ΥΓΕΙΑ

Το γλυκαντικό που ο ΠΟΥ ανακοινώνει ως «πιθανή καρκινογόνα ουσία»

iStock

Ένα από τα πιο κοινά παγκοσμίως υποκατάστατα ζάχαρης, η ασπαρτάμη, πρόκειται να χαρακτηριστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), ως πιθανή καρκινογόνα ουσία.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ του πρακτορείου ειδήσεων Reuters και σχετικό άρθρο του βρετανικού Guardian, Η ασπαρτάμη, η οποία χρησιμοποιείται ευρύτατα ως γλυκαντικό, σε μία σειρά προϊόντων, θα χαρακτηριστεί τον Ιούλιο για πρώτη φορά «πιθανή καρκινογόνα για τους ανθρώπους ουσία» από το Διεθνές Κέντρο Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC), τον ερευνητικό βραχίονα για τον καρκίνο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Παράλληλα, η JECFA, η επιτροπή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τις πρόσθετες ουσίες στα προϊόντα, εξετάζει επίσης τη χρήση της ασπαρτάμης. Πρόκειται μάλιστα  να ανακοινώσει, τα ευρήματά της την ίδια ημέρα που η IARC θα δημοσιοποιήσει την απόφασή της, στις 14 Ιουλίου.

 

Η ασπαρτάμη είναι αντικείμενο εκτενούς μελέτης εδώ και χρόνια

Σύμφωνα με το ΑΠΕ, τον περασμένο χρόνο μια μελέτη παρατήρησης στη Γαλλία μεταξύ 100.000 ενηλίκων έδειξε ότι οι άνθρωποι που κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες τεχνητών γλυκαντικών, συμπεριλαμβανομένης της ασπαρτάμης, είχαν ελαφρώς υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου.

Ακολούθησε μια μελέτη από το Ινστιτούτο Ramazzini στην Ιταλία στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η οποία ανέφερε ότι ορισμένοι καρκίνοι σε ποντίκια και αρουραίους συνδέονταν με την ασπαρτάμη. Ωστόσο, η πρώτη μελέτη δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η ασπαρτάμη προκάλεσε τον αυξημένο κίνδυνο καρκίνου, και έχουν εγερθεί ερωτήματα σχετικά με τη μεθοδολογία της δεύτερης μελέτης, μεταξύ άλλων και από την EFSA, η οποία την αξιολόγησε.

Η ασπαρτάμη έχει εγκριθεί για χρήση σε παγκόσμιο επίπεδο από ρυθμιστικές αρχές που έχουν εξετάσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και οι μεγάλες εταιρείες παρασκευής τροφίμων και ποτών υπερασπίζονται εδώ και δεκαετίες τη χρήση του συστατικού. Το IARC ανέφερε ότι είχε αξιολογήσει 1.300 μελέτες κατά την επανεξέταση που πραγματοποίησε τον Ιούνιο.

Η καταχώριση της ασπαρτάμης ως πιθανής καρκινογόνου ουσίας αποσκοπεί στο να οδηγήσει σε περισσότερες έρευνες, σύμφωνα με όσα δήλωσαν οι πηγές προσκείμενες στο IARC, οι οποίες θα βοηθήσουν τις υπηρεσίες, τους καταναλωτές και τους κατασκευαστές να βγάλουν πιο ασφαλή συμπεράσματα.

Αλλά είναι επίσης πιθανό να πυροδοτήσει και πάλι συζητήσεις σχετικά με το ρόλο του IARC, καθώς και για την ασφάλεια των γλυκαντικών ουσιών γενικότερα.

Από το 1981, η JECFA έχει ανακοινώσει ότι η ασπαρτάμη είναι ασφαλής για κατανάλωση εντός των αποδεκτών ημερήσιων ορίων. Για παράδειγμα, ένας ενήλικας που ζυγίζει 60 κιλά θα πρέπει να πίνει καθημερινά 12 έως 36 κουτάκια αναψυκτικού διαίτης (ανάλογα με την ποσότητα ασπαρτάμης) για να κινδυνεύει. Την άποψή της συμμερίζονται ευρέως και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, μεταξύ άλλων στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Τα πορίσματα του IARC μπορεί να έχουν τεράστιες επιπτώσεις

Εκπρόσωπος του IARC δήλωσε ότι τα πορίσματα των επιτροπών IARC και JECFA ήταν εμπιστευτικά μέχρι τον Ιούλιο, αλλά πρόσθεσε ότι ήταν συμπληρωματικά μεταξύ τους, με το συμπέρασμα του IARC να αντιπροσωπεύει το πρώτο θεμελιώδες βήμα για την κατανόηση της καρκινογένεσης.

Αξίζει πάντως να υπογραμμιστεί, πως τα πορίσματα του IARC έχουν συχνά τεράστιες επιπτώσεις. Το 2015, η επιτροπή της κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γλυφοσάτη είναι πιθανόν καρκινογόνος ουσία. Έπειτα από χρόνια, παρότι άλλοι φορείς αμφισβήτησαν αυτό το συμπέρασμα, εταιρείες εξακολουθούσαν να υφίστανται τον αντίκτυπο της συγκεκριμένης απόφασης.

Το 2021 επίσης η γερμανική Bayer έχασε την τρίτη έφεσή της κατά ετυμηγοριών από αμερικανικά δικαστήρια που είχαν επιδικάσει αποζημιώσεις σε πελάτες της, που απέδιδαν τους καρκίνους τους στη χρήση των ζιζανιοκτόνων της εταιρείας με βάση την γλυφοσάτη.

Οι αποφάσεις του IARC έχουν ακόμη δεχτεί επικρίσεις για άσκοπη πρόκληση ανησυχίας σχετικά με τη χρήση ουσιών ή με καταστάσεις που είναι δύσκολο κάποιος να αποφύγει. Στο παρελθόν, είχε θέσει στην κατηγορία της πιθανής ή ενδεχόμενης πρόκλησης καρκίνου την κατανάλωση κόκκινου κρέατος, την εργασία στη διάρκεια της νύχτας και τη χρήση κινητού τηλεφώνου.