτερο βαθμό. Ο Δημήτρης ήταν μόνος, χωρίς τη συμπαράσταση των γονιών ή άλλων δικών του ανθρώπων, παρά μόνο με τον δικηγόρο του. «Η Άννα, που έφυγε τόσο γρήγορα και αναπάντεχα από κοντά μας, ήταν από τα καλύτερα παιδιά, ήσυχη και χωρίς να έχει δώσει ποτέ κανένα δικαίωμα», είπαν συγγενείς και φίλοι. Ο κατηγορούμενος, με δάκρυα στα μάτια δήλωσε μετανιωμένος. Όμως δεν κατάφερε να αλλάξει τη γνώμη του δικαστηρίου, που επικύρωσε την πρωτόδικη ποινή του, καταδικάζοντάς τον και πάλι σε ισόβια κάθειρξη.

Τζούλι Μαρί Σκάλι

Τζούλι Μαρί Σκάλι

Ο Γιώργος Σκιαδόπουλος γνώρισε τη Τζούλι Μαρί Σκάλι τον Νοέμβριο του 1997 στην Καραϊβική. Εργάζεται ως τρίτος μηχανικός στο κρουαζιερόπλοιο που κάνει διακοπές η Τζούλι με τον σύζυγο και την 3χρονη κόρη τους. Θα κάνουν παρέα. Σκιαδόπουλος και Σκάλι θα ταιριάξουν και θα μπορούσε κανείς να πει πως υπάρχει έλξη αμοιβαία. Έναν χρόνο μετά το πρώτο ταξίδι, τον Φεβρουάριο του 1998, η Τζούλι που είναι πια σε διάσταση με τον άντρα της, πηγαίνει για κρουαζιέρα μόνη και συναντάει τον Σκιαδόπουλο. Ο Σκιαδόπουλος τη συστήνει ως αρραβωνιαστικιά του.

Θα αποφασίσουν πως θέλουν να είναι μαζί. Η Τζούλι θέλει να έρθει μαζί του στην Ελλάδα και να μείνουν στην Κομοτηνή. Αποφασίζουν να παντρευτούν. Παραιτείται από το Ναυτικό και εργάζεται ως ταξιτζής. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς επισκέπτεται την Τζούλι στο πατρικό της στο Νιού Τζέρσει. Από την πρώτη κιόλας στιγμή καταλαβαίνει πως η μητέρα της δεν επιθυμεί να γίνει αυτός ο γάμος. Ο Σκιαδόπουλος επιστρέφει στην Ελλάδα νωρίτερα απ΄ό,τι υπολόγιζε.

Η Τζούλι αφήνει την επιμέλεια της κόρης της στον σύζυγό της και στα μέσα Οκτωβρίου έρχεται για να εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 1999 προγραμματίζουν ένα σύντομο ταξίδι οδικώς στην Αθήνα. Θα παραλάβουν μερικά πράγματα της Τζούλι που έστειλε ο άντρας της και θα γνωρίσει ο Σκιαδόπουλος τη μέλλουσα νύφη στη μητέρα του. Nοικιάζουν ένα αυτοκίνητο και ξεκινούν από την Καβάλα με προορισμό την Αθήνα. Στη διαδρομή τα πνεύματα οξύνονται και σύντομα η συζήτηση μετατρέπεται σε έντονο καυγά.

Ο Σκιαδόπουλος βγαίνει απότομα από την Εθνική Οδό σε ένα χωματόδρομο κοντά σε μια λίμνη. Η Τζούλι ουρλιάζει όσο εκείνος σφίγγειμε μανία τα χέρια του γύρω από τον λαιμό της. Λίγα δευτερόλεπτα μετά η Τζούλι είναι νεκρή. Σύμφωνα με τα όσα λέει ο Πάνος Σόμπολος στο βιβλίο ”Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα”: «Αρχικά ο Σκιαδόπουλος επιχείρησε να την κάψει με βενζίνη, αλλά δεν τα κατάφερε. Εν συνεχεία, πήγε στην Καβάλα, όπου και πήρε μια μεγάλη βαλίτσα και ένα σιδεροπρίονο από το σπίτι της γιαγιάς του, επέστρεψε στην εθνική και έκοψε το κεφάλι της Σκάλι. Τη βαλίτσα με το ακέφαλο πτώμα πέταξε στην ελώδη περιοχή, ενώ το κεφάλι της στη θάλασσα».

«Επειδή είχαμε γνωριστεί στη θάλασσα, σκέφτηκα να πετάξω το πτώμα της κάπου, που να υπάρχει νερό» θα πει στην απολογία του. «Το μόνο που μπόρεσα να σκεφθώ ήταν να την εξαφανίσω και να θέσω τέρμα στη ζωή μου. Προσπάθησα να αυτοκτονήσω παίρνοντας μεγάλη ποσότητα από τα παυσίπονα της Τζούλι, αλλά έκανα εμετό και επέζησα. Γυρνούσα απελπισμένος στους δρόμους μη γνωρίζοντας τι να κάνω». Για να μην κινήσει υποψίες θα δηλώσει την εξαφάνισή της και θα απευθυνθεί στις εκπομπές της Αγγελικής Νικολούλη και του Κώστα Χαρδαβέλλα για να βρουν την αγαπημένη του. Δεν θα αργήσει να πέσει σε αντιφάσεις και τελικά να ομολογήσει το έγκλημα.

«Δεν έχει εξαφανιστεί η Τζούλι. Ψέματα σας λέω και ψέματα έλεγα ως τώρα. Τη σκότωσα εγώ, με τα ίδια μου τα χέρια. Τη στραγγάλισα. Εγώ, τη δολοφόνησα, αλλά ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου». Στην πρώτη συνέντευξή του στην εφημερίδα τα «ΝΕΑ», μέσα από τις φυλακές Κομοτηνής, το 1999, μία μέρα μετά την πρώτη του νύχτα στο κελί είχε δηλώσει: «Τη στιγμή που η Τζούλι μού εξέφρασε τις αντιρρήσεις της για τον γάμο μας, ένιωσα να φεύγει ο κόσμος κάτω από τα πόδια μου. Τη νύχτα που έγινε το μοιραίο είχαμε μια πολύ έντονη λογομαχία.

Προσπαθούσα με κάθε τρόπο να την μεταπείσω ως προς την απόφασή της να μη γίνει ο γάμος κι ενώ εγώ είχα στα χέρια μου έτοιμα τα χαρτιά. Όταν είδα ότι δεν τα κατάφερνα, ότι τα επιχειρήματά μου δεν ήταν αρκετά να την μεταπείσουν, θόλωσα. Μπήκε η λογική στην άκρη. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν με ποιο τρόπο θα την κρατούσα κοντά μου. Έχει περάσει σχεδόν ένας μήνας από εκείνη τη νύχτα που έγινε το μοιραίο και ακόμη δεν έχω συνειδητοποιήσει πώς εγώ έκανα κάτι τέτοιο, τι σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή.

Είχαν προηγηθεί κάποιες ανάλογες συζητήσεις, κάποιες λογομαχίες πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, αλλά ποτέ δεν μου είχε εκφράσει την άρνησή της για το γάμο μας. Έβλεπα, πλέον, πως δεν ήταν η Τζούλι που ήταν πριν, η γεμάτη ενθουσιασμό για το γάμο μας. Της είχε φύγει ο ενθουσιασμός, δεν ήταν η ίδια, όμως μέχρι εκείνη την ώρα δεν μου είχε πει: «Ξέρεις, Γιώργο, δεν θέλω να παντρευτώ».

Μου το είπε εκείνο το βράδυ, μέσα στο αυτοκίνητο, έξω από την Καβάλα. ”Γιώργο, δεν θέλω να προχωρήσουμε σ” αυτόν το γάμο”. Πάγωσα. Η λογομαχία μας για τα επόμενα δέκα λεπτά έγινε πιο έντονη, σε σημείο που δεν μπορούσα πλέον να οδηγήσω. Εκείνη τη στιγμή, στο πρώτο δρομάκι που βρήκα μπροστά μου έστριψα και σταμάτησα το αυτοκίνητο για να το συζητήσουμε. Ήλπιζα ακόμη ότι θα την μετέπειθα. Τη στιγμή που κατάλαβα ότι η Τζούλι ήταν πλέον νεκρή, πανικοβλήθηκα, προσπάθησα να τη συνεφέρω με κάποια τεχνητή αναπνοή, τη χτύπησα ελαφρά στο πρόσωπο, όμως κατάλαβα πως δεν γινόταν τίποτα και ότι η Τζούλι ήταν νεκρή.

Είχα φοβηθεί, είχα τρομοκρατηθεί, όμως, έπρεπε κάτι να κάνω. Το πρώτο που σκέφθηκα ήταν να εξαφανίσω την Τζούλι με κάθε τρόπο και στη συνέχεια να δώσω ένα τέλος στη ζωή μου. Έτσι δεν θα γινόταν γνωστό ότι ο Γιώργος Σκιαδόπουλος δολοφόνησε μ’ αυτό τον τρόπο την αγαπημένη του. Δεν ήθελα να βγει κάτι τέτοιο προς τα έξω. Αν δεν υπήρχε πουθενά η Τζούλι κι έβρισκαν εμένα νεκρό, και να με υποψιάζονταν για δολοφόνο της δεν θα μπορούσαν να το αποδείξουν».

Το πρωτόδικο δικαστήριο τον καταδίκασε το 1999 σε ισόβια κάθειρξη. Το 2002 στο Εφετείο η ποινή του μειώθηκε στα 23 χρόνια, καθώς του αναγνωρίστηκαν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της καλής διαγωγής μετά την πράξη. Το 2009 αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους και έκτοτε του έχουν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και εμφάνισης στο Αστυνομικό Τμήμα.

Τον Ιούνιο του 2012 υπέβαλε αίτηση για πρώτη φορά για άρση ή τροποποίηση των περιοριστικών όρων, δηλαδή της εμφάνισης σε αστυνομικό τμήμα και της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. Η αίτηση του απορρίφθηκε. Το 2013 για δεύτερη φορά το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε την αίτηση του.

Τάνια Χαριτοπούλου

Τάνια Χαριτοπούλου

Το 1998 η Βάσω είναι μόλις 3,5 ετών. Είναι η μοναδική αυτόπτης μάρτυρας της στυγερής δολοφονίας της μητέρας της. «Ο μπαμπάς άρχισε να τραβά από τα μαλλιά τη μαμά. Εκείνη άρχισε να κλαίει και να φωνάζει. Μετά την έβαλε στο κρεβάτι, της έβαλε στο πρόσωπο δύο μαξιλάρια και η μαμά κοιμήθηκε». Το αθώο μυαλό αυτού του παιδιού είχε καταγράψει κάθε λεπτομέρεια του βίαιου «παιχνιδιού» του μπαμπά της. Η μαμά της είχε κοιμηθεί.

Η υπόθεση της Τάνιας Χαριτοπούλου θα συνταράξει την ελληνική κοινωνία. Η Αγγελική Νικολούλη θα παίξει καταλυτικό ρόλο στη διαλεύκανση της δολοφονίας της Τάνιας και της σύλληψης του συζύγου της, Σπύρου Καββαδία. Ισόβια. Το πτώμα της Τάνιας δεν βρέθηκε ποτέ. «Και σε 200 χρόνια δεν θα τη βρουν» είπε τότε ο Καββαδίας στην αδερφή του, Κωνσταντίνα. Στην κατάθεση της γυναίκας στηρίχτηκε και το βασικότερο σκέλος του κατηγορητηρίου.

Η ίδια, πάντως, διευκρίνισε στη συνέχεια ότι ο αδελφός της ήταν εκνευρισμένος και εννοούσε ότι η σύντροφός του έφυγε και δεν θα ξαναγύριζε. «Η Τάνια χάθηκε, εξαφανίστηκε. Δεν την σκότωσα, κάπου είναι…» επέμενε. Καθώς η ιστορία εξελισσόταν γινόταν ολοένα και πιο ανατριχιαστική. Ο Καββαδίας δεν σχετιζόταν μόνο με τη δολοφονία της κατά 15 χρόνια νεότερης συντρόφου του αλλά και με εκείνη της 26χρονης Νικόλ Κίρχνερ το 1992 στην Ελβετία.

«Δεν την έθαψε την κόρη μου. Την κομμάτιασε και την πέταξε στα σκουπίδια. Στη φυλακή να σαπίσει, όπως έκανε με την Τάνια μου. Να μην βγει ποτέ από εκεί. Τώρα που τον έπιασαν, ας πεθάνω πια», είχε πει η μητέρας της αδικοχαμένης Τάνιας στο Φως στο Τούνελ. Γείτονες του ζευγαριού στην Πολίχνη κατέθεσαν ότι το μοιραίο βράδυ άκουσαν τις φωνές της 27χρονης γυναίκας και την επόμενη ημέρα είδαν τον Καββαδία να φεύγει κουβαλώντας στο αυτοκίνητό του μεγάλες σακούλες.

«Τσακωθήκαμε και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της από το σπίτι, για να φύγει με κάποιον άνδρα που γνώρισε», επέμενε ο ίδιος. Η Αγγελική Νικολούλη βρέθηκε στο σπίτι του ζευγαριού στη Θεσσαλονίκη και εντόπισε κηλίδες αίματος στην μπανιέρα, στα πλακάκια στη λεκάνη, οι οποίες δεν είχαν εντοπιστεί από τη Σήμανση.

Η δίκη του για τη δολοφονία της Τάνιας Χαριτοπούλου άρχισε τον Μάρτιο του 2000 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Έδεσσας. Έπειτα από πολλές αντεγκλήσεις, ενστάσεις και διακοπές το τέλος της βρήκε τον κατηγορούμενο αθώο, χάρη στις ψήφους των τεσσάρων ενόρκων, που δεν πείστηκαν για την ενοχή του.

Ωστόσο ο εισαγγελέας εφετών Θεσσαλονίκης Ευάγγελος Κατσής άσκησε έφεση κατά της απόφασης, με το σκεπτικό ότι κατά την ακροαματική διαδικασία λανθασμένα οι ένορκοι τον έκριναν αθώο, σε αντίθεση με τους τακτικούς δικαστές, που ψήφισαν την ενοχή του χωρίς ελαφρυντικά και τον εισαγγελέα της έδρας, Βασίλη Χαλτούπη, ο οποίος έκανε λόγο για έναν «καθ’ έξιν φονιά».

Έτσι η υπόθεση εκδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό το Νοέμβριο του 2002 στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου και πάλι ο Σπύρος Καββαδίας απειλήθηκε με λιντσάρισμα από την οικογένεια της Τάνιας. Αυτή τη φορά η ετυμηγορία ήταν εντελώς διαφορετική. Το δικαστήριο τον έκρινε ομόφωνα ένοχο και τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη.

Μετά από 22 χρόνια στη φυλακή ο Σπύρος Καββαδίας από τον Μάη του 2020 είναι ελεύθερος. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, ύστερα από τέσσερις απορριπτικές αποφάσεις, έκρινε ότι μπορούσε να αφεθεί ελεύθερος με τους όρους της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφάνισής του στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του.

 

Χαμόγελα που έσβησαν για πάντα. Γυναίκες που υπέφεραν γιατί πίστεψαν πως τις αγάπησαν.