Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου Watkinson/ 24Media
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Λένα Κιτσοπούλου και το διπολικό της θέατρο: Πέρλα, κ@@λα και παράσταση

MUA & HAIR STYLIST: ΙΩΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΗ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΟ LINE ATHENS.

Είναι η αγάπη φονικό που ζωντανό σε αφήνει
Είναι η αγάπη ξενιτιά που παίρνει το παιδί σου,
μα κάθε μέρα καρτερεί μη και γυρίσει πίσω
Είν’ η αγάπη χείμαρρος που χιμά και σε συντρίβει
Είν’ η αγάπη όνειρο που θέλεις για να τρέξεις,
μα απ’ τη γη τα πόδια σου δεν λεν να ξεκολλήσουν.
Αγάπη είναι ν’ αγαπάς όποια πληγή σου ανοίγει
Αγάπη είναι η μοναξιά που πρέπει στον καθένα
Αγάπη είναι να κοιτάς την πόρτα ολοένα
Αγάπη είναι να μιλάς στα φύλλα και στα δέντρα
Στις πέτρες, στα τριαντάφυλλα, στους τοίχους, στα ταβάνια.

Ήταν αυτά τα λόγια που ειπώθηκαν σαν άλλη προσευχή από τη Λυδία Φωτοπούλου το 2013 στην Γκόλφω του Νίκου Καραθάνου στο Εθνικό Θέατρο, που έβαλαν το πρώτο λιθαράκι στη σχέση μου με την τέχνη της Λένας Κιτσοπούλου. Αυτός ο ύμνος στην αγάπη που συνέθεσε η δημιουργός, γεμίζει τα μάτια μου νερό και λυσοζύμη όσα χρόνια κι αν περάσουν. Και ακριβώς το ίδιο καταφέρνει να κάνει με κάθε της παράσταση (και βιβλίο), όσο «προκλητική» κι αν είναι μέχρι και σήμερα.

Για να μιλήσουμε για τον ελέφαντα στο δωμάτιο, είδα τους Σφήκες στην Επίδαυρο και τους λάτρεψα. (Προλαβαίνεις έχει ακόμα 2 παραστάσεις.) Ακόμα περισσότερο ενθουσιάστηκα με την κατακραυγή και την έκταση που πήρε η παράσταση αυτή και η Λένα Κιτσοπούλου ως αιρετική δημιουργός που δεν ντράπηκε να εκχυδαΐσει τα ιερά, αρχαία κείμενα, πασπαλίζοντάς τα με μπινελίκια, εμμονικά παραληρήματα και προσβλητικές σκηνές μόνο για να προκαλέσει. Η κύρια δίπλα μου αναρωτιόταν φωναχτά στο φινάλε της παράστασης «Μα γιατί χειροκροτάτε; Ντροπή!». Η Λένα Κιτσοπούλου έγινε ένας σύγχρονος Αριστοφάνης, πήρε τη διαχρονικά γλαφυρή και μυτερή της πένα και εν προκειμένω το οξύ κεντρί της και άφησε τις σκέψεις της ελεύθερες στο χαρτί.

Μας απευθύνθηκε – όπως πάντα – ξεγυμνώνοντας την αλήθεια μας, αυτή που τελικά δεν ήμασταν όλοι έτοιμοι να ακούσουμε. Όσο θόρυβο κι αν έκανε η ίδια η παράσταση, ήταν πολύ πιο εκκωφαντικές οι ίδιες μας οι αντιδράσεις, αυτές που τελικά έβγαλαν στη Λένα το καπέλο, που αποδείχτηκε πως η ίδια μας η ανάγκη να χύσουμε το δηλητήριο προς πάσα κατεύθυνση είναι αυτή που τελικά θα μας σκοτώσει.

Σε μια ιδιοφυή, ελεύθερη διασκευή των Σφηκών του Αριστοφάνη, η Λένα Κιτσοπούλου έκανε «καθρεφτάκι» σε όσα ακολούθησαν της παράστασής της: μια κοινωνία εγκλωβισμένη στο αποπνικτικό κουκούλι της διχόνοιας και της κακεντρέχειας. Μια κοινωνία που συστρέφεται, σπαρταρά, εξαπολύει κατηγορώ και καταλήγει να τρέφεται από το ίδιο της το δηλητήριο. Έγραψε και τροφοδότησε τα σύγχρονα «κεντριά», τα λαϊκά δικαστήρια που στήνονται στις τηλεοπτικές εκπομπές και στα σόσιαλ μίντια: «...σε καταδικάζω στην εκπομπή μου, στο κινητό μου, δημόσια, όπου βρεθώ κι όπου σταθώ, και προσέξτε καλά: όποιος δεν συμφωνεί μαζί μου είναι φασίστας, είναι συνένοχος με τον ένοχο. Κατηγορώ, άρα είμαι κάτι. Κατηγορώ άρα υπάρχω…» σημειώνει η σκηνοθέτρια που επιχειρεί να ζωντανέψει μπροστά μας πότε τον βούρκο που μας απειλεί και πότε εκείνο το άλλο, το ιδεώδες, που μας εξυψώνει.

Τη συνάντησα, παίξαμε ντουλάπες με τα ρούχα της, φωτογραφήθηκε και μιλήσαμε για όλα. Αυτή είναι η υπέροχη Λένα Κιτσοπούλου.

Πρώτο Κουδούνι

-Ένιωσες τελικά ότι όλη η κριτική που δέχτηκες μετά την παράσταση, επαλήθευσε με κάποιον τρόπο τη δική σου εκδοχή των Σφηκών;

Αυτό που συνέβη μετά από την παράσταση, όλος αυτός ο χαμός, το μένος για το πρόσωπό μου, ο διχασμός, οι χιλιάδες γνώμες και απόψεις του καθένα που χάνει τον ύπνο του είτε για πάρτη μου, είτε για μία παράσταση που δεν του άρεσε, για μένα πραγματικά ήταν το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσα να πάρω.

Μου χαρίστηκε ένα αληθινό λαϊκό δικαστήριο που για κάποιες μέρες απασχόλησε όλη τη χώρα και πραγματικά δεν ξέρω ποιον να πρωτοευχαριστήσω.

Το έργο πραγματεύεται ακριβώς αυτό που παίχτηκε μετά το έργο. Αυτό σημαίνει ότι σίγουρα καθρεφτίζει την κοινωνία μας και άρα είναι πολύ πετυχημένο. Επίσης απέδειξε κάτι που πιστεύω απόλυτα, ότι το θέατρο δεν γιατρεύει τον άνθρωπο. Του λες επί μιάμιση ώρα ότι είναι κλέφτης και βγαίνει από την παράσταση και πάει και αρπάζει την πρώτη τσάντα που βλέπει μπροστά του.

Λένα Κιτσοπούλου

– Προσωπικά, θεώρησα πολύ θαρραλέα την κίνησή σου να κάνεις το ντεμπούτο σου στην Επίδαυρο με τους Σφήκες. Μίλησέ μου για τη σύλληψη της ιδέας και το πώς συνέθεσες την παράσταση. Τι σε ενέπνευσε και πώς επέλεξες τις θεματικές με τις οποίες ασχολήθηκες;

Μου άρεσε πολύ το θέμα του έργου. Το θέμα των λαϊκών δικαστηρίων. Ένιωσα ότι είναι κάτι πάρα πολύ επίκαιρο στην Ελλάδα σήμερα, ένα ακραίο φαινόμενο, το οποίο λόγω και των σόσιαλ μίντια παίρνει πλέον διαστάσεις τρομαχτικές. Οι περισσότεροι άνθρωποι κρίνουν και καταδικάζουν τους άλλους για να εξυψώσουν τους εαυτούς τους, για να πέσει πάνω τους το φως που δεν έχουν από μόνοι τους και όχι γιατί πραγματικά ενδιαφέρονται για την δικαιοσύνη. Στο έργο του Αριστοφάνη, ο Φιλοκλέωνας φτάνει στο σημείο να δικάζει μέχρι και τα σκυλιά του, μέχρι και τις οικιακές συσκευές. Αυτή η μανία του στο τέλος του έργου τον οδηγεί σε μία έκσταση χορευτική, η οποία πια δεν έχει λόγια, έχει μόνο ουρλιαχτά.

Είναι τραγικό έργο, όπως είναι όλα τα έργα του Αριστοφάνη. Κράτησα τους δύο βασικούς ρόλους, του πατέρα και του γιου, όπως και τους δύο φύλακες και από ‘κει και πέρα έφτιαξα μία κοινωνία Σφηκών, ρόλους που κακοποιούν και κακοποιούνται, που δικάζουν και δικάζονται αδιάκοπα, θέλοντας να πω, ότι Σφήκες είναι και η εξουσία, Σφήκες είναι και οι γονείς, Σφήκες είναι και οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι δεν είναι, ζούμε μέσα σε μία κοινωνία όπου η αδικία πρωτοστατεί και ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που έχει την ικανότητα να ικανοποιείται από το γκρέμισμα του διπλανού του, ακόμα κι αν αυτός ο διπλανός του είναι το ίδιο του το παιδί.

Ο Χορός στη δική μας εκδοχή είναι ένας μόνος του, ο οποίος αντιπροσωπεύει τη μοναξιά των γηρατειών, την υποτιθέμενη δημοκρατία που έχουμε, η οποία καμώνεται ότι ακούει τη γνώμη των πολλών και τη σέβεται. Αυτό το ψέμα εν ολίγης υποδηλώνει κατά τη γνώμη μου αυτός ο Χορός του ενός, αυτή την απόγνωση, αυτή την απάτη κι αυτή τη ματαιότητα του συστήματος που χώνει τους ανθρώπους σε αγέλες, καταστρέφοντας τη μαγεία της ατομικότητας και της ελεύθερης προσωπικότητας που δεν θέλει να ανοίκει σε κανένα κόμμα και σε καμία ομάδα.


Χτίζοντας ένα έργο, φυσικά παίρνω πολλά από τους ηθοποιούς και μέσα από τις πρόβες αρχίζουν τα πράγματα και προσαρμόζονται πάνω τους. Δεν είναι ποτέ τα πράγματα προδιαγεγραμμένα. Δεν θα ήταν ο ρόλος του πατέρα αυτός που είναι αν δεν τον έπαιζε ο Θοδωρής Σκυφτούλης, ούτε θα μπορούσα να φανταστώ έναν γιο χωρίς την ύπαρξη του Πάνου Παπαδόπουλου και αυτό ισχύει για τον καθένα εκεί μέσα, ακόμα και για τον πιο μικρό ρόλο. Ο Νίκος Καραθάνος έδωσε υπόσταση σε ένα κείμενο που γράφτηκε μέσα σε μία μέρα. Το ίδιο και ο Γιάννης Κότσιφας. Θέλω να πω ότι έχω την τύχη να υπάρχουν ηθοποιοί μέσα στις πρόβες και τις παραστάσεις, οι οποίοι συμπληρώνουν ή ενισχύουν τους ρόλους τους ακόμα και συγγραφικά.

– Το τραγούδι στο φινάλε προκάλεσε αίσθηση και αντιδράσεις. Νιώθω ότι γνώριζες πως το κοινό θα διχαστεί. Γιατί ένιωσες την ανάγκη για έναν τέτοιο επίλογο;

Αυτό το ραπ είναι το πρώτο πράγμα που έγραψα για όλη αυτή την ιστορία, ήταν το πρώτο πράγμα που γεννήθηκε αυθόρμητα και βασίστηκε στην παράβαση των Σφηκών, η οποία για μένα είναι το πιο σκληρό και συγκινητικό σημείο του έργου. Εκεί είναι σαν ο Αριστοφάνης να σταματάει την κωμωδία, σαν να λεει ότι ξέρω να κάνω κωμωδία, μπορώ να έχω συνέχεια χιούμορ, όμως τώρα στοπ λίγο για να σας πω και πώς έχουν τα πράγματα. Γίνεται προσωπικός, γίνεται ψώνιο, ταυτόχρονα όμως χώνει το δικό του κεντρί στην υποκρισία της κοινωνίας και της τέχνης. Τους ξεμπροστιάζει όλους, επιτίθεται σε πρόσωπα συγκεκριμένα της πολιτικής, σχολιάζει τη βλακεία του κοινού, το οποίο επαναστατεί και κακιώνει όταν ξεβολεύεται, επιτίθεται και ταυτόχρονα εκτίθεται και ο ίδιος τολμώντας να εξυμνίσει τον εαυτό του. Αυτό δεν είναι εύκολο άμα δεν είσαι βλάκας.

Ηθελα απ’ την αρχή να πάρω τη θέση του Αριστοφάνη, το θεώρησα υποχρέωσή μου να εκτεθώ η ίδια προσωπικά, όπως και αυτός.

Αυτό είναι κάτι που το προσπάθησα σε όλο το έργο. Θεωρώ ότι ο Αριστοφάνης ήταν ένας συγγραφέας που μιλούσε για το εδώ και τώρα, ένας αναρχικός συγγραφέας, ο οποίος σήμερα σε ωθεί στην ελευθερία να κλέψεις την τόλμη του και να πεις λόγια δικά σου για αυτόν τον κόσμο που βλέπεις γύρω σου. Εγώ αυτό κατάλαβα εξ’ αρχής από τον συγγραφέα αυτόν και νιώθω ότι τον έχω σεβαστεί απόλυτα.

Δεύτερο Κουδούνι

– Πώς αντιλαμβάνεσαι τα επιχειρήματα περί ιερού θεάτρου και βλάσφημων/πειραματικών ερμηνειών των αρχαίων κειμένων;

Για μένα δεν υπάρχει πειραματικό και μη πειραματικό θέατρο. Κάποιοι χαρακτήρισαν την παράσταση μας πειραματική. Εγώ πάντως δεν πειραματίζομαι ποτέ, ούτε στη ζωή μου, ούτε στην τέχνη. Κάνω μόνο αυτό που θέλω και άρα αυτό που μπορώ. Δεν έχω δύο δρόμους, τον κανονικό και τον πειραματικό, δεν έχω επιλογές. Έχω έναν δρόμο μόνο. Εδώ παρουσιάζω την δική μου εκδοχή των Σφηκών του Αριστοφάνη και αυτό είναι και τέλος. Δεν ξέρω τι θα πει πειραματικό θέατρο.

– Πώς απαντάς στην κριτική που σου ασκείται ως δημιουργός που στηλιτεύει το σύστημα, αλλά ταυτόχρονα επιλέγει να συνεργάζεται με αυτό;

Δεν μπορείς να κάνεις καμία δουλειά αν δεν συνεργαστείς με το σύστημα. Δεν είμαι γκουρού, ούτε γιόγκι, ούτε καμία ακραία περίπτωση επαναστάτη.

Έχω ανάγκη το σύστημα για να μιλάω με τον τρόπο που έχω επιλέξει και για να κάνω τη δουλειά που μου αρέσει. Κάνω συμβιβασμούς κι εγώ φυσικά, πίνω καφέδες με ανθρώπους που βαριέμαι, λεω καλά λόγια σε ανθρώπους ενώ δεν τα πολυπιστεύω, φαντάζομαι ότι κι αυτοί το ίδιο κάνουν με εμένα, απλώς φροντίζω το σύστημα το οποίο κάθε φορά με στηρίζει και με προωθεί, τουλάχιστον να μην επεμβαίνει στο έργο μου. Να μην ασκεί λογοκρισία. Και μέχρι τώρα αισθάνομαι πολύ τυχερή για όλες μου τις συνεργασίες στο θέατρο. Έχω δεχτεί πολύ μεγάλη αποδοχή και προστασία.


– Πώς διαχειρίζεσαι την κριτική; Την αναζητάς; Σε αφορά; Σε επηρεάζει; Σε νοιάζει;

Είμαι πολύ ευάλωτη όταν παρουσιάζω ένα έργο, οπότε η ιδέα και μόνο μίας κριτικής, πριν καν μάθω αν είναι καλή η κακή, με βάζει αναγκαστικά σε μία άμυνα που δεν θέλω να την έχω στη ζωή μου. Γι’ αυτό έχω επιλέξει να μην με αφορά και γι’ αυτό και καταναλώνω πολύ χρόνο και ενέργεια στο να κριτικάρω εγώ τον εαυτό μου όλη την ώρα, όταν είμαι μέσα σε μία δημιουργία. Οπότε όταν έρχεται η ώρα της κριτικής των άλλων, εγώ ήδη ξέρω πολύ καλά την κριτική του εαυτού μου, την οποία εμπιστεύομαι περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Επίσης αποζητώ πάντα να έχω συνεργάτες που να θαυμάζω την κρίση τους, την άποψή τους και το ταλέντο τους, οπότε τους ακούω, τους ακολουθώ όταν κάτι προτείνουν, ακόμα κι αν αυτό μου αλλάζει δρόμο. Συζητάμε πολύ, είναι πάρα πολλές οι ώρες που αλληλοκρινόμαστε και κρίνουμε αυτό που πάμε να δείξουμε. Θα έλεγα λοιπόν ότι γενικά μού είναι αδιάφορες οι κριτικές, επειδή έρχονται πολυ ετεροχρονισμένα. Εν τω μεταξύ έχει συνήθως προηγηθεί μία ή και πολλές παραστάσεις, οπότε έχουμε ήδη βιώσει την ώρα της πιο σημαντικής και άμεσης κριτικής από όλες που είναι η ίδια η αντίδραση του κοινού.

– Σε παρακολουθώ χρόνια και με αφορά/αγγίζει πολύ η δουλειά σου. Διαβάζω κάθε φορά όμως που ανεβαίνει μια παράστασή σου ότι το έργο είναι της «αιρετικής» Λένας Κιτσοπούλου. Πώς νιώθεις με αυτόν τον χαρακτηρισμό; Σε ενδιαφέρει να τον «συντηρείς» με τη δουλειά σου;

Οι τίτλοι και οι ταμπέλες μπαίνουν από τους άλλους, εγώ κάνω τα πράγματα με τον τρόπο που τα κάνω, γιατί δεν έχω άλλο τρόπο. Προσπαθώ να είμαι όσο πιο προσωπική γίνεται, προσπαθώ να μιλήσω με την γλώσσα που έχω, τη μοναδική που έχω, κοπιάζω πολύ γι αυτό, ευχαριστιέμαι και πολύ, μ’ αρέσει η ευθύτητα, μ’ αρέσει να είναι κατανοητό αυτό που λέω και νομίζω ότι ξεγυμνώνομαι αρκετά. Ανοίγομαι πολύ στις παραστάσεις που κάνω και μέσα από τα κείμενα και τη σκηνοθεσία, αλλά και εγώ η ίδια όταν βγαίνω στη σκηνή να πω κάτι. Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται αιρετικό. Εγώ θα το έλεγα απλό, καθημερινό, χωρίς πολλά φίλτρα και χωρίς ιδιαίτερο καλλωπισμό. Δεν με παρακινεί πάντως καμία ταμπέλα, με παρακινεί ο εαυτός μου.

Τρίτο Κουδούνι

– Πόση σχέση έχει η καλλιτέχνις Λένα Κιτσοπούλου με τη Λένα στην αληθινή ζωή;

Δυστυχώς ή ευτυχώς έχουν πολύ μεγάλη σχέση αυτά τα δύο άτομα, είναι ολόιδια και αυτό μου κάνει τη ζωή αρκετά έντονη.

Δημιουργώ σαν να είμαι μόνη μου στο σαλόνι μου χωρίς καμία αίσθηση κινδύνου, και απ’ την άλλη ζω μυθιστορηματικά, όλα είναι τέχνη, ακόμα και ο έρωτας.

Η κανονικότητά μου είναι όλα να σημαίνουν κάτι πολύ σημαντικό και συνεχώς ψάχνω τι άλλο περισσότερο μπορεί να γίνει ώστε να γραφτεί απόψε ιστορία. Είναι και ωραίο αυτό, γιατί σου δίνει ενέργεια, έχει όμως και έναν ναρικισσισμό, έχει και πόνο, έχει και πέσιμο. Είναι τόση η αναζήτησή μου την κάθε στιγμή να γίνει κάτι μαγικό, που σίγουρα απογοητεύομαι πολύ συχνά που δεν γίνεται τίποτα. Γιατί, δεν γίνεται και τίποτα ποτέ από μόνο του, εμείς τα φτιάχνουμε τα πράγματα, η δική μας ματιά τους δίνει υπόσταση, είτε υψηλής θερμοκρασίας, είτε χαμηλής, είτε μηδενικής, όταν δεν έχουμε καν μάτια. Εγώ ας πούμε, αν ήμουνα ηλεκτρονικό αντικείμενο θα ήμουνα σίγουρα ο φορτιστής, όχι η συσκευή.

– Για κάποιον που δεν έχει δει παράστασή σου, τι θέατρο θα έλεγες ότι κάνεις;

Κάνω το θέατρο του πολύ θαρραλέου και του πολύ ανασφαλή εαυτού μου. Το διπολικό θέατρο. Και εμπιστεύομαι απόλυτα αυτό το οποίο μου προκαλεί γέλιο. Θέλω να ελπίζω ότι έχω μία προσωπική γραφή, ένα στιλ που δεν μοιάζει και πάρα πολύ με κάτι άλλο. Ό, τι κάνω είναι κλεμμένο, όλα κάπου τα έχω δει, γιατί αλλιώς δεν θα τα ήξερα. Απλώς με όλα όσα έχω δει και ξέρω, δημιουργώ τελικά έναν κόσμο που μοιάζει να τον έχω επινοήσει εγώ.

– Τι μπορεί να σε σοκάρει; Έχεις φύγει ποτέ από παράσταση;

Έχω φύγει ελάχιστες φορές από παραστάσεις, κυρίως από βαρεμάρα. Αυτό με σοκάρει νομίζω πιο πολύ απ’ όλα. Να φαίνεται από το πρώτο λεπτό η κατάληξη των πραγμάτων.

– Έχεις σκεφτεί ποτέ για κάτι που είπες/ έγραψες/ ανέβασες/ έπαιξεςστο θέατρο «το παράκανα»;

Ποτέ δεν το έχω πει αυτό. Εγώ πάντα νομίζω ότι είμαι πολύ ήπια. Πριν κάτι δικό μου παρουσιαστεί σκέφτομαι, «μήπως είναι πολύ συμβατικό;». Νιώθω πάντα ότι θα μπορούσα κι άλλο να ορμήξω στο κέντρο των πραγμάτων. Φοβάμαι συνέχεια μήπως είμαι φοβισμένη.

– Τι είναι ιερό για σένα στον έρωτα και πότε βεβηλώνεται η εικόνα που έχεις για το αντικείμενο του έρωτά σου;

Το πιο ιερό πράγμα για μένα στον έρωτα είναι η στιγμή που γεννιέται. Θέλω να παραμένω σ’ αυτη τη στιγμή για πάντα κι αυτό με κάνει να μουρλαίνομαι όταν βρίσκομαι μέσα του. Θέλω με τον άλλον να κινδυνέψουμε, να γίνουν καταστροφές, να δημιουργούμε μαζί, να φτιάχνουμε δικές μας λέξεις, να φτιάχνουμε έργα, φαγητά, να ψάχνουμε συνέχεια να καταλάβουμε τι θέλει ο άλλος και να το δίνουμε, να κουνιέται ο εγκέφαλος συνέχεια, να είμαστε σαν Μπόνι και Κλάιντ. Αυτά μου αρέσουνε.

Δεν θέλω μία συντροφιά στη ζωή για να μην είμαι μόνη, θέλω να είμαι ερωτευμένη και με τον άλλον να κάνουμε θαύματα.

Χαλιέμαι πολύ όταν υπάρχει το «αλλά» στη μέση. Το έλεγε μία φίλη μου το καλοκαίρι. Δεν υπάρχει «σε θέλω….αλλά». Υπάρχει «σε θελω, τελεία». Για τον έρωτα μπορώ να σκοτωθώ. Δεν με ενδιαφέρει η ζωή μου χωρίς τον άλλον. Ακόμα ζω βέβαια, κάπως την έχω γλιτώσει μέχρι σήμερα.

– Πού βρίζεις περισσότερο, στη σκηνή ή στη ζωή; Λειτουργεί ως εκτόνωση, απελευθέρωση, συνήθεια; 

Νομίζω στη ζωή βρίζω λίγο περισσότερο. Πάντως με τον ίδιο τρόπο που το κάνω και στο θέατρο. Όταν βρίζω, ενεργοποιείται το χιούμορ μου. Με βοηθάει το βρισίδι, ευελπιστώ ότι το σύμπαν θα μου δώσει επιτέλους λίγη σημασία και ταυτόχρονα επειδή ξέρω ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, βρίζω κι άλλο αυτόν τον πάτο, ο οποίος είναι τόσο πάτος που αναγκαστικά θα με αναστήσει κάπως μετά, γιατί πού να φτάσω; Να τρυπήσω τη γη, δεν γίνεται. Το βρισίδι νομίζω είναι το τέλος του πόνου. Έχει μία λύτρωση. Δεν θα πω ποιες βρισιές μου αρέσουν, γιατί θα αρχίσουν τις μηνύσεις όλες οι χριστιανικές και ανθρωπιστικές οργανώσεις.

Υπόκλιση

Αν η Λένα Κιτσοπούλου ήταν φαγητό, θα ήταν τσιπς με νουτέλα, ή κεφτεδάκια με κρεμ πατισερί. Αν ήταν διακοπές, θα ήταν κάμπινγκ στη Μύκονο κι αν ήταν μεταφορικό μέσο, θα ήταν αεροπλάνο με θέσεις για όρθιους επιβάτες. Αν ήταν έπιπλο, η Λένα θα έμοιαζε με vintage τουαλέτα κρεβατοκάμαρας, που κρύβει στο εσωτερικό της βελουτέ θήκες με δαχτυλίδια πλαστικά, βραχιόλια ογκώδη και κραγιόν. Πλάι στο κάθισμα τα πανύψηλα, πολύχρωμα παπούτσια της περιμένουν να φορεθούν και να κάνουν αλλοπρόσαλλα βήματα οργώνοντας την πόλη που όταν είναι ερωτευμένη τής ανήκει. Αν η Λένα Κιτσοπούλου ήταν πλακάτ σε μια πορεία στο κέντρο της Αθήνας, σε μια συναυλία στην Πλατεία Νερού ή σε μια συγκέντρωση κάποιου κόμματος, θα έγραφε «Πέρλα, καύλα και παράσταση». Ο μόνος λόγος που δεν κράτησα την «επανάσταση», είναι γιατί η Λένα θεωρείται επαναστατική, επειδή είναι ο εαυτός της, πλάι σε όλους όσοι υποκρινόμαστε ή περιοριζόμαστε από τα πρέπει, τα μη και τα πολιτικά ορθά. Είναι άραγε πια μια πράξη επανάστασης το να είσαι ο εαυτός σου;

– Λένα, πώς είναι μία κανονική μέρα στη ζωή σου;

Κάνω υπομονή μπας και γίνει κάτι μη κανονικό, κάτι απρόσμενο. Κάνοντας βέβαια την υπομονή μου, περνάω και ωραία. Συνέχεια καταπιάνομαι με κάτι. Έχω έναν τρόπο τουλάχιστον να μπορώ να ευχαριστιέμαι μόνη μου. Και επίσης συγκεντρώνομαι πολύ εύκολα με ό,τι κι αν καταπιαστώ. Ζωγραφίζω, κάνω γλυπτά, μαθαίνω τραγούδια για να τα λέω, μιλάω στα τηλέφωνα, γράφω, κλαίω, σκέφτομαι τη ζωή μου, μετά καθώς πεφτει ο ήλιος αρχίζω και ψάχνω πού θα διοχετευτώ μέσα στη νύχτα. Και ζω με την ελπίδα του τεράστιου και μεγάλου γεγονότος που με περιμένει στην επόμενη γωνία.