Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου - Watkinson
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Για τη Βάσω Καβαλιεράτου το «γιατί μίλησες τώρα» είναι η μία γελοία ερώτηση

ΡΟΥΧΑ: ΑNAMNESI, FRAN & LILI

H ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΗ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ATHENAEUM INTERCONTINENTAL.

Μία εσωτερική φλόγα. Μία αβίαστη ευγένεια. Μία αέρινη παρουσία. Μία ήρεμη φωνή. Ένας οξυδερκής νους. Δύο διαπεραστικά μάτια. Όλες οι κινήσεις τις κομψές. Λεπτεπίλεπτες. Σε μία σημείωση, επίκαιρη αν μη τι άλλο, μπορώ να πω με άκρα βεβαιότητα πως η Βάσω Καβαλιεράτου είναι από τους ανθρώπους που εμπνέουν σεβασμό. Μία γυναίκα με ήθος και ποιότητα που εμβαθύνει ακόμα και στα πιο δύσκολα θέματα με τρόπο που την καθιστούν εξαιρετική συνομιλήτρια.

Η Βάσω Καβαλιεράτου μιλά χωρίς υπεκφυγές. Αυτό δεν είναι άλλωστε που επιτακτικά ζητά η εποχή μας; Η πιο κατάλληλη στιγμή σύμφωνα με τη Βάσω να αλλάξουμε την κοινωνία μας. Έστω και λίγο. Έστω κι αν εμείς δεν είμαστε εδώ για να δούμε τους καρπούς. Μιλάμε για το κύμα καταγγελιών στον χώρο του θεάτρου, για τους ανθρώπους με εξουσία που την εκμεταλλεύονται με τον χείριστο τρόπο, για τη νέα σειρά του Mega «Σχεδόν Ενήλικες» στην οποία υποδύεται τη Στέλλα, για τη δική της σχέση με τον άντρα της Φοίβο Δεληβοριά και τη χρυσή ισορροπία που τους κρατά ενωμένους και αγαπημένους.

Σεξουαλική κακοποίηση, σεξουαλική παρενόχληση, λεκτική, σωματική και ψυχολογική βία. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι του χώρου σου βρίσκουν τη δύναμη να μιλήσουν για τις προσωπικές τους ιστορίες. Είχες κάποια ανάλογη εμπειρία;

Εμπειρία παρόμοια δεν είχα, όπως αυτή που ακούσαμε από τη Ζέτα Δούκα ή όπως αυτές που ξεκίνησαν θαρραλέα να προστίθενται η μία στην άλλη από άνδρες και γυναίκες τις τελευταίες μέρες. Είναι όμως γεγονός ότι άνθρωποι με εξουσία στη δουλειά, ειδικά στα πρώτα χρόνια της καριέρας πολλών, κάνουν κατάχρησή της και καλλιεργούν ένα κλίμα εκφοβισμού, ή προχωρούν σε σεξουαλική εκβιαστική χρήση της δύναμής τους. Αυτό συμβαίνει παντού, συμβαίνει δυστυχώς και στο θέατρο.

Έχει συμβεί σε ανθρώπους γύρω μου και είναι κάτι που μεταξύ μας το συζητάμε και το ξέρουμε. Οι κακοποιητές όμως ξέρουν πολύ καλά πώς κινούνται και γνωρίζουν πως έχουν τη δύναμη στα χέρια τους. Επιλέγουν «έξυπνα» και συνειδητά τους ανθρώπους στους οποίους θα επιβληθούν. Το πράγμα όμως είναι πιο βαθύ από τις συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Πιστεύω πως οι παλιότερες γενιές καλλιτεχνών, σκηνοθετών, ηθοποιών θεωρούσαν και λίγο δεδομένο πως μέσα από αυτή τη διαδικασία και την κακοποιητική συμπεριφορά «βαφτίζουν» έναν νέο συνάδελφο που μπαίνει στη δουλειά.

Να περάσεις και λίγο δύσκολα για να μπεις σε αυτή τη δουλειά. Να υποστείς το «απαραίτητο» καψόνι για να γίνεις ηθοποιός. Και να πρέπει οπωσδήποτε η σεξουαλικότητά σου να μπει είτε υποτακτικά είτε χειριστικά στο παιχνίδι της όποιας σταδιοδρομίας σου. Δεν έχουν καμιά σχέση με το καλό θέατρο όλα αυτά, όπως δεν είχε και το ξύλο με την Παιδεία. Εμείς οι νεώτεροι πρέπει να τα διώξουμε για πάντα όλα αυτά.

Άρα, μετά τις δημόσιες καταγγελίες δεν είναι ότι έπεσες και από τα σύννεφα.

Σε καμία περίπτωση. Μιλάμε για κατάχρηση εξουσίας. Άλλο το κομμάτι του ταλέντου σου –και άλλο το πώς το χρησιμοποιείς σαν εξουσιαστική δύναμη. Είναι πολλοί που κάνοντας το αυτό θεωρούν πως αφαιρούν και το στοιχείο «απειλής» που φέρνουν πάντα μαζί τους οι νέοι. Όταν εμφανίζεται ένας νέος ηθοποιός και κάνει κάτι το οποίο ακούγεται και έχει επιτυχία και αυτόματα παίρνει δημοσιότητα και ο κόσμος τον αγαπά, εκεί αρχίζουν τα προβλήματα με όσους είναι ήδη χρόνια στη δουλειά.

Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο να το διαχειριστεί ο «παλιός», θέλει καλλιέργεια και γενναιοδωρία, κάτι που δεν διαθέτουν όλοι. Σε όλους τους χώρους, πολλοί δυστυχώς αντιδρούν στον υποτιθέμενο «αντίπαλο» με τον τρόπο που αντιδρούσε ο Γιώργος Κιμούλης. Στηρίζω απόλυτα τη Ζέτα Δούκα και την όποια γυναίκα και τον όποιο άντρα έχει υποστεί βία κάθε μορφής, στο όνομα της δουλειάς. Είμαι δίπλα τους και πιστεύω ότι είναι μία πολύ καλή αρχή για να αρχίσουμε να φοβόμαστε λιγότερο. Όσοι το έκαναν ή το κάνουν ή θα το έκαναν στο μέλλον θα το σκεφτούν πάρα πολύ από εδώ και πέρα. Τονίζω δε, πως τα περιστατικά αυτά δεν εντοπίζονται μόνο στον δικό μας χώρο.

Είναι φοβερό πως μετά την εξομολόγηση της Σοφίας Μπεκατώρου άρχισαν να ανοίγουν τα στόματα σε διάφορους κλάδους. Αυτό που πιο πολύ με συγκλονίζει είναι πως δεν ξέρω γυναίκα στο κοντινό μου περιβάλλον που να μην έχει βρεθεί αντιμέτωπη σε κάποια φάση της ζωής της με περιστατικό βίας οποιαδήποτε μορφής. Το πιο σοκαριστικό είναι ότι θεωρείται δεδομένο πως θα συμβεί. Αυτό πρέπει να τελειώσει. Να τελειώσει από εμάς, να μπει ένα τέλος.

Θεωρείς ότι βρισκόμαστε στο μομέντουμ ώστε οι γυναίκες να συσπειρωθούν και να μιλήσουν πολύ ανοιχτά για θέματα που κρύβονταν κάτω από το χαλί και θεωρούνταν μέχρι και ταμπού από την κοινωνία;

Ναι, ξεκάθαρα ναι. Είναι άλλωστε πολύ κρίσιμη η στιγμή στην οποία βρισκόμαστε. Δεν είναι τυχαία όλα αυτά που μας συμβαίνουν. Έχουμε περάσει από μία οικονομική κρίση, βιώνουμε μία πανδημία, είμαστε ταλαιπωρημένοι και έχουμε κάνει μία μεγάλη παύση, είμαστε στο όριο της αξιοπρεπούς επιβίωσης και πιστεύω πως παγκόσμια βρισκόμαστε σε μία φάση που σκεφτόμαστε πολύ περισσότερο τι μας συμβαίνει, τι έχουμε ζήσει, τι έχουμε κάνει στη ζωή μας και πού θέλουμε να πάμε. Είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή. Οι γυναίκες είναι πια σε μία πολύ κρίσιμη καμπή της ζωής τους, της ύπαρξής τους. Είναι αυτό που λέμε «ο κόμπος έφτασε στο χτένι». Έτσι αισθάνομαι.

Τι απαντάς στις φωνές που λένε «γιατί τώρα;»

Είναι τόσο γελοία ερώτηση κατά την προσωπική μου γνώμη. Τι θα πει τώρα το θυμήθηκες; Ένας άνθρωπος που έχει υποστεί βία και τον έχουν εκφοβίσει, μιλά τη στιγμή που εκείνος νιώθει δυνατός και έτοιμος.

Για τον Γιώργο Κιμούλη τα όσα συνέβησαν με τη Ζέτα Δούκα ήταν στα πλαίσια μία εργασιακής διαφωνίας.

Δεν είναι απάντηση να λες ότι μου έχει συμβεί να τσακώνομαι και να μαλώνω. Όταν είσαι βίαιος απέναντι σε έναν άνθρωπο δεν είναι τσακώνομαι και μαλώνω. Δεν είναι μία διαφωνία επί ίσοις όροις. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί προσωπική εργασιακή διαφωνία. Φυσικά, δεν ταιριάζουμε με όλους. Φυσικά, έχουμε διαφωνίες. Αλίμονο αν η κάθε διαφωνία συνεπάγεται κακοποίησης. Αυτά που ειπώθηκαν από την πλευρά της Ζέτας Δούκα δεν μπορεί να ερμηνευθούν ως διαφωνία.

Έχεις τελειώσει τη Σχολή Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας του Γιώργου Κιμούλη και δεν μπορώ να μην σε ρωτήσω για τις μαρτυρίες σπουδαστών της σχολής που έκαναν λόγο για κατάχρηση εξουσίας, ταπείνωση και πολλά άλλα. Τι έχεις ζήσει; Ποια η δική σου εικόνα;

Η σχολή αυτή έχει περάσει από διάφορα στάδια. Όταν μπήκα εγώ, η σχολή ήταν πάρα πολύ ωραία. Την επέλεξα ακριβώς γιατί είχε πολύ καλές εξετάσεις και πάρα πολύ καλούς καθηγητές με κέφι και όρεξη. Δεν είχα κακοποιηθεί λεκτικά ή σωματικά από τον Γιώργο Κιμούλη όσο ήμουν στη Σχολή. Ήμουν όμως και μία φοιτήτρια που κρατούσα αποστάσεις, επομένως ήμουν αρκετά απομακρυσμένη από αυτόν.

Οπότε, δεν με πήραν τα σκάγια. Υπήρχαν άνθρωποι που είχαν έρθει πιο κοντά του, ο ίδιος είχε επιλέξει να είναι πιο κοντά του, οι οποίοι πέρασαν δύσκολα σε κάποια φάση γιατί ο ίδιος ήταν μία προσωπικότητα που είχε ανάγκη να επιβάλλει τη θέση ισχύος που είχε. Χρειαζόταν γύρω του ανθρώπους να τον επιβεβαιώνουν. Εγώ ήμουν, ας πούμε, τυχερή, γιατί αμέσως μόλις τελείωσα έφυγα και πήγα στο Λονδίνο.

Και μόνο που χρησιμοποιείς φράσεις όπως «δεν με πήραν τα σκάγια» και «ήμουν τυχερή» καταλαβαίνω πως υπάρχει μία παθογένεια.

Υπήρχε δεν μπορούμε να πούμε το αντίθετο. Αφότου έφυγα έχω ακούσει τόσα που με βεβαιώνουν ότι όσοι φοίτησαν εκεί πέρασαν πολύ πιο δύσκολα.

Τελικά πρέπει να διαχωρίζουμε την προσωπική ζωή ενός καλλιτέχνη από το έργο του;

Εκεί κάπου είναι και η μεγάλη παρεξήγηση. Επιλέγεις ή σου τυχαίνει να δουλέψεις με έναν άνθρωπο που θαυμάζεις και το ταλέντο του και όσα έχει καταφέρει καλλιτεχνικά δεν έχουν καμία σχέση με την προσωπικότητά του. Και νομίζω πως είναι κι αυτό που εκμεταλλεύεται στο τέλος για να μιλήσει ή να φερθεί άσχημα. Πατάει πάνω στη φήμη του. Δεν αμφισβητεί κανείς πως υπάρχουν φοβερά ταλαντούχοι ηθοποιοί και σκηνοθέτες που έχουν πολύ κακούς χαρακτήρες και συμπεριφορές. Οφείλουμε να κάνουμε τη διάκριση.

Και η Ζέτα Δούκα κατά την περιγραφή των όσων έγιναν μίλησε για έναν σπουδαίο ηθοποιό.

Είναι ένας άνθρωπος με σπουδαίο έργο και απίστευτη εμπειρία πάνω στη δουλειά που θα μπορούσε να είχε κάνει κάτι καταπληκτικό και στον εκπαιδευτικό χώρο, όπως το ξεκίνησε. Ο λεγόμενος «κακός του εαυτός», όμως τον κράτησε μακριά απ’αυτό.

Το 2018 δήλωνες πως σε θυμώνει πολύ ο ρατσισμός, η ομοφοβία και η άθλια αντιμετώπιση σε οτιδήποτε διαφορετικό. 3 χρόνια μετά τι κρατάμε, τι προσθέτουμε στη λίστα;

Δεν έχουν αλλάξει τόσο πολύ τα πράγματα, δυστυχώς. Αισθάνομαι πως είμαστε σε έναν λίγο καλύτερο δρόμο αλλά έχουμε ακόμα πολύ μπροστά μας. Είμαι αισιόδοξη και πιστεύω και με όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή που μιλάμε πως θα τα καταφέρουμε. Χρειάζεται χρόνο και πολλή δουλειά αλλά, ίσως, τα παιδιά μας να ζήσουν σε μία λίγο καλύτερη κοινωνία. Είναι τραγικό να συζητάμε ακόμα για το αν θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας. Είναι τραγικό εν μέσω πανδημίας οι εκκλησίες να ανοίγουν με το έτσι θέλω και να κάνουν αγιασμό ανήμερα των Φώτων και κανείς να μην μπορεί να κάνει τίποτα. Είμαστε σε πολλά πάρα πολύ πίσω.

Την καραντίνα πώς τη βίωσες;

Στην πρώτη καραντίνα τολμώ να πω ότι πέρασα έως και ωραία. Με βρήκε σε μία φάση που είχα δουλέψει πάρα πολύ, ήμουν σε δύο παραστάσεις στο θέατρο, είχα κουραστεί πολύ οπότε τη στιγμή που ήρθε ήταν ένα διάλειμμα για ξεκούραση. Έμεινα με τον άντρα μου και το παιδί μου στο σπίτι – αυτό δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ – για ένα μεγάλο διάστημα. Ξεκουράστηκα. Υπήρχε βέβαια πολύς φόβος.

Δεν βγαίναμε από το σπίτι, παρά μόνο για να ψωνίσουμε και να κάνουμε μία βόλτα στη γειτονιά. Η δεύτερη καραντίνα είναι τελείως διαφορετική. Με έχει βρει στη φάση που δουλεύω, που κάνω γυρίσματα, που κάνω τεστ κάθε εβδομάδα. Έχω πια κουραστεί πολύ. Με τις μάσκες, με την αγωνία μην κολλήσω και το μεταδώσω σε κάποιον που θα νοσήσει και δεν θα μπορέσει να το ξεπεράσει. Μου έχουν λείψει πολύ οι γονείς μου τους οποίους δεν βλέπω. Και μου έχει λείψει πάρα πολύ η ζωντανή παράσταση.

Το ότι έχουν μείνει κλειστά τα θέατρα όλο αυτό το διάστημα μου έχει κοστίσει, έχω δε φίλους συναδέλφους που πραγματικά είναι σε κακή κατάσταση.

Μπορεί να βγήκαν τα εμβόλια και να υπάρχει ένα φως αλλά το ότι δεν βλέπουμε το τέλος με έχει τσακίσει –κι εμένα και τους γύρω μου- ψυχολογικά.

Η μιζέρια είναι τροχοπέδη για πολλά πράγματα στη ζωή μας;

Το κακό με τη μιζέρια είναι ότι τρυπώνει υπόγεια, δεν την καταλαβαίνεις και αρχίζεις πια και ζεις κάπως έτσι. Αυτή είναι η αγωνία μου. Θα τελειώσουν κάποια στιγμή όλα αυτά και θα είμαστε όλοι μουδιασμένοι. Θα αγκαλιαστούμε ξανά; Θα ξαναβγούμε; Φαντάζομαι πως ναι καθώς ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ον κοινωνικό αλλά θα μας πάρει καιρό να μπούμε στη νέα συνθήκη, στη μετά covid εποχή.

Σε τρομάζει ο χρόνος που κυλά; Γιατί και αυτός ο χρόνος που περάσαμε, έτσι όπως περάσαμε, είναι σαν να παραέγραψε πάνω μας.

Και ναι και όχι. Το γεγονός ότι έχει περάσει ένα μεγάλο διάστημα και είμαστε κάπως στο σβηστό όλοι, κάνουμε το ⅕ των πραγμάτων που κάναμε, με τρομάζει. Το ότι μεγαλώνω και το ότι περνά η ζωή μπορώ να σου πω ότι το σκέφτομαι αλλά χωρίς να με τρομάζει. Η δουλειά που κάνω με μαθαίνει να βελτιώνομαι όσο μεγαλώνω. Ανακαλύπτεις πράγματα για εσένα και νιώθεις πιο σίγουρη. Μπορεί να βλέπω πιο πολλές ρυτίδες και αλλαγές πάνω μου αλλά νιώθω καλύτερα στη φάση αυτή από ό,τι πριν 10 χρόνια, στα 30 μου. Νιώθω πιο σίγουρη για τον εαυτό μου, πιο δυνατή. Τις ρυτίδες τις σκέφτομαι λίγο παραπάνω εκεί κοντά στα γενέθλιά μου, μετά τις ξεχνάω (γέλια).

Πάμε να μου πεις για τους «Σχεδόν Ενήλικες» που προβάλλονται κάθε Πέμπτη στις 21:00 στο Mega. Για ‘μενα μία από τις πιο φρέσκιες προσπάθειες της ελληνικής τηλεόρασης που κάνει τη διαφορά.

Είμαι πάρα πολύ χαρούμενη που είμαι μέρος αυτής της δουλειάς. Το συζητούσαμε καιρό με τη Μυρτώ (σσ Κοντοβά). Θεωρώ ότι είναι ένα πανέξυπνο σενάριο και κάνει όντως τη διαφορά γιατί μιλά για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στην Αθήνα. Με αφορά και προσωπικά γιατί κι εγώ ηλικιακά κάπου εκεί κοντά είμαι με τους ήρωες. Είμαι τυχερή και χαρούμενη γιατί δουλεύω με τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Δουλεύω με τη Μυρτώ Κοντοβά που κατά τη γνώμη μου είναι μία πένα εξαιρετική, ισχυρή και φρέσκια. Δουλεύω με αυτό το φανταστικό καστ που αγαπώ πάρα πολύ και τους εκτιμώ ιδιαίτερα και επαγγελματικά αλλά και ως ανθρώπους.

Πόσο σημαντικό στις μέρες μας να ισχύει κάτι τέτοιο και να το νιώθουμε.

Πραγματικά δεν είναι εύκολο να συμβεί. Δεν έχω περάσει άσχημα στη δουλειά (γενικά), έχω κάνει πολύ ωραίες συνεργασίες αλλά το να βρεθείς με όλους αυτούς σε μία δουλειά είναι ευλογία. Και μιλάω και για το συνεργείο. Και για τον Γιώργο Παπανδρικόπουλο που κάνει τη φωτογραφία, για τα παιδιά που κάνουν την παραγωγή. Είναι μία ευτυχής συγκυρία. Είναι και η πρώτη φορά που κάνω τηλεόραση με σταθερό ρόλο. Μέχρι τώρα είχα κάνει guests. Οπότε το ότι βγαίνω στην τηλεόραση με αυτή τη δουλειά είναι ακόμα πιο σημαντικό.

Η Στέλλα τι άτομο είναι; Πώς την έχεις ψυχολογήσει;

Η Στέλλα είναι ένας κανονικός άνθρωπος θα έλεγα. Είναι ένα κορίτσι που προέρχεται από ένα πιο αστικό περιβάλλον, με μπαμπά δικηγόρο -είχε μπει και η ίδια στη Νομική αλλά δεν την τελείωσε ποτέ. Ερωτεύτηκε όμως πάρα πολύ τον Αποστόλη (Γιάννης Στάνκογλου) και είναι μαζί και αγαπιούνται πραγματικά. Τη βγάζει όμως εκτός εαυτού, ο Αποστόλης είναι αυτή η προσωπικότητα.

Είναι οξύθυμος, είναι εκρηκτικός, χάνει τη μία δουλειά μετά την άλλη και η Στέλλα καλείται να καλύψει – γιατί υπάρχει κι ένα παιδί στη μέση – αυτό το αβέβαιο που προκαλεί. Προσπαθεί να φέρει στο σπίτι το σταθερό εισόδημα που ο Αποστόλης δεν φέρνει. Παρ’ όλα αυτά έχουν μία πολύ δυνατή σχέση, αγαπιούνται πολύ και στηρίζει ο ένας τον άλλο, θα το δεις και στη συνέχεια της σειράς. Και παρόλο που είναι διαφορετικοί χαρακτήρες και τσακώνονται πολύ, είναι ένα ζευγάρι που έχει κοινούς κώδικες. Και υπάρχουν τέτοια ζευγάρια, αυτό είναι που μου αρέσει στον ρόλο.

Η Μυρτώ Κοντοβά έχει πει πως το Σχεδόν Ενήλικες είναι απόλυτα συνυφασμένο με την εποχή μας γιατί δεν είμαστε ούτε ακριβώς ενήλικες, ούτε ακριβώς παιδιά. 

Εξαρτάται και από την ηλικία σου. Νομίζω πως η δική μου γενιά, οι 40 και κάτι, είμαστε μία γενιά που κάπως έτσι νιώθουμε. Περάσαμε μία νιότη αρκετά ανέμελη και περάσαμε ωραία. Τα σημερινά 20χρονα είναι πολύ πιο ζορισμένα οπότε αναγκαστικά ωρίμασαν πολύ πιο γρήγορα από εμάς. Αυτή τη στιγμή μας έρχονται κατραπακιές που μας κάνουν να λέμε «εντάξει, πρέπει να ενηλικωθούμε αλλά και όχι ακριβώς». Για αυτό το «Σχεδόν Ενήλικες» είναι ο τέλειος τίτλος.

Ο δικός σου γάμος, η δική σου σχέση με τον άντρα σου έχει κάποιες ομοιότητες με τη σχέση της Στέλλας και του Αποστόλη;

Μπα, όχι. Εγώ, με τον άντρα μου είμαστε 10 χρόνια μαζί και δεν τσακωνόμαστε. Είμαστε ήρεμοι. Δεν τσακώνεται όμως κανένας από τους δύο. Δεν μοιάζουμε, είμαστε τελείως διαφορετικοί με τον Φοίβο αλλά έχουμε βρει μία χρυσή ισορροπία. Επειδή είμαστε και οι δύο καλλιτέχνες και επειδή αγαπάμε και οι δύο αυτό που κάνουμε, σεβόμαστε πολύ ο ένας τον χώρο του άλλου. Έχουμε καταφέρει να συνυπάρχουμε πολύ ωραία. Είμαστε δύο άνθρωποι που ζουν μαζί 10 χρόνια και δεν έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε παντρεμένοι. Έχει κρατήσει ο καθένας τον προσωπικό του χώρο και υπάρχει μία ελευθερία στη σχέση και στην καθημερινότητά μας. Δεν σημαίνει ότι επειδή είμαστε παντρεμένοι θα βγαίνουμε κάθε φορά μαζί, σου λέω ένα παράδειγμα.

Όταν ο Φοίβος βγάζει δίσκο, απομονώνεται. Εγώ, αυτό το ξέρω και το σέβομαι. Ξέρω πως είναι η στιγμή που θέλει να κλειστεί στο στούντιο και να δημιουργήσει. Αντίστοιχα, όταν εγώ κάνω πρόβες και είμαι μέσα στον κόσμο αυτό, εκείνος θα αναλάβει τα πρακτικά κομμάτια του σπιτιού για να με ξεκουράσει και να μου δώσει τον χώρο που χρειάζομαι για να μπω στη διαδικασία του ρόλου της εκάστοτε δουλειάς. Είμαστε πολύ ωραία μαζί και δεν έχω καταλάβει πώς έχουν περάσει αυτά τα χρόνια.

Συνειδητά έκανες λίγα βήματα πίσω στην καριέρα σου όταν ήρθε στη ζωή σου η κόρη σας;

Ναι, ναι, πολύ συνειδητά. Όταν γέννησα δεν ήθελα να κάνω τίποτα άλλο. Δεν είναι ότι ήθελα αλλά δεν έκανα. Αισθανόμουν ότι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε τίποτα άλλο στη ζωή μου, παρά μόνο το παιδί μας. Κράτησε περίπου 9 μήνες αυτό. Με στήριξε και ο Φοίβος πάρα πολύ σε αυτή μου την απόφαση.

Μπόρεσες να το κάνεις, είχες τη δυνατότητα.

Ακριβώς. Κι αυτή είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Μετά τους εννέα μήνες δεν με έπαιρνε να καθίσω άλλο, από πρακτική άποψη. Τότε, πολύ συνειδητά επέλεξα δουλειές που δεν θα ήταν full time. Απέρριψα προτάσεις ώστε να μην έχω και γύρισμα και παράσταση και περιοδεία. Επέλεξα να κάνω πίσω και να κάνω μικρά επαγγελματικά βήματα μέχρι να αισθανθώ ότι μεγαλώνει. Όλα αυτά τα νιώθεις, τα αφουγκράζεσαι, είναι ένστικτο. Δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο και φυσικά δεν είναι κατακριτέο. Εγώ, αισθανόμουν έτσι και την ευχαριστήθηκα πάρα πολύ εκείνη την περίοδο. Τώρα που η μικρή είναι 8 ετών το εισπράττω αυτό το πρώτο διάστημα που ήμασταν πολύ μαζί. Το βλέπω. Της έχει δώσει μεγάλη ασφάλεια. Δεν το μετάνιωσα ούτε για μία στιγμή. Δεν ένιωσα ότι με πήγε πίσω επαγγελματικά, ακόμα κι αν με πήγε.

Ο Φοίβος σε ερώτηση γιατί έκανε οικογένεια είχε πει σε συνέντευξή του: «η γενιά μας θέλει ίσως να αποφύγει τη λούπα, την οικογενειακή ζωή που έκαναν οι γονείς της. Με το κορίτσι που ερωτεύτηκα έχουμε την πίστη και το κέφι ότι θα φτιάξουμε την οικογένειά μας με τους δικούς μας όρους».

Έτσι είναι. Ο Φοίβος είναι ένας άνθρωπος που είναι τόσο συντονισμένος με το τώρα, με τη στιγμή, με το πώς νιώθει, που δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει κάτι επειδή έτσι πρέπει να γίνει. Δεν ήταν δεδομένο ότι επειδή γνώρισε εμένα και με ερωτεύτηκε κι εγώ ήθελα να κάνω παιδιά, θα έκανε. Το έκανε γιατί συντονίστηκε με εμένα. Γιατί εμείς μαζί το θελήσαμε και το κάναμε. Αυτό είναι κάτι που ο Φοίβος το κάνει σε όλη του τη ζωή. Εγώ καμια φορά μπορεί να παρασυρθώ και να με πιάσει πανικός «τι θα κάνουμε;» Μου απαντά θα κάνουμε, εμείς οι δύο θα το κάνουμε. Αυτή είναι η λούπα που εννοεί. Δεν υπάρχει το ότι επειδή οι γονείς μας το έκαναν έτσι, πρέπει να το κάνουμε έτσι κι εμείς.

Προσπαθήσατε να αποφύγετε, εκούσια ή ακούσια, την αναπαραγωγή ενός συγκεκριμένου μοτίβου συμπεριφοράς των δικών σας γονιών;

Δεν είχαμε να αποφύγουμε κάποια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Είμαστε τυχεροί. Προερχόμαστε από οικογένειες που ταιριάζουν μεταξύ τους και το κοινό μας στοιχείο είναι ότι πήραμε πολλή αγάπη από αυτές. Δεν υπήρχε ένα μοντέλο που είπαμε «αυτό εμείς δεν θα το κάνουμε με τίποτα». Το σίγουρο είναι πως εμείς είμαστε πιο χαλαροί σε σχέση με το μεγάλωμα του παιδιού μας. Πήραμε πολλή αγάπη και δίνουμε πολλή αγάπη στην κόρη μας. Η οικογένεια είναι για εμάς σημαντική. Θέλουμε το παιδί μας να έχει δεσμούς με τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Κάνουμε ως γονείς αυτό που νιώθουμε πως είναι σωστό.

Έγινες καλύτερη κόρη όταν έγινες μαμά;

Πάρα πολύ. Τους κατάλαβα πάρα πολύ τους γονείς μου κι ακόμα τους το λέω. Όσο μεγαλώνει το παιδί και μου λέει πράγματα, θυμάμαι όσα έλεγα εγώ στη μαμά μου. Τους κατάλαβα πολύ, τους αγάπησα περισσότερο από τότε που έγινα μαμά και τους συγχώρεσα και για κάποια πράγματα. Κάποιες συμπεριφορές που τότε μου είχαν φανεί άδικες, τώρα τις καταλαβαίνω.

Την αγάπη σου για το θέατρο στην εμφύσησαν οι γονείς σου;

Ο μπαμπάς μου είναι αρχιτέκτονας και ήταν καθηγητής και στο Πολυτεχνείο και η μαμά μου πολιτικός μηχανικός. Η δίδυμη αδερφή είναι αρχιτεκτόνισσα, ο αδερφός μου πολιτικός μηχανικός. Όλος μου ο περίγυρος κινούνταν γύρω από το Πολυτεχνείο οπότε εγώ ήμουν το παιδί που ήθελε κάτι άλλο. Όμως, οι γονείς μου έβλεπαν και βλέπουν πολύ θέατρο. Μας πήγαιναν στο θέατρο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.

Πηγαίναμε όταν ήμασταν μικροί σε παραστάσεις για ενήλικες όλοι μαζί και λέω σήμερα πόσο μπροστά από την εποχή τους ήταν οι γονείς μας. Πηγαίναμε σε παραστάσεις του Βογιατζή, στο Απλό Θέατρο, βλέπαμε Καταλειφό όταν εγώ ήμουν Β’ Γυμνασίου, έβλεπα Μάμετ. Οι γονείς μας θεωρούσαν πως με το θέατρο άνοιγαν οι ορίζοντές μας. Την αγάπη μου για το θέατρο μου την εμφύσησαν οι γονείς μου αλλά το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν περίμεναν να γίνω ηθοποιός.

Σε παρότρυναν όμως όταν πήρες την απόφαση;

Ήταν ο πατέρας μου, που στην Γ’ Λυκείου όταν έγινε η κουβέντα του τι θα κάνω στη ζωή μου, μου είπε πρέπει να γίνεις ηθοποιός. Εγώ, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τολμούσα να το πω αν και το είχα αποφασίσει από την ηλικία των 12.

Τόσο νωρίς;

Είδα τον «Αμερικάνικο Βούβαλο» του Μάμετ στο Θέατρο Εμπρός. Μία θρυλική παράσταση με Δημήτρη Καταλειφό, Γιώργο Κέντρο και Δημήτρη Τάρλοου. Είχα πάει με τους γονείς μου. Είχα μαγευτεί, θυμάμαι ακόμα τι φορούσα, ποιος καθόταν δίπλα μου, το θέατρο. Θυμάμαι ότι έκλειναν τα φώτα, κοιτούσα τη σκηνή κι έλεγα «εγώ στη ζωή μου θέλω να κάνω αυτό, να βρεθώ σε αυτή τη θέση». Το σκέφτηκα αλλά δεν το είπα ποτέ σε κανέναν. Οι γονείς μου όμως με παρατηρούσαν. Άρχισα να πηγαίνω μόνη μου θέατρο, Σάββατο βράδυ. Το έβλεπαν οι γονείς μου.

Στα 18 μου που έγινε η κουβέντα για το τι θέλω να κάνω στη ζωή μου ο πατέρας μου μού είπε «Βάσω, έχω την αίσθηση ότι θέλεις να γίνεις ηθοποιός. Αν θέλεις να το κάνεις, κάνε το, σπούδασέ το». Και η μαμά μου μού είπε δεν είναι απαραίτητο αυτό που θα σπουδάσεις να το ακολουθήσεις επαγγελματικά, μπορεί να αλλάξεις γνώμη. Δώσε όμως στην υποκριτική μία ευκαιρία. Είπα αυτό θέλω να κάνω. Ήταν τόσο πολύτιμο το στήριγμά τους. Τώρα πια είναι πολύ χαρούμενοι και περήφανοι που το ακολούθησα. Και που ένα παιδί τους κάνει κάτι διαφορετικό (γέλια).

Ένιωσες ποτέ η κυρία του κυρίου; Ένιωσες πως υπάρχει μία ταμπέλα που θέλεις να αποτινάξεις από πάνω σου;

Ποτέ. Και λέω ποτέ γιατί αυτό για να συμβεί πρέπει να το νιώθει κι ο άλλος. Να σε κάνει κάποιος να νιώσεις έτσι, να σε αντιμετωπίζει με αυτόν τον τρόπο.

Ο Φοίβος δεν έχει καμία σχέση με όλο αυτό. Δεν αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως κάτι μοναδικό και έχουμε τόσο ισότιμη σχέση και σεβασμό απόλυτο ο ένας στην τέχνη και το ταλέντο του άλλου που ποτέ δεν έχω αισθανθεί έτσι.

Έχω την αίσθηση ότι πολύς κόσμος δεν ξέρει καν ότι είμαστε μαζί. Έχω συναντήσει ανθρώπους που καταλαβαίνουν από τα συμφραζόμενα ότι είμαστε ζευγάρι.

Δεν ζούμε καθόλου έτσι τη ζωή μας.Με τον Φοίβο έχουμε γνωριστεί μέσα από τις δουλειές μας, δεν είναι ότι τον γνώρισα πριν καν γίνω ηθοποιός. Εκτιμούσα κι αγαπούσα τόσο πολύ τη δουλειά του και μετά γνώρισα τον Φοίβο ως άνθρωπο και αντίστοιχα εκείνος με είδε σε παράσταση. Μετά ξεκίνησε η προσωπική μας ιστορία. Υπήρχε και υπάρχει αλληλοεκτίμηση, σεβασμός και απόλυτος θαυμασμός στο ποιος είναι ο καθένας στη δουλειά του.

Πόσο έρχεται αυτό που μου λες να κουμπώσει υπέροχα με όσα λέγαμε στην αρχή της κουβέντας μας αναφορικά με τους ανθρώπους με τα εσωτερικά κενά που νιώθουν την ανάγκη να επιβληθούν για να νομίσουν πως υπάρχουν.

Από το μέσα μας ξεκινούν όλα. Είναι τεράστια η παρεξήγηση που υπάρχει και νομίζω πως θα ξεκαθαριστεί έπειτα από τις καταγγελίες πως η εκπαίδευση και η τέχνη ενός καλλιτέχνη δεν έχει καμία σχέση με την επιβολή εξουσίας και με μαύρες και σκοτεινές περιοχές. Δεν χρειάζεται να υποφέρεις για να γίνεις καλός ηθοποιός, καλός τραγουδοποιός και πολλά άλλα.

Το πόσο υποφέρεις μέσα σου, το τι κουβαλάς και ποιες είναι οι εμπειρίες σου είναι ένα τελείως διαφορετικό κομμάτι από την ουσία της τέχνης. Το ότι εσύ πέρασες δύσκολα στο ξεκίνημά σου δεν σημαίνει ότι οφείλουν να περάσουν όλοι γύρω σου δύσκολα για να γίνουν ηθοποιοί. Τα σκοτάδια σου και τα τραύματα της ψυχής σου πρέπει να τα δουλέψεις και να τα λύσεις κι όχι να τα πετάξεις πάνω σε άλλους για να αισθανθείς καλύτερα.