DIANA

Πριγκίπισσα Νταϊάνα: Το σύμβολο των γυναικών που αγαπήθηκε όσο καμία άλλη

Η ταύτιση μαζί με την μίμηση είναι δύο από τους βασικότερους μηχανισμούς κοινωνικοποίησης και μετέπειτα μάθησης. Το ανθρώπινο είδος έχει εκ φύσεως την ανάγκη να ανακαλύψει πρότυπα να ακουμπήσει σε αυτά και αναπτυχθεί κοινωνικά και πνευματικά.

Η κοινωνιολογική ανάλυση βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή της στο πρόσωπο της Πριγκίπισσας Νταϊάνα, μιας γυναίκας που αποτέλεσε και αποτελεί σύμβολο θέλησης, πίστης, αγάπης, αλτρουισμού και του αναπόφευκτου.

Από την Πέμπτη 28 Νοεμβρίου προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες η ταινία “Diana” για τη ζωή της αγαπημένης Πριγκίπισσας όλου του κόσμου. Μία αναδρομή στο παρελθόν της είναι πάντα καθηλωτική. 

Η Νταϊάνα Σπένσερ γεννήθηκε την 1 Ιουλίου 1961. Οι γονείς της ήταν ευκατάστατοι και είχαν στενούς δεσμούς με τη βασιλική οικογένεια. Όταν πέθανε ο παππούς της, ο πατέρας της Έντουαρντ Τζον Σπένσερ κληρονόμησε τον τίτλο του κόμη του όγδοου του Σπένσερ, κληροδοτώντας στην ίδια τη Νταϊάνα τον τίτλο της Λαίδης.

  Στις 24 Φεβρουαρίου του ’81, το παλάτι ανακοινώνει τους αρραβώνες του διαδόχου του θρόνου με τη νεαρή Νταϊάνα. Η χαρά του κόσμου τεράστια. Ο γάμος που ακολούθησε είχε 3.500 καλεσμένους και 750 εκατομμύρια τηλεθεατές.

Μία νέα σελίδα ανοίγει στο παλάτι και άλλη μία ξεκινά να γυρίζει, αυτή της ζωής της όμορφης ξανθιάς κοπέλας που έμελλε να γίνει η “Πριγκίπισσα της Καρδιάς” μας.

Βλέποντας τα γεγονότα αποστασιοποιημένα θα λέγαμε πως το ευτυχές γεγονός του γάμου έκρυβε μέσα του μία τραγική ειρωνεία. Ήταν η αρχή του τέλους της. Φόβος για το άγνωστο περιβάλλον στο οποίο εισερχόταν; Φόβος για το μέλλον της; Φόβος για τον Κάρολο; Φόβος για τα αδηφάγα Μέσα; Ποτέ κανείς δεν έμαθε.

Οι γυναίκες την λάτρεψαν. Ταυτίστηκαν μαζί της. Έζησαν από τον καναπέ τους την παραμυθένια μετάβασή της από τον κόσμο των “θνητών”, στον βασιλικό κόσμο. Δεν ήταν γαλαζοαίματη και κατάφερε να γίνει μέλος (;) της βασιλικής οικογένειας της Αγγλίας.

Μέσα από τα δικά της βήματα, ήξεραν πως υπάρχει ελπίδα για κάτι παραπάνω. Ποιος να ήξερε τότε πως αυτό το πολυπόθητο παραπάνω θα ήταν μοιραίο.

Ήταν μητέρα και σύζυγος. Μία από αυτές. Έκανε πολλές δημόσιες εμφανίσεις και ήταν ταπεινή. Πλησίαζε τον κόσμο και δεν κοιτούσε αφ’ υψηλού. Προήλθε από αυτούς και δε δίσταζε να επιστρέφει στο παρελθόν της, ήταν και λυτρωτικό.

Οι γυναίκες την αγάπησαν για την απλότητά της. Είχε καλή καρδιά για αυτό και ταυτίστηκαν μαζί της. Ποτέ και καμία γυναίκα σε όλο τον κόσμο δεν την είδε ανταγωνιστικά. Οι ερωτικές περιπέτειες του Καρόλου γίνονταν γνωστές και η Νταϊάνα γινόταν ακόμη πιο αρεστή, λόγω της στάσης που κρατούσε. Ήταν μία αληθινή κυρία που όμως δεν άντεξε για πολύ την πίεση των εξωγενών παραγόντων.

Το φιλανθρωπικό της έργο την καθιέρωσε και της χάρισε μία περίοπτη θέση στην καρδιά κάθε ανθρώπου, όχι μόνο των γυναικών, οι οποίες είχαν ήδη αφεθεί στη γοητεία της. Έδωσε αγώνα κατά του AIDS, αγκάλιασε φορείς και κατάφερε να διαλύσει το μύθο που ήθελε την ασθένεια να μεταδίδεται με την αφή.

Ήταν παρούσα όπου υπήρχε ανάγκη και πόνος. Ήθελε να προσφέρει στον συνάνθρωπο χωρίς να τα ζητά ανταλλάγματα. Η ανιδιοτέλεια της ήταν θαυμαστή, η ζωή της όμως; Τώρα ξέρουμε πως δεν ήταν. Το 1992 ανακοινώνεται από το παλάτι ότι το ζευγάρι βρισκόταν σε διάσταση και το 1996 εκδίδεται το διαζύγιό τους. Το κοινό της γίνεται ακόμη πιο ένθερμο και δεν την προδίδει ποτέ.

Τα media οργιάζουν. Την κυνηγούν ανηλεώς και κάθε της κίνηση βρίσκεται υπό καταγραφή. Γίνεται εμμονή, τώρα μπορούμε να το αναγνωρίσουμε ξεκάθαρα.

Τον Ιούνιο του 1997 γνωρίζει τον Βρετανό δισεκατομμυριούχο Ντόντι Αλ Φαγιέντ. Νιώθει ευάλωτη, νιώθει γοητευμένος. Συνάπτουν σχέση, ερωτεύονται και περνούν χρόνο μαζί. Οι paparazzi τρελαίνονται, ο γυναικείος πληθυσμός επικροτεί το νέο βήμα και το παλάτι δυσανασχετεί εμφανώς.

Η Βασίλισσα αισθάνεται ντροπιασμένη για τις επιλογές της, την ίδια στιγμή που ο Κάρολος βγαίνει με την Καμίλα χωρίς να κοιτά τύπους και πρωτόκολλο. Η θλιμμένη Πριγκίπισσα δέχεται πόλεμο, γεγονός που την ισχυροποιεί ακόμη περισσότερο στις συνειδήσεις των γυναικών. Το παλάτι απογυμνώνεται, βάσει πρωτοκόλλου και η Νταϊάνα προσπαθεί να ζήσει μία φυσιολογική ζωή. Η μοίρα είχε γραφτεί. Τίποτα φυσιολογικό δε θα μπορούσε να υπάρξει από εδώ και στο εξής για αυτά τα εκπληκτικά μπλε μάτια.

Στο πλευρό του Ντόντι έχει βρει την ευτυχία και την αγάπη που τόσο τραυματικά της στέρησε ο Κάρολος. Οι ευτυχισμένες στιγμές θα είναι λίγες, πολύ λίγες, όπως και τα χρόνια που θα κατοικούσε σε αυτό τον κόσμο, στιγματίζοντάς τον ανεπανόρθωτα σε πείσμα των βασιλικών πολέμιών της.

31 Αυγούστου 1997, Παρίσι. Εκατοντάδες φωτογράφοι, μία μαύρη Mercedes και το τέλος για το σύμβολο των απανταχού γυναικών ανά την υφήλιο πλησιάζει απειλητικά. Η συνέχεια είναι γνωστή σε όλους, όπως και τα σενάρια συνωμοσίας που ακολούθησαν το θάνατό της. Μία σύγχρονη Σταχτοπούτα με τραγικό τέλος και ζωή που δε θύμιζε σε τίποτα παραμύθι. Γιατί εμείς ζήσαμε καλά, αυτή όμως;