ΤΟ Α

Ο Μιχάλης

Pexels

Στην αρχή ήταν η Ηλέκτρα. Ήταν πριν κάνα χρόνο, σε εκείνο το διάλειμμα του 2020 που λειτουργούσαν τα σχολεία, όταν η Αγγελική γύρισε ένα μεσημέρι και αποφάσισε να με ενημερώσει για τα είδη οικογένειας που είχαν μάθει εκείνες τις μέρες στην τάξη. Η πυρηνική, η εκτεταμένη, η μονογονεϊκή και το ζευγάρι. Με έναν πολύ πιο χαριτωμένο και ενδιαφέροντα τρόπο από αυτόν που θα το κάνω εγώ, η Αγγελική με ενημέρωσε ότι το ζευγάρι είναι μόνο μαμά και μπαμπάς χωρίς παιδιά, η μονογονεϊκή είναι μαμά και παιδί ή μπαμπάς και παιδί, στην εκτεταμένη ο παππούς και η γιαγιά μένουν μαζί με τους υπόλοιπους και η πυρηνική είναι μαμά, μπαμπάς και παιδιά. «Πολύ ωραία», είπα, «εμείς τι οικογένεια είμαστε;». «Μονογονεϊκή», φώναξε με ενθουσιασμό και κάπου εκεί κατάλαβα ότι όλα αυτά που φοβόμουν πριν πάει σχολείο ήταν μπούρδες. Όπως τα περισσότερα πράγματα που φοβάμαι, βέβαια.

Ήταν μια καλή ευκαιρία να της υπενθυμίσω ότι υπάρχουν και οικογένειες που δεν είναι αγόρι-κορίτσι, αλλά και αγόρι-αγόρι ή κορίτσι-κορίτσι, το οποίο θυμόταν από προηγούμενη συζήτηση και επίσης ανακοίνωσε με ενθουσιασμό. Ίσως γιατί τη βόλευε. Όπως με ενημέρωσε, είχε αποφασίσει να παντρευτεί την Ηλέκτρα. Η Ηλέκτρα ήταν ένα alpha female της τάξης της, την είχα ήδη γνωρίσει στο μόνο πάρτι που πρόλαβε η χρονιά της Αγγελικής να κάνει, πριν ξεκινήσει ο κορονοϊός. Ένα οριακά μεγαλύτερο κοριτσάκι, μελαχρινή και νταρντάνα, καπάτσα και αποφασιστική, μόνιμη αρχηγός στα παιχνίδια και φωνακλού, που συγκέντρωνε την προσοχή και τον θαυμασμό των περισσότερων συμμαθητών της. «Τέλεια», της είπα, «η Ηλέκτρα θέλει να σε παντρευτεί;» «Δεν την έχω ρωτήσει», μου απάντησε με ελαφρά ντροπή. «Ε πρέπει να τη ρωτήσουμε», συμπλήρωσα. «Όχι, εκείνη πρέπει να με ζητήσει σε γάμο», γιατί το μυαλό της είχε δεχτεί ένα λεσβιακό ζευγάρι, αλλά είχε ήδη τοποθετήσει τον εαυτό της στο ρόλο του κοριτσιού και αρνιόταν να κάνει την κίνηση της πρότασης. «Έλα τώρα, μαμά, δεν είμαι αγόρι», μου είπε με ύφος duuuh, και γέλασα από το πόσο παράξενα και ύπουλα τρυπώνουν τα στερεότυπα ακόμα και σε ένα τόσο νεόκοπο μυαλουδάκι. «Εγώ ξέρω πολλά κορίτσια που έχουν κάνει πρόταση γάμου», της αντέτεινα, «σκέψου το και αν θέλεις, κάν’ το.» Το σκέφτηκε λίγο. «Ίσως πρέπει να παντρευτώ αγόρι», είπε τελικά. «Ό,τι προτιμάς, έχεις καιρό ακόμα για να αποφασίσεις», απάντησα αδιάφορα. «Υπάρχει κανένα αγόρι που σου αρέσει;»

Στον κόσμο των νηπίων η κόρη μου ζει την πρώτη της απόρριψη. Και εγώ μαζί της.

Κάπου εκεί έγιναν όλα πιο καθαρά. Αφού άρχισε να κάνει νευρικές κινήσεις, να παίζει με τα μαλλιά της, να κοιτάει αλλού, είπε μέσα από τα δόντια της «σίγουρα όχι ο Μιχάλης» και γέλασε υστερικά. Οκ έγινε, σίγουρα ο Μιχάλης. «Αλλά δε θέλω να παντρευτώ τον Μιχάλη», με πρόλαβε, «γιατί παίζει συνέχεια με το παπούτσι του, ΑΠΟ ΚΑΤΩ!» Δεν κατάφερα να παραμείνω σοβαρή, ήταν από τις πιο πειστικές δικαιολογίες απόρριψης που έχω ακούσει.

Λίγες ημέρες αργότερα, δεύτερο κύμα κορονοϊού επελαύνει, τα σχολεία κλείνουν πάλι, ξεχνιέται και η Ηλέκτρα και ο Μιχάλης και το παπούτσι του. Οι οικογένειες -ζευγάρια, πυρηνικές, μονογονεϊκές ή εκτεταμένες- κλείνονται σπίτια τους, τα νηπιακά ειδύλλια αφήνονται για πιο ξέγνοιαστες εποχές, παλεύουμε να διατηρήσουμε την σωματική και ψυχική μας υγεία αλώβητη.

Όταν στις αρχές Ιουνίου, έχω χτυπήσει ήδη την πρώτη δόση Φάιζερ και η Αγγελική επιστρέφει στο σχολείο, ο Μιχάλης και η Ηλέκτρα είναι ακόμα εκεί, όμως η υπεροχή του Μιχάλη διαφαίνεται έντονα. Αυτό που επίσης διαφαίνεται έντονα είναι πως ο Μιχάλης έχει την Αγγελική εντελώς χεσμένη. Δεν τον συγκινούν οι χαριτωμένες της αφέλειες, τα σκιστά της μάτια, η εξωτική της ομορφιά, η ομοιότητά της με την Bjork, το πλούσιο λεξιλόγιο, η κουλ μαμά της, όλα αυτά που θαυμάζουμε οι μεγάλοι και την κάνουν τη μασκώτ της πυρηνικής, μονογονεϊκής, αλλά και εκτεταμένης μας οικογένειας και το πιο όμορφο πλάσμα στον κόσμο στα μάτια μου. Στον κόσμο των νηπίων η κόρη μου ζει την πρώτη της απόρριψη. Και εγώ μαζί της.

Από ποιόν; Από τον Μιχάλη. Που από ό,τι καταλαβαίνω από τις όλο και πιο γλαφυρές περιγραφές της Αγγελικής έχει χεσμένους τους πάντες. Διαλύει καθημερινά το σπιτάκι της αυλής του σχολείου, παρότι τον στέλνουν καθημερινά τιμωρία, φωνάζει συνέχεια, και ανταποκρίνεται στο ενδιαφέρον της κόρης μου σπρώχνοντάς τη, λέγοντάς της ότι δε τη θέλει για φίλη, υποστηρίζοντας ότι το φόρεμά της τον ζεσταίνει όταν πηγαίνει και κάθεται δίπλα του. Το φόρεμά της, αυτό που της έφερε η Νάνσυ, ένα ροζ με πολύχρωμα πουα και ανοιχτή πλάτη, σα να λέμε το ωραιότερο φόρεμα του γνωστού σύμπαντος. Την ώρα που εγώ ψυχορραγώ μέσα μου, παίζοντάς το απ’ έξω μου εντελώς κουλ, η Αγγελική περιγράφει τις αντιδράσεις, όχι κλαίγοντας, όχι με παράπονο, αλλά με έναν άγριο ενθουσιασμό. «Ρε συ Αγγελική, ο Μιχάλης μου φαίνεται λίγο αγενής», λέω, για να μην πω μαλάκας, «είσαι σίγουρη ότι θες να κάνεις παρέα μαζί του;» Μα φυσικά, μου απαντάει και έχω αρχίσει να φτιάχνω σενάρια θύματος στο μυαλό μου, που ταιριάζουν σε κωστοπουλικά αποφθέγματα περί γραμματόσημου, πως «όσο τη φτύνει, τόσο κολλάει». Οι προβολές ξεχύνονται σαν τσουνάμι, θέλω να της πω ότι όλοι αυτοί οι δήθεν σκληροί τύποι που της φαίνονται τόσο συναρπαστικοί είναι εντελώς βαρετοί στην πραγματικότητα, πως αυτός ο άγριος ενθουσιασμός της κατάκτησής τους κρατάει γύρω στα 5 λεπτά αφού ενδώσουν, και η μαγεία των σχέσεων βρίσκεται τελικά στην αμοιβαιότητα.

Σα να πίστευα μια ολόκληρη ζωή ότι οι σχέσεις έρχονται με βάρος και το κυριότερο, πως βάρος κουβαλάμε κι εμείς σε αυτές. Αυτή είναι η ανταλλαγή μας. Δεν είναι ένας, τελικά, αλλά δύο οι δύσκολοι, παράξενοι και απρόσιτοι. Και μαντέψτε ποιος είναι ο δεύτερος.

Μετά θυμήθηκα πώς ένιωθα εγώ όταν ήμουν λίγο πιο μεγάλη από εκείνη. Το θυμήθηκα μέσα σε ένα σύννεφο, με το μυαλό του 10χρονου, που κάπως σα να μη μου έβγαζε νόημα τώρα, αλλά το θυμήθηκα καθαρά. Ήθελα ο σύντροφός μου, το αγόρι μου τέλος πάντων, να είναι δύσκολος, παράξενος και απρόσιτος. Ήθελα να είναι έτσι με όλους, αλλά να είναι διαφορετικός με μένα. Να είμαι εγώ αυτή που τον ξεκλειδώνει, μόνο εμένα να αγαπάει, μόνο εμένα να μη βρίσκει βαρετή. Ξαφνικά έβγαζε νόημα και στο σήμερα, ταίριαζε με τον έναν τρόπο ή τον άλλον σε κάθε σχέση που είχα. Το προφίλ του δύσκολου, παράξενου ή απρόσιτου έπαιζε σχεδόν σε όλους, απλώς με κάποιους τα κατάφερνα καλύτερα από ότι με άλλους. Φαντάζομαι ανάμεσα στα άλλα, όλο αυτό ικανοποιούσε μια ανάγκη να νιώθω ξεχωριστή. Όμως, στο τέλος της μέρας, όταν ο παράξενος, απρόσιτος, δύσκολος παρέμενε έτσι και με μένα, συχνά χωρίς δική μου ευθύνη, γιατί απλώς έτσι ήταν για πολλούς εντελώς δικούς του λόγους, πόσο ξεχωριστή ένιωθα; Και τελικά, αυτό που συνειδητοποιούσα τώρα κι όλα αυτά εξαιτίας του Μιχάλη, ακόμη κι όταν τα κατάφερνα και το αντικείμενο του πόθου μου με διάλεγε ως μόνη αχτίδα φωτός και με λάτρευε ως τέτοια, μια άλλη ανάγκη που όσο μεγάλωνα έβρισκα και πιο κεντρική, δεν ικανοποιείτο. Η ανάγκη να είμαι χαρούμενη. Να είναι η σχέση μου πηγή χαράς, ακόμα κι όταν όλα τα άλλα αποτυγχάνουν. Ξαφνικά κατάλαβα πως για χρόνια δεν είχα αντιληφθεί τη σημασία αυτής της ανάγκης. Σα να πίστευα μια ολόκληρη ζωή ότι οι σχέσεις έρχονται με βάρος και το κυριότερο, πως βάρος κουβαλάμε κι εμείς σε αυτές. Αυτή είναι η ανταλλαγή μας. Δεν είναι ένας, τελικά, αλλά δύο οι δύσκολοι, παράξενοι και απρόσιτοι. Και μαντέψτε ποιος είναι ο δεύτερος.

Επέστρεψα στην κουβέντα με την Αγγελική.
Κι εσύ τι κάνεις όταν σε διώχνει ο Μιχάλης;
Τον κυνηγάω και όταν δεν βλέπει του κάνω μπζζζ στο σβέρκο και γελάω.
Κι αυτός τι κάνει;
Φεύγει ή με σπρώχνει. Αλλά μετά πάω πάλι.
Γιατί;
Γιατί έχει πλάκα.
Δε νομίζω ότι ο Μιχάλης έχει την ίδια γνώμη.
Τι μας λες; Τότε στο τέλος γιατί γελάει;

Έμεινα για λίγο σιωπηλή. Τώρα καταλάβαινα. Την ώρα που εγώ ανησυχούσα μήπως η Αγγελική ακολουθήσει το δρόμο της δυσκολίας και της παραξενιάς επειδή διάλεγε τον απρόσιτο Μιχάλη, εκείνη ήταν απλώς η χαρά. Και σε όποιον αρέσει.