ΤΟ Α

Το δωμάτιο με το νούμερο 331

Unsplash

Στο νοσοκομείο ήξερα πώς ανεβαίνει η πλάτη σε όλα τα κρεβάτια. Δεν ήταν ασήμαντο, είχα διαπιστώσει ότι πολλοί γιατροί δεν ήξεραν. Όσο περίμενα τη θεραπεία της μητέρας μου στο δωμάτιο της κλινικής που νοσηλευόταν, ανεβοκατέβαζα κρεβάτια εντυπωσιάζοντας γιατρούς και νοσηλευτές.

Έτσι ένιωθα ότι με ένα τρόπο ήμουν κι εγώ σε κάτι ειδήμων. Εντάξει δεν ήταν τόσο σημαντικό, όμως και η ιατρική δεν φτάνει όταν πρέπει να ανασηκώσεις ένα ταλαιπωρημένο κορμί για να του περάσεις πεταλούδα. Οι ασθενείς πάντως με ευγνωμονούσαν.

Τέσσερις φιλοξενούσε τότε το 331, το ένα από τα πολλά δωμάτια που είχε νοσηλευτεί η μητέρα μου εκείνα τα δύο χρόνια που πάλευε με τον καρκίνο. Δεν ήταν καν εκείνο στο οποίο είχαμε περάσει τον περισσότερο καιρό, όμως ήταν αυτό που θυμάμαι περισσότερο. Εκτός από τη μαμά μου νοσηλεύονταν σε αυτό άλλες τρεις γυναίκες.

Η κυρία Σωσώ ήταν εξαιρετικά κοντή. «Μερικές γυναίκες είναι τόσο κοντές», είχε πει μια μέρα η μαμά μου, που ήταν 1,68, όχι δηλαδή και η Κάτια Δανδουλάκη. «Πραγματικά τις λυπάμαι». Αν όντως ίσχυε εκείνη η δήλωση, τότε σίγουρα η κ. Σωσώ ήταν μέσα σε αυτές. Όπως ξάπλωνε στο κατάλευκο κρεβάτι της έμοιαζε με εκείνα τα μεταμοντέρνα γεύματα που μια σταλιά φαγητό στριμώχνεται στη μέση ενός τεράστιου πιάτου. Η κυρία Σωσώ είχε καρκίνο στο συκώτι, αλλά ήταν γκουρμέ.

Το 331 ήταν για εμάς το σπίτι μας. Το σπίτι που φιλοξενούσε ζεστά εμάς, τον κόσμο μας, τους ανθρώπους και τις αρρώστιες μας.

Είχε μόνο την κόρη της να την επισκέπτεται. Ήταν μια γλυκιά γυναίκα γύρω στα 45, ξανθιά όπως πρέπει να ήταν και η Σωσώ στα νιάτα της, αλλά ψηλή. Ερχόταν τα απογεύματα μετά τη δουλειά, και έφερνε τυροπιτάκια τα οποία η κ. Σωσώ ποτέ δεν κατάφερνε να φάει. Βασική παρενέργεια της θεραπείας της ήταν η ναυτία, τίποτα δεν μπορούσε να βάλει στο στόμα της, αλλά το χειρότερο ήταν ότι από την εξάντληση μετά βίας μπορούσε να μιλήσει.

Σύμφωνα με την κόρη της αυτό της είχε στοιχίσει περισσότερο, καθώς η κ. Σωσώ λάτρευε να μιλάει. Μιλούσε συνέχεια για τα πάντα, μέχρι να αρρωστήσει. Στο 331 μιλούσε ελάχιστα. Οι παρεμβάσεις της ήταν άσχετες και γίνονταν σε διάφορα σημεία της ημέρας. Συνήθως ήταν η επαναλαμβανόμενη φράση «βοήθεια ένα γιατρό» που ξεστόμιζε σχεδόν ψιθυριστά, χωρίς πανικό ή απελπισία, περισσότερο σαν μια επωδό. Παρότι τις περισσότερες ώρες της ημέρας κρατούσε σφιχτά στο χέρι της το κουμπί για τις νοσοκόμες, ποτέ δεν το πατούσε.

Δεν ζητούσε στα αλήθεια κάποια πρακτική βοήθεια. Υπέθετα πως αυτό το «βοήθεια, ένα γιατρό» ήταν ο τρόπος της, έτσι χαμένη στο σύννεφο της αρρώστιας της, να μας εκφράζει ότι πονάει, ότι κουράστηκε, ότι βαριέται, ότι θυμήθηκε πόσο άρρωστη είναι. Μια επίκληση περισσότερο στον Θεό, παρά στον γιατρό. Περισσότερο στον εαυτό της, παρά σε ‘μας. Μια εκτόνωση, παρά ένα αίτημα.

Η κυρία Αναστασία πάλι ήταν στα νιάτα της κρεβατογεμίστρα, μια λέξη φανταστική που μου είχε μάθει ο άντρας της, ο κύριος Ορέστης, που τη φώναζε ακόμα «χοντρούλα», παρότι ούτε χοντρούλα ήταν πια, αλλά ούτε νομίζω πως τον άκουγε. Η νόσος του Στίβεν Χόκινγκ από την οποία έπασχε -είμαι σίγουρη ότι είχε και κάποια επιστημονική ονομασία αλλά κανείς δεν την χρησιμοποιούσε- της έχει ρουφήξει όλα εκείνα τα λαχταριστά κρέατα που γέμιζαν τα κομψά ρούχα της, τα πάλλευκα πια μάγουλά της και το κρεβάτι του κύριου Ορέστη.

Από την κυρία Αναστασία η αρρώστια είχε στερήσει το φαγητό. Δεν μπορούσε να φάει παρά μόνο μέσα από τα σωληνάκια που μπαινόβγαιναν στη μύτη της. Γενικά έμενε στο σπίτι της, εκτός από τις φορές που τόσο παρακαλούσε για μια κουταλιά μερέντα, λίγο ζελέ ή μια πραγματική γουλιά νερό, που κάποιος τελικά της την πρόσφερε και όλη αυτή η γενναία μπουκιά πήγαινε κατευθείαν στα πνευμόνια της και την έφερναν εκτάκτως στο νοσοκομείο.

Εκεί τη φρόντιζαν για τη λοίμωξη που της προκαλούσε αυτή η σκανταλιά και η γιατρός τής έκανε παρατήρηση που ήταν τόσο πεισματάρα. «Αφού δεν μπορείς να καταπιείς, κυρία Αναστασία μου, γιατί επιμένεις; Ο ορός σου προσφέρει όλα τα απαραίτητα, δεν είπαμε;» Ολα, εκτός από γεύση.

Το τέταρτο μέλος της ιδιότυπης συμμορίας ήταν η κυρία Τερζή. Κάπως παράξενο που δεν θυμάμαι το μικρό της όνομα παρότι ήταν η μόνη στην οποία μιλούσα στον ενικό. Η πιο δυναμική, η πιο γλωσσού, η πιο δραστήρια, ήταν ζήτημα να καθόταν πέντε λεπτά την ώρα στο κρεβάτι της. Ήταν στρουμπουλή, μιλούσε δυνατά, έβλεπε πάντα τον Παναθηναϊκό στο μπάσκετ και την επισκέπτονταν άντρες φίλοι της που της μετέφεραν νέα από τον Φοίνικα Πειραιά, μια τοπική ομάδα καλαθοσφαίρισης στην οποία είχε διατελέσει παράγοντας.

Όταν βαριόταν ξαπλωνόταν στο κρεβάτι της σαν λουκουμάς που κακοφόρμισε στο τηγάνι, σήκωνε την μπλούζα της και έξυνε με ευλάβεια την αφράτη κοιλιά της. Βασικό σύμπτωμά της ήταν η φαγούρα. Κάθε μήνα για καμιά δεκαριά μέρες έμενε στο νοσοκομείο, αφού η συνήθως ροδοκοκκινισμένη μουσούδα της, πρασίνιζε, έπιανε να ξύνεται και στο τέλος πάθαινε ίκτερο.

Έτσι την έφερναν εκεί και την άρχιζαν στις εξετάσεις τις οποίες κανείς ποτέ δεν της εξηγούσε επαρκώς κι εκείνη γυρόφερνε στους διαδρόμους αποκαλώντας τον γιατρό της «μπαγάσα». Κυρίως γιατί δεν την άφηνε να πηγαίνει στο γήπεδο. Η παράξενη αρρώστια της Τερζή της είχε στερήσει το μπάσκετ.

Το ηρωικό 331 από τους πρωταγωνιστές του οποίου πλέον μόνο εγώ είμαι ζωντανή, όπως φαντάζομαι και όλα τα δωμάτια νοσοκομείων μέχρι πριν από περίπου ενάμισι χρόνο, ήταν μια μικρή κοινωνία. Πονεμένη μεν, με χρόνο σχετικό που ξεκινούσε και τελείωνε μεταξύ του πρώτου και του τελευταίου ορού της ημέρας, που σε έκανε όμως να νιώθεις ασφαλής με τους γιατρούς, τις τρεις συγκατοίκους και τις γκεστ εμφανίσεις των συγγενών τους, με τις δεκάδες νοσηλεύτριες που ξέραμε μια μια με τα ονόματά τους.

Το 331 ήταν για εμάς το σπίτι μας. Το σπίτι που φιλοξενούσε ζεστά εμάς, τον κόσμο μας, τους ανθρώπους και τις αρρώστιες μας.

Όταν τελικώς η μητέρα μου έφυγε, ήμουν δίπλα της. Τις επόμενες ημέρες δεκάδες φίλοι πέρασαν από το σπίτι μου. Εναλλάσσονταν κάθε μέρα, κανόνιζαν μεταξύ τους βάρδιες ανάλογα με τις δουλειές τους για να μην μένω ποτέ μόνη.

Μια επίκληση περισσότερο στον Θεό, παρά στον γιατρό. Περισσότερο στον εαυτό της, παρά σε ‘μας. Μια εκτόνωση, παρά ένα αίτημα.

Ξενυχτούσαν δίπλα μου, μαζεύονταν στο μπαλκόνι ενώ εγώ επιτέλους κοιμόμουν νιώθοντας ασφάλεια ότι είναι εκεί, μαγείρευαν, έλεγαν αστεία, με κρατούσαν αγκαλιά, μοιραζόμασταν τσιγάρα και πατατάκια. Στην κηδεία της ήρθε κάτι σαν ένα εκατομμύριο κόσμος, κι όλοι για μένα είχαν λόγο που ήταν εκεί παρότι δεν θυμόμουν καν ποιοι ήταν μετά, μέσα στο σύννεφο της θλίψης μου.

Ήταν όλοι μαζί ένα κύμα που με σήκωνε ψηλά και με κρατούσε στην επιφάνεια. Στα σαράντα αποφάσισα μόνο να παραβρεθώ σε ένα γεύμα για άπορους ενός ιδρύματος στον Κολωνό που κάλυψα οικονομικά αντί μνημοσύνου, στη μνήμη της μητέρας μου. Πενήντα άνθρωποι που δεν είχα ξαναδεί ποτέ με αγκάλιασαν ένας ένας και μου είπαν να έχω την ευχή της πάντα.

Την προηγούμενη εβδομάδα ένας κοντινός μου άνθρωπος έφυγε μετά 15 ημέρες νοσηλείας, τις τελευταίες εκ των οποίων διασωληνωμένος στην εντατική, από κορωνοϊό. Δεν έχω ιδέα ποια ήταν η κοινωνία του δωματίου του. Δεν μπήκε ποτέ εκεί κανένας συγγενής.

ΣΧΕΤΙΚΟ ΘΕΜΑ

Όταν τελικώς έφυγε, δεν μπόρεσα να επισκεφθώ την γυναίκα του κι όταν τελικώς τη δω δεν θα μπορέσω να την αγκαλιάσω. Εκείνη δεν μπόρεσε να δει τον άντρα της σε καμία φάση μετά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο. Κανείς μας δεν θα μπορέσει να πάει στην κηδεία.

Οι αρρώστιες έρχονται και παίρνουν ακριβώς αυτά που χρειάζεσαι. Την κουβέντα από την κ. Σωσώ, το φαγητό από την κ. Αναστασία, το μπάσκετ από την Τερζή. Δεν παίρνουν από όλους τα ίδια. Εκτός αν είναι πανδημίες. Που παίρνουν από όλους -άρρωστους και μη- τα πάντα. Δηλαδή τους άλλους.