ΥΓΕΙΑ

Γιατί οι γυναίκες κινδυνεύουν περισσότερο από τα αυτοάνοσα;

iStock

Σε πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν αυτοάνοσα νοσήματα από ό,τι οι άνδρες. Η μελέτη δείχνει να αλλάζει ριζικά τον τρόπο σκέψης για την αυτοάνοση διαδικασία και ειδικά για τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Με αφορμή τη συγκεκριμένη έρευνα, αλλά και τη φετινή Παγκόσμια Ημέρα Υγείας, απευθύνθηκα στον Φάνη Καράγεωργα, MD, MCs, PhD ειδικό Ρευματολόγο, Διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνεργάτη μονάδας ρευματολογίας και κλινικής ανοσολογίας στο ΠΓΝ Αττικόν με τον οποίο μίλησα για την ποικιλομορφία των αυτοάνοσων νοσημάτων, ενώ τον ρώτησα γιατί τελικά «προτιμούν» τις γυναίκες, αλλά και για το ρόλο που παίζει ο παράγοντας άγχος στην εκδήλωσή τους.

– Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Για τι ακριβώς πράγμα μιλάμε όταν αναφερόμαστε στα αυτοάνοσα νοσήματα και γιατί σημειώνεται μεγαλύτερη αύξηση τα τελευταία χρόνια;

Τα αυτοάνοσα νοσήματα προκαλούνται όταν το ανοσοποιητικό μας σύστημα, που είναι το σύστημα άμυνας του σώματος μας, απορρυθμίζεται και αρχίζει να αναγνωρίζει μέρη του σώματος μας ως «ξένα» και να τους επιτίθεται. Η αύξηση στη διάγνωσή τους δεν είναι σαφές αν προκύπτει από μια πραγματική αύξηση της συχνότητάς τους. Σίγουρα σχετίζεται με την μεγαλύτερη εξοικείωση/ εγρήγορση των γιατρών σε αυτά τα νοσήματα, καθώς και με την ευκολότερη πρόσβαση σε διαγνωστικές εξετάσεις που τα αφορούν.

– Ποια είναι τα πιο συχνά και τα πιο δύσκολα αυτοάνοσα τα οποία πλήττουν περισσότερο τις γυναίκες; Υπάρχουν συγκεκριμένοι επιβαρυντικοί παράγοντες στους οποίους οφείλεται αυτό;

Γιατί οι γυναίκες κινδυνεύουν περισσότερο από τα αυτοάνοσα; iStock

Τα πιο συχνά συστηματικά αυτοάνοσα νοσήματα είναι η Ρευματοειδής αρθρίτιδα και ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος τα οποία προσβάλουν κυρίως τις γυναίκες, είτε στην περι-εμμηνοπαυσιακή περίοδο στην περίπτωση της Ρευματοειδούς αρθρίτιδας, είτε κατά την αναπαραγωγική ηλικία (μεταξύ 20-40 ετών) στην περίπτωση του Συστηματικού Ερυθηματώδη Λύκου.

«Παρότι τα ακριβή αίτια για τις αυτοάνοσες παθήσεις δεν είναι πλήρως γνωστά, ορμονικοί παράγοντες, όπως τα οιστρογόνα, παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνισή τους σε συνδυασμό βέβαια με άλλους γενετικούς, αλλά και περιβαντολλογικούς παράγοντες».

– Πώς μπορεί να διαγνωσθεί ένα αυτοάνοσο νόσημα και ποια τα βήματα αντιμετώπισης μετά;

Η διάγνωση ενός αυτοάνοσου νοσήματος στηρίζεται πάνω από όλα στην κλινική εξέταση του ασθενή από έναν ειδικευμένο ρευματολόγο. Στη συνέχεια θα ζητηθούν στοχευμένες εργαστηριακές, απεικονιστικές και ανοσολογικές εξετάσεις που θα οδηγήσουν στην καλύτερη τεκμηρίωση του αυτοάνοσου νοσήματος.

«Η αντιμετώπιση πρέπει να είναι ολιστική και συνίσταται τόσο σε μη φαρμακευτικές (άσκηση, διατροφή,κοκ) όσο και σε εξατομικευμένες φαρμακευτικές παρεμβάσεις».

– Με βάση την εμπειρία σας, υποδιαγνώσκονται περιπτώσεις αυτοάνοσων νοσημάτων κι αν ναι ποιοι οι κίνδυνοι για την υγεία των ασθενών;

Η υποδιάγνωση των νοσημάτων αυτών οφείλεται στη σχετική σπανιότητά τους (αφορούν περίπου ως 1-2% του πληθυσμού), αλλά τείνει να μειώνεται λόγω της μεγαλύτερης ευαισθητοποίησης τόσο των ιατρών όσο και του κόσμου σε αυτά τα νοσήματα. Η καθυστερημένη διάγνωση μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις τόσο στη σωματική υγεία (ποικίλει ανάλογα με το όργανο, αλλά και τη βαρύτητα με την οποία αυτό προσβάλλεται) όσο και στην ψυχική υγεία των ασθενών (κόπωση, ανησυχία για την αιτία ανεξήγητων συμπτωμάτων κοκ).

– Τι ρόλο παίζει το άγχος στην εμφάνιση ενός αυτοάνοσου νοσήματος; Ποιες οι συμβουλές σας ως ειδικός για τη διαχείρισή του;

Το άγχος θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες τόσο για την αρχική εκδήλωση ενός αυτοάνοσου νοσήματος όσο και για πιθανές εξάρσεις του κατά τη διάρκεια της νόσου.

«Η αντιμετώπιση του δεν γίνεται με συμβουλές του τύπου “να μην αγχώνεσαι” γιατί αυτό είναι ανέφικτο στην καθημερινότητα μας».

Μέσα από τη συζήτηση με τον ασθενή πολύ συχνά θα αναδυθούν δυσλειτουργικοί μηχανισμοί αντιμετώπισης του άγχους (π.χ. κάπνισμα, κατάχρηση αλκοόλ, βουλιμία, εσωτερίκευση κ.α.). Ο στόχος είναι εξηγώντας τη σημασία που έχει η σωστή διαχείριση του στρες για την έκβαση της νόσου και για τη συνολική υγεία του ατόμου, να στραφούμε σε λειτουργικούς τρόπους εκτόνωσής του όπως η συστηματική άσκηση. Σε περιπτώσεις που αυτό δεν επαρκεί, συμβουλεύουμε τον ασθενή να ζητήσει βοήθεια από τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας (ψυχίατρος ή ψυχολόγος) για την καλύτερη αντιμετώπιση του άγχους.

-Υπάρχουν κάποια σημάδια/ συμπτώματα που πρέπει κάποιος να προσέξει προκειμένου να απευθυνθεί σε έναν γιατρό;

Τα συμπτώματα των αυτοάνοσων νοσημάτων συχνά περιλαμβάνουν δέκατα ή πυρετό, κόπωση, αρθραλγίες, δερματικά εξανθήματα, ευαισθησία στον ήλιο ή στο κρύο που συχνά αποδίδονται σε άλλες πιο κοινές παθήσεις. Αυτό που πρέπει να κινητοποιήσει το γιατρό ή και τον ίδιο τον ασθενή είναι η παρουσία ανεξήγητων συμπτωμάτων που παρά την προσπάθεια του πρώτου γραμμής ιατρού, παραμένουν ανεπίλυτα για περισσότερο από 3-4 εβδομάδες.

-Μπορεί κανείς να προλάβει την εμφάνιση ενός αυτοάνοσου κι αν ναι με ποιους τρόπους;

Τα νοσήματα αυτά είναι εκ φύσεως πολυπαραγοντικά και η εκδήλωσή τους τυχαία.

«Δεν υπάρχει τρόπος πρόληψης, αλλά είναι αυτονόητο ότι υιοθετώντας καθημερινές συνήθειες που ενδυναμώνουν τη σωματική και την ψυχική υγεία μας μειώνουμε τον κίνδυνο».

Με πράγματα όπως η σωστή διατροφή και η συστηματική άσκηση με στόχο τη διατήρηση του σωστού σωματικού βάρους, κάνουμε το καλύτερο δυνατό για τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσής τους.