ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μαρία Συρεγγέλα: «Οι γυναίκες δυσκολεύονται να καταλάβουν ότι υφίστανται βία, όταν το αποτέλεσμα αυτής δεν είναι ορατό στο σώμα τους»

Παρά την καίρια θέση που καταλαμβάνει στον σύγχρονο δημόσιο λόγο το ζήτημα της έμφυλης βίας, οι γυναίκες δυσκολεύονται να καταλάβουν ότι την υφίστανται, ιδίως όταν δεν βλέπουν σημάδια κακοποίησης στο σώμα τους. «Η σωματική βία προκαλεί εμφανή σημάδια και είναι ευκολότερα αναγνωρίσιμη από τη ψυχολογική, η οποία επίσης έχει σοβαρότατες επιπτώσεις». Αυτά επισημαίνει μεταξύ άλλων η Γενική Γραμματέα της Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, Μαρία Συρεγγέλα.  Η ΓΓΙΦ είναι ο πρώτος δημοσίος φορέας που δημιούργησε Συμβουλευτικά Κέντρα για τη Βία κατά των Γυναικών ανά την Ελλάδα. Λειτουργεί από το 1988 και παρέχει ψυχοκοινωνική και νομική υποστήριξη σε γυναίκες θύματα βίας. Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να πούμε πως η τηλεφωνική γραμμή SOS 15900 που λειτουργεί ασταμάτητα για την καταγγελία περιστατικών βίας με υπηρεσίες ενημέρωσης και τηλεφωνικής συμβουλευτικής σε θύματα όλων των μορφών βίας λόγω φύλου, σώζει ζωές.

Tα νούμερα συνεχίζουν να προβληματίζουν βαθιά. Όπως αναφέρει η 1η Ετήσια έκθεση της ΓΓΙΦ για τη Bία κατά των γυναικών (2020)- η οποία είναι αφιερωμένη στη μνήμη της Ελένης Τοπαλούδη- μία στις 20 γυναίκες (5%) έχει πέσει θύμα βιασμού από την ηλικία των 15 ετών και άνω. To 18% των γυναικών έχουν πέσει θύματα εξακολουθητικής παρενόχλησης από την ηλικία των 15 ετών και άνω. Επίσης, περίπου το 12% των γυναικών έχουν βιώσει κάποια μορφή σεξουαλικής κακοποίησης ή κάποιο συναφές περιστατικό από κάποιον ενήλικα πριν από την ηλικία των 15 ετών. Και τέλος, το ήμισυ όλων των γυναικών στην ΕΕ (53%) αυτοπεριορίζουν τις μετακινήσεις τους στον δημόσιο χώρο από φόβο μήπως υποστούν σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση.

Μόλις προχθές, μια γυναίκα στη Μάνη δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της μπροστά στα μάτια της κόρης τους. Η τοπική κοινωνία και σε αυτήν την περίπτωση γνώριζε, αλλά σιωπούσε.

Η εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών δεν έχει μια μορφή, δεν εξαντλείται σε μία μέρα, αλλά ούτε και σε περισπούδαστες επισημάνσεις. Είναι μια σκληρή, καθημερινή μάχη που αφορά όλες κι όλους μας και απαιτεί πολυεπίπεδες αλλαγές.

 

-Κυρία Συρεγγέλα, πώς αισθάνεστε μια μέρα σαν κι αυτή ως γυναίκα;

H 25η Νοεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, είναι δυστυχώς αναγκαία ακόμα και σήμερα. Η ημέρα αυτή είναι απαραίτητη, τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε όλες τις χώρες του κόσμου, για να υπενθυμίζει σε όλους και όλες μας ότι η έμφυλη βία, παρά την πρόοδο των κοινωνιών, συνεχίζει να υπάρχει. Προσωπικά, με ενοχλεί που χρειαζόμαστε ως κοινωνία μια «υπενθύμιση» για το φλέγον ζήτημα της βίας κατά των γυναικών. Αυτός είναι ένας από τους πολλούς λόγους που ασχολούμαι εδώ και χρόνια με τα θέματα ισότητας των φύλων. Θέλω να συμβάλλω, όπως μπορώ, στην εξάλειψη της έμφυλης βίας.

– Από την εμπειρία σας, θεωρείτε ότι οι γυναίκες αντιλαμβανόμαστε πλήρως και ουσιαστικά τι ορίζεται ως «βία κατά των γυναικών»; 

Σύμφωνα με τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών και την ενδοοικογενειακή βία, τη γνωστή Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, ο όρος «βία κατά των γυναικών» νοείται ως παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μία μορφή διάκρισης κατά των γυναικών και σημαίνει όλες τις πράξεις μίας βίας βασιζόμενης στο φύλο οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα ή ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα, φυσική, σεξουαλική, ψυχολογική ή οικονομική βλάβη ή πόνο για τις γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων των απειλών τέλεσης τοιούτων πράξεων, τον εξαναγκασμό ή την αυθαίρετη αποστέρηση της ελευθερίας, είτε αυτή συμβαίνει στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό βίο.

– Πώς έχει επιδράσει η συνθήκη της πανδημίας στα ποσοστά που αφορούν τη βία κατά των γυναικών στην Ελλάδα; 

Κατά την πρώτη περίοδο του περιορισμού στο σπίτι οι κλήσεις προς τη γραμμή 15900 αυξήθηκαν σημαντικά. Αυτό συνέβη γιατί σε περιόδους κρίσης, καθώς και σε χρονικά διαστήματα όπου το ζευγάρι περνάει περισσότερο χρόνο μαζί, τα περιστατικά βίας αυξάνονται. Πρέπει να επισημάνουμε, όμως, ότι η αύξηση των κλήσεων δεν σημαίνει ότι ξαφνικά έγιναν βίαιοι άνδρες που δεν ήταν πριν τον περιορισμό στο σπίτι. Γίνονται συχνότερα τα ξεσπάσματα εκείνων που ήταν ήδη βίαιοι απέναντι στις συντρόφους τους. Εκτιμάται πως η αύξηση των καταγγελιών οφείλεται κατά κύριο λόγο στην τηλεοπτική καμπάνια της Γ.Γ.Ο.Π.Ι.Φ, για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού για την Τηλεφωνική Γραμμή SOS 15900. «Μένουμε στο σπίτι αλλά δεν μένουμε σιωπηλές», ήταν το κεντρικό μήνυμα του σποτ που δημιουργήσαμε και απ’ ότι φαίνεται, απέδωσε. Μέσα από την καμπάνια, τόσο τα θύματα όσο και τα τρίτα πρόσωπα ενημερώθηκαν για τη γραμμή 15900 και αποφάσισαν να απευθυνθούν σε αυτή.

«Το ελληνικό Δίκτυο για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών είναι άρτιο και παρέχει υψηλό επίπεδο υπηρεσιών. Σχετικά με την αύξηση των καταγγελιών μπορούμε να πούμε πως ο κόσμος πλέον αντιλαμβάνεται ότι καμία μορφή βίας δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή και έτσι οι καταγγελίες αυξάνονται».

– Ποιο είναι το προφίλ της κακοποιημένης γυναίκας στην Ελλάδα; Υπάρχουν στοιχεία;

Διαχρονικά, το προφίλ των γυναικών που καταφεύγουν στις δομές του Δικτύου παραμένει το ίδιο.Πρόκειται στην πλειοψηφία τους για Ελληνίδες, ηλικίας 36-45 ετών, έγγαμες με παιδιά. Οι περισσότερες δηλώνουν άνεργες, απόφοιτες δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Στις γυναίκες αυτές έχει ασκηθεί βία από τον σύζυγο/σύντροφο -νυν ή πρώην.

– 50 γυναίκες στην Ευρωπαϊκή Ένωση δολοφονούνται κάθε εβδομάδα από το νυν ή πρώην σύντροφό τους. Στην Ελλάδα από το 2011 έχουν καταγραφεί άτυπα 62 γυναικοκτονίες και 27 απόπειρες, ενώ το 2020 8 γυναίκες έχασαν τη ζωή τους με αυτόν τον τρόπο. Μήπως δεν ανησυχούμε αρκετά ως κοινωνία για το φαινόμενο της γυναικοκτονίας; 

Σαφώς και μας απασχολούν οι γυναικοκτονίες που καταγράφονται, όπως και όλες οι μορφές βίας κατά των γυναικών. Ωστόσο, η αντιμετώπισή τους δεν είναι απλή υπόθεση. Δεν αρκεί μόνον το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο υπάρχει στη χώρα μας. Χρειάζονται συνεχείς εκπαιδεύσεις των ανθρώπων που εργάζονται στην πρώτη γραμμή για τη διαχείριση τέτοιων περιστατικών, συνέργειες με άλλους εμπλεκόμενους φορείς, αλλά και δράσεις ενημέρωσης/ευαισθητοποίησης των πολιτών. Όπως καταλαβαίνετε, όλα αυτά απαιτούν χρόνο, δεν γίνονται από τη μια ημέρα στην άλλη. Ωστόσο, δρούμε, δεν κλείνουμε τα μάτια, είμαστε στον σωστό δρόμο και συνεχίζουμε.

– Ποιο πιστεύετε ότι είναι το πιο αποφασιστικό πλαίσιο δράσης ώστε να αρχίζει να εξαλείφεται στ’ αλήθεια το φαινόμενο της «αδύναμης» γυναίκας που υφίστανται βία από τον «δυνατό» άνδρα; 

Η εξάλειψη των έμφυλων στερεοτύπων που θέλουν τις γυναίκες αδύναμες και τους άνδρες δυνατούς είναι μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο και προσπάθεια. Θα τα καταφέρουμε, μέσα από την ενημέρωση/ευαισθητοποίηση των πολιτών για τα θέματα αυτά, αλλά και από την κατάλληλη εκπαίδευση των νέων παιδιών, στο σπίτι, αλλά και στο σχολείο. Τα αγόρια και τα κορίτσια πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ίσα, να τυγχάνουν ίσων ευκαιριών και να απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα, για να μπορέσουν να αναπτυχθούν προσωπικά και να χτίσουν τη ζωή που τα ίδια επιθυμούν, μακριά από φαινόμενα βίας και διακρίσεων.

– Σύμφωνα με τα δεδομένα, ποια είναι τα βασικά κίνητρα που ο θύτης ασκεί βία σε μία γυναίκα;

Η βία κατά των γυναικών οφείλεται στην ανισότητα των φύλων. Είναι απολύτως καταδικαστέα. Οι θύτες είναι ξεχωριστές προσωπικότητες, που επιλέγουν να συσχετίζονται με αυτόν τον τρόπο με τις συντρόφους τους.

– Πώς μπορεί ένας συνειδητοποιημένος γονιός να θωρακίσει το παιδί του από την κουλτούρα της σεξιστικής βίας; Είναι τελικά θέμα οικογένειας η άσκηση ή η αποδοχή της βίας; 

Τα παιδιά μαθαίνουν πρωτίστως από το παράδειγμα των γονιών. Συνεπώς, μεγαλώνοντας τα σε ένα σπίτι όπου υπάρχει σεβασμός και αλληλοϋποστήριξη, θέτουμε γερές βάσεις.

«Τα αγόρια και τα κορίτσια πρέπει να μεγαλώνουν γνωρίζοντας πως είναι ίσα, έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις».

– Μπορείτε να μας επισημάνετε κάποιους από τους φαινομενικά «ακίνδυνους», έμμεσους τρόπους που προάγουν τη βία κατά των γυναικών σήμερα;

Η βία είναι η εκπεφρασμένη ανισότητα των φύλων. Συμπεριφορές που εδράζονται στην βαθιά ριζωμένη πεποίθηση πως οι γυναίκες είναι κατώτερες των ανδρών, μπορούμε να δούμε οπουδήποτε, στο σπίτι, στο γραφείο στον δρόμο. Το θέμα είναι να τις αναγνωρίζουμε ως τέτοιες και να τις καταδικάζουμε.

– Ως επικεφαλής της ΓΓΟΠΙΦ για ποια δράση δηλώνετε πραγματικά περήφανη; 

Είμαι υπερήφανη για τη δράση των δομών του Δικτύου για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών, εν μέσω lockdown. Όλες οι δομές μας -τα 42 Συμβουλευτικά Κέντρα, οι 20 Ξενώνες Φιλοξενίας και η 24ωρη τηλεφωνική γραμμή SOS 15900- λειτούργησαν άρτια και επιτέλεσαν το καθήκον τους, την υποστήριξη των γυναικών που τους είχαν ανάγκη. Τη λειτουργία τους αυτή ενισχύσαμε με μια σειρά συνεργειών που πετύχαμε, όπως αυτή με την Ελληνική Ιατροδικαστική Εταιρεία για τη διενέργεια απαραίτητων εξετάσεων για την εισαγωγή γυναικών θυμάτων βίας στους Ξενώνες Φιλοξενίας του Δικτύου. Με το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος για τη διάθεση δωρεάν καταλυμάτων έκτακτης ανάγκης στις ενδιαφερόμενες γυναίκες (μέχρι να ολοκληρωθούν οι ιατρικές εξετάσεις τους). Με το «Χαμόγελο του Παιδιού» για τα περιστατικά που εμπλέκονταν παιδιά.

– Από το σύνολο των περιστατικών της βίας κατά των γυναικών, τι ποσοστό καταλήγει τελικά σε μια δικαστική αίθουσα στη χώρα μας;

Είναι δύσκολο να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, καθώς πολλές γυναίκες θύματα βίας αποφεύγουν να προχωρήσουν σε επίσημη καταγγελία για πολλούς λόγους. Ο αριθμός είναι σίγουρα μικρότερος από τα περιστατικά.

-Ποιος είναι ο μεγαλύτερος μύθος και η μεγαλύτερη αλήθεια αντίστοιχα για τη βία κατά των γυναικών;

«Μύθος είναι η ευθύνη των θυμάτων. Ποτέ δεν φταίει το θύμα για τη βία που υπέστη και ποτέ η βία δεν πρέπει να συγχέεται με την αγάπη. Η βία δεν είναι αγάπη, είναι έγκλημα, αυτή είναι η μεγαλύτερη αλήθεια».

– Τι θα αλλάζατε αν μπορούσατε σήμερα κιόλας από το νομικό πλαίσιο που ισχύει για το ζήτημα στην Ελλάδα; 

Θεσμικά, η ισότητα είναι κατοχυρωμένη. Μικρές βελτιώσεις που απαιτούνται γίνονται σταδιακά, όπως η αύξηση της άδειας πατρότητας, για την υποστήριξη των νέων μητέρων από τους συντρόφους τους, με τον ερχομό του παιδιού τους στη ζωή. Θα συνεχίσουμε εφαρμόζοντας τους νόμους, αλλά και δρώντας στα πεδία που επηρεάζουν την καθημερινότητα των γυναικών, με στόχο την επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας των φύλων.