PROFILE

Σόνια Λίζα Κέντερμαν: Η Ελληνίδα σκηνοθέτης και ο «Ράφτης» της, υποψήφιοι στα ιαπωνικά Όσκαρ

@Sonializakenterman/Instagram

Η Ελληνογερμανίδα σκηνοθέτιδα και σεναριογράφος Σόνια Λίζα Κέντερμαν, που έχει κλέψει τις εντυπώσεις με τις μικρού μήκους ταινίες «Νικολέτα» (2013) και «Λευκό Σεντόνι» (2014), παρουσιάζει τον «Ράφτη», μία αισιόδοξη και ανθρωποκεντρική ιστορία με φόντο την Αθήνα της κρίσης.

Στις 11 Μαρτίου, η ταινία της διεκδικεί τον τίτλο της καλύτερης ξένης ταινίας στα βραβεία της «δύσκολης» Ιαπωνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, ανάμεσα σε φιλμ «μεγατόνων», όπως τα “Nomadland”, “Minari”, “No Time to Die” και “Dune”.

Η Σόνια Λίζα Κέντερμαν και ο πολυβραβευμένος «Ράφτης» της

Ο «Ράφτης» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Ελληνογερμανίδας σκηνοθέτριας και σεναριογράφου Σόνια Λίζα Κέντερμαν. Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 24ο Tallinn Black Nights Film Festival στην Εσθονία, ενώ η πανελληνία πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στο 61ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε το Βραβείο FIPRESCI, το Ειδικό Βραβείο Επιτροπής Νεότητας και το Πρώτο βραβείο ΕΡΤ.

Ο 50χρονος Νίκος είναι ένας εκλεπτυσμένος ράφτης παλαιάς κοπής που ζει στην σύγχρονη Αθήνα. Πασχίζει να κρατήσει ζωντανή, την καλοντυμένη αριστοκρατία της δεκαετίας του 1960. Όταν η τράπεζα απειλεί να του πάρει την οικογενειακή επιχείρηση και ο πατέρας του νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ο ονειροπόλος Νίκος θα πάρει για πρώτη φορά τη ζωή στα χέρια του. Θα προσπαθήσει να φέρει την τέχνη του κοντά στους ανθρώπους της σύγχρονης τέχνης. Αυτή είναι η υπόθεση της ταινίας «Ράφτης» με πρωταγωνιστές τους Δημήτρη Ήμμελο, Ταμίλλα Κουλίεβα, Θανάση Παπαγεωργίου, Στάθη Σταμουλακάτο και Δάφνη Μιχοπούλου.

Σόνια Λίζα Κέντερμαν : Ήταν σοκαριστικό πώς η κρίση επηρέασε τα επαγγέλματα

H Σόνια Λίζα Κέντερμαν μιλώντας για την έμπνευση πίσω από τον «Ράφτη» έχει δηλώσει στο Bovary:

«Θέλαμε να γράψουμε μια ιστορία με εφαλτήριο την οικονομική και ανθρωπιστική κρίση που βίωνε -και για πολλούς λόγους βιώνει ακόμα- η Ελλάδα. Τα προηγούμενα χρόνια ζούσα στο Λονδίνο και επέστρεψα στα μέσα της κρίσης. Ήταν σοκαριστικό το πώς η κρίση επηρέασε τα επαγγέλματα, που ούτως ή άλλως έχουν αρχίσει να εκλείπουν. Έτσι, επέλεξα το επάγγελμα του ράφτη. Μια τέχνη πολύ γοητευτική, που απαιτεί τεράστια εξάσκηση και επιμονή στις λεπτομέρειες».

Από το Λονδίνο στην Αθήνα

Στη Σχολή Κινηματογράφου του Λονδίνου όπου φοίτησε η Σόνια Λίζα Κέντερμαν, οι καθηγητές προέτρεπαν τους σπουδαστές να επιστρέψουν στους τόπους καταγωγής τους. Μόνο γνωρίζοντας καλά τις ιστορίες και τους χαρακτήρες του τόπου τους μπορούν να κάνουν μια αληθινή ταινία. Και έτσι και έκανε.

Γεννημένη από πατέρα Γερμανό και μητέρα Ελληνίδα, η Σόνια Λίζα Κέντερμαν, μεγάλωσε σε μία μεγάλη οικογένεια και ανάμεσα σε πολλές ιστορίες. Και ήταν αυτές οι ιστορίες που την έκαναν να επιστρέψει στην Ελλάδα.

Ακολούθησε σπουδές Κοινωνιολογίας και Κινηματογράφου στην Ελλάδα και την Αγγλία και επιστρέφει στην πατρίδα για να κάνει την πτυχιακή της, την πρώτη ταινία της μικρού μήκους «Νικολέτα».

 

«Γύρισα για τις ιστορίες» έχει δηλώσει η Σόνια μιλώντας στην Αυγή, «κι ενώ στο Λονδίνο ήμουν πάρα πολύ ευτυχισμένη και δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι δεν θα συνέχιζα να ζω εκεί. Αλλά γύρισα γιατί ήθελα να πω την ιστορία του τόπου μου.

«Δεν επιτρέπω στην πατριαρχική κοινωνία να βάζει εμπόδια»

Όσον αφορά τον ανδροκρατούμενο χώρο όπου η γυναίκα δημιουργός δυσκολεύεται να εισχωρήσει, ήταν κάτι που η Σόνια Λίζα Κέντερμαν δεν σκέφτηκε ποτέ ως εμπόδιο. «Δεν επιτρέπω σ’ αυτή την πατριαρχική κοινωνία να βάζει εμπόδια. Αλλά είχα και την τύχη να μεγαλώσω και σε μια οικογένεια με πολύ ισχυρές γυναίκες» δηλώνει η ίδια χαρακτηριστικά, ενώ σε ερώτηση για το εάν έχει βιώσει διακρίσεις στον χώρο της απαντά στο Bovary:

«Ανήκω στην πρώτη γενιά που τόσες πολλές γυναίκες κάνουν ταινίες για πρώτη φορά. Είναι, όμως, αποκαρδιωτικό το γεγονός ότι, ακόμα υπάρχουν διακρίσεις στην εποχή μας. Είναι ενοχλητικό ότι το να πρέπει να αποδείξεις τον εαυτό σου εξαιτίας του φύλου σου ή να πρέπει να δουλέψεις πιο σκληρά για να γίνεις αποδεκτή σε μία πατριαρχική κοινωνία είναι πραγματικά απαξιωτικό. Γιατί να πρέπει αποδείξεις τι αξίζεις σε μία κοινωνία, που δεν έχει η ίδια αποδείξει τι αξίζει;».