Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι πολύ καλά με τον εαυτό της κι αυτό βγαίνει προς τα έξω
ΒΟΗΘΟΣ STYLING: ΜΑΡΙΑ ΜΠΟΥΡΛΕΣΣΑ
MUA & HAIR STYLING: ΙΩΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΗ
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΟ BAR 2046 ΤΟΥ CINOBO OPERA, ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ 57, ΑΘΗΝΑ
- 2 ΝΟΕ 2026
Μερικές από τις πιο δυνατές μου αναμνήσεις σε σχέση με τα θεάματα που έχω δει στη ζωή μου, συνοδεύονται από το πρόσωπο της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη. Είμαι βέβαιη ότι δεν είμαι μόνη. Ξέρω ότι η Καραμπέτη είναι ο λόγος που κι εσύ θυμάσαι πού ήσουν όταν έβλεπες στην τηλεόραση Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά, Η αγάπη άργησε μια μέρα, Αγάπη Παράνομη, Η Μεγάλη Χίμαιρα. Σε θυμάσαι ακόμα να βλέπεις την Ηλέκτρα του Πίτερ Στάιν, τις Βάκχες του Άρη Μπινιάρη ή τις Τρεις Αδερφές του Δημήτρη Καραντζά και πόσα ακόμα. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι ο λόγος που θυμάσαι την Ελεύθερη Κατάδυση, την Ευτυχία και τη Φόνισσα στη σκοτεινή αίθουσα του σινεμά. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη έχει μια μαγνητική ποιότητα στη σκηνή και κάτω από αυτή.
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη έχει κάτι εξίσου μαγνητικό καθώς ετοιμάζεται να φωτογραφηθεί για το LadyLike στο Bar 2046 του Cinobo Opera ένα φθινοπωρινό απόγευμα Δευτέρας. Μας μαγνητίζει καθώς προετοιμάζεται και μιλάμε από τον καιρό μέχρι την πολιτική, την επικαιρότητα, την καθημερινότητά μας και βεβαίως την τέχνη. Στέκεται μπροστά στον φωτογραφικό φακό έτοιμη κι ανακαλύπτουμε μαζικά ότι «έχει καταπιεί» κάποιο φως που δεν υπάρχει εκεί γύρω. Αυτό μάλλον θα σημαίνει κυριολεκτικά «αυτόφωτη».
Ο μαγνητισμός αυτός την ακολουθεί κι αφού βρεθούμε η μία απέναντι στην άλλη ενώ πατάω το rec. Μιλά για την εμβληματική Λαίδη Μακμπέθ που θα υποδύεται από τον Νοέμβριο στον ΜΑΚΜΠΕΘ της Κατερίνας Ευαγγελάτου, τη Δόξα Διδυμοτείχου όπου γεννήθηκε, την ισότητα που δεν βλέπουμε γύρω μας, τις ηρωίδες της που όταν βρίσκονται στις στιγμές της παρακμής τους είναι πιο κοντά στον δικό της ψυχισμό, τον ηλικιακό ρατσισμό, τις γυναικοκτονίες και τις ανθρώπινες σχέσεις και εγώ βρίσκω τελικά τον λόγο που θα θυμάμαι για πάντα και το φετινό φθινόπωρο με φωτογραφική ακρίβεια. Ο λόγος είναι η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.
– Κοιτώντας πίσω στα παιδικά σου χρόνια στο Διδυμότειχο βλέπεις σημάδια ότι θα έκανες κάτι άλλο, ότι θα είχες τη μοναδική πορεία που διέγραψες;
Γεννήθηκα στη Δόξα Διδυμοτείχου. Τότε δεν το ήξερα, αλλά εκ των υστέρων αναγνωρίζω 3 πράγματα ως σημάδια. Καταρχάς στο σχολείο είχα μία πολύ αγαπημένη δασκάλα που ακούγοντάς με να διαβάζω στο μάθημα των ελληνικών, διέκρινε ότι εκεί κάτι υπήρχε. Οπότε σε όλες τις παραστάσεις για τις εθνικές επετείους με είχε χρίσει πρωταγωνίστρια. Έχω κάνει τη Σουλιώτισσα που χορεύει τον χορό του Ζαλόγγου και αποχαιρετά το παιδάκι τη- εγώ ήμουν 10 χρονών και το παιδάκι 6. Ναι, έχω ζήσει και τέτοιες στιγμές (γέλια).
Υπέροχες στιγμές. Ανοίγαμε τις αίθουσες και στην μία άκρη έστηναν μία εξέδρα με αυλαία για σκηνή. Γύρω γύρω είχε πορτραίτα των ηρώων του 21 και μπλε και άσπρες σημαιούλες. Και πολλή συγκίνηση φυσικά, να έρχονται οι άνθρωποι του χωριού και το μοναδικό θέατρο που είχαν την ευκαιρία να δουν να είναι αυτό.
Το δεύτερο σημάδι ήταν ότι ο πατέρας μου είχε ένα καφενείο στην πλατεία του χωριού κι εκεί μία φορά στους 2 μήνες ερχόταν ένα βανάκι με ελληνικές ταινίες ασπρόμαυρες της δεκαετίας του 60 και κάναμε αυτές τις προβολές στο καφενείο. Στήναμε ένα σεντόνι στον τοίχο και καθίσματα, τις καρέκλες με την ψάθα του καφενείου. Αν ήταν κάποια πολύ επιτυχημένη η ταινία, μία με την Αλίκη Βουγιουκλάκη πχ, ερχόταν κόσμος από το σπίτι του κουβαλώντας τη δική του καρέκλα. Εγώ εξυπηρετούσα την πελατεία στα διαλείμματα. Έβλεπα όλες αυτές τις ταινίες και τρελαινόμουν. Άσε που στο παντοπωλείο που είχαμε ακριβώς δίπλα, για χαρτί περιτυλίγματος χρησιμοποιούσαμε τα περιοδικά της εποχής, το Ρομάντζο κλπ. Εκεί έβλεπα τις συνεντεύξεις όλων των αγαπημένων ηθοποιών, μου άρεσε πολύ να τις χαζεύω.
Το τρίτο και σπουδαιότερο σημάδι ήταν το ραδιόφωνο. Τις πρωινές ώρες είχε κάποιες παιδικές εκπομπές και ραδιοφωνικά σίριαλ σε συνέχειες. Κοιμόμουν αγκαλιά με ένα τεράστιο ραδιόφωνο με μπαταρίες, πολύ μεγάλες, βιομηχανικές, ακούγοντας το θέατρο της Τετάρτης.
– Πόσο μικρή ήσουν όταν σε μάγευε με τέτοιο τρόπο το θέατρο;
Ήμουν παιδάκι, 9- 10 χρονών. Ήταν ένα παράθυρο στον κόσμο όλα αυτά. Δεν είχα άλλες προσλαμβάνουσες εκτός από το χωριό. Σπάνια είχαμε πάει κανα δυο ταξίδια στη Θεσσαλονίκη ή μια σχολική εκδρομή στην Αλεξανδρούπολη. Αλλά αυτά τα έργα με τα παράξενα ονόματα, Έντα Γκάμπλερ, Μπλανς Ντιμπουά κλπ ήταν για μένα το κάτι άλλο.
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: «Ακούγοντας θέατρο στο ραδιόφωνο μάθαινα πράγματα για τη ζωή που μέσα στον μικρόκοσμο του χωριού δεν μπορούσε να σ’ τα πει κανένας. Αυτά με είχαν μαγέψει».
– Και κάπως έτσι από το Πολυτεχνείο βρέθηκες στη δραματική σχολή;
Τελειώνοντας το εξατάξιο τότε Γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη όπου είχε μετακομίσει η οικογένειά μου, έδωσα εξετάσεις στο Πολυτεχνείο, στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών. Διάβασα σε μία τοπική εφημερίδα ότι οι ενδιαφερόμενοι για τη Δραματική Σχολή του Κρατικού Βορείου Ελλάδος πρέπει να περάσουν από το Κρατικό Θέατρο και να ρωτήσουν τι χρειάζεται για να δηλώσουν τη συμμετοχή τους. Κι έτσι έκανα. Έπεσα στα βαθιά με την πρώτη, με τον μονόλογο της Ηλέκτρας του Σοφοκλή με την υδρία με τις στάχτες του Ορέστη σε μετάφραση Κ.Χ. Μίρη. Αυτό ήταν ο μονόλογος με τον οποίο μπήκα κι ένα ποίημα του Ελύτη.
– Ε, βέβαια, αν στα 10 σου έπαιζες τη Σουλιώτισσα που αποχαιρετά το παιδί της…
Ναι, ήταν μια λογική εξέλιξη (γέλια). Νιώθω ότι οι γονείς μου μού έκαναν ένα δώρο που φύγαμε από το χωριό να πάμε στη Θεσσαλονίκη και κυρίως ο πατέρας μου, γιατί ξέρεις τότε πάντα ο άντρας ήταν που έπαιρνε τις αποφάσεις.
– Ωστόσο, καθόλου πατριαρχική η πράξη να μετακομίσει για την παιδεία της κόρης του…
Σωστά. Με αγαπούσαν πάρα πολύ και οι δύο κι ήμουν το παιδί που «έπαιρνε τα γράμματα». Είχα μάθει να διαβάζω πριν πάω σχολείο από μία ξαδέρφη μου και όταν η μαμά μου με είχε δει να κρατάω την εφημερίδα νόμιζε ότι χάζευα τις φωτογραφίες. Με ρώτησε “τι διαβάζεις εκεί;” κι όταν άρχισα να της διαβάζω, τρελάθηκε η γυναίκα. Οπότε θεώρησε κι ο πατέρας μου ότι έπρεπε κάτι να κάνει. Ήταν πραγματικά απίστευτη η απόφαση να ξεριζωθούν από το χωριό, να αφήσουν πίσω το σπίτι τους, τους φίλους, τους συγγενείς και να πάνε στη μεγάλη πόλη. Γι΄ αυτό λέω ότι παρόλο που ο πατέρας έπαιρνε τις αποφάσεις, η μητέρα στάθηκε από δίπλα. Ήταν μπροστά από την εποχή τους, παρόλο που ήταν άνθρωποι του χωριού και του δημοτικού.
– Με το θέατρο δεν αντέδρασαν;
Δεν είχαν καθόλου αυτές τις προκαταλήψεις που είχε τότε η κοινωνία απέναντι στους «θεατρίνους». Ξέρεις, ίσως ήταν αυτή η αθωότητα που είχαμε κιόλας, που δεν ήταν μες τα πράγματα να ακούσουν τα διάφορα κουτσομπολιά. Το βλέπαμε με μια τρυφερότητα. Δηλαδή ο πατέρας μου έλεγε «Το παιδί μου θα γίνει το Βουγιουκλάκι». Κι όταν τούς είπα ότι θα φύγω από τη Θεσσαλονίκη και θα κατέβω στην Αθήνα, γιατί ήμουν καλεσμένη τότε της Μάγιας Λυμπεροπούλου και του Κώστα Αρζόγλου, που είχανε κάνει τότε το Αεικίνητο, ένα θέατρο σαν τσίρκο -εκεί γνώρισα και τον Μηνά Χατζησάββα που επίσης έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο αργότερα στη μετέπειτα πορεία μου- η απάντησή τους ήταν πάλι θετική. Με ρώτησαν μόνο τι θα γίνει με το Πολυτεχνείο. Τους είπα «εντάξει, θα έρχομαι, να δίνω εξετάσεις». Δεν πήγα ποτέ.
– Μου ανέφερες ήδη κάποιους ανθρώπους με τους οποίους απέκτησες σχέσεις ζωής, όπως ο Μηνάς Χατζησάββας…
Ναι ήταν φιλία ζωής και με τον Μηνά και με τον Γιώργο Μιχαηλίδη που, όταν ετοίμαζε το Ανοιχτό Θέατρο, με σύστησε ο Μηνάς σε εκείνον. Τότε ετοίμαζε το Πολύ Κακό για το Τίποτα και ο Μηνάς έκανε τον Βενέδικτο και έψαχναν τη Βεατρίκη. Και με τη Μάγια Λυμπεροπούλου βέβαια, που ήταν δασκάλα μου. Στο 3ο έτος της Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ είχε ανέβει στη Θεσσαλονίκη για να παίξει στο Ημέρωμα της Στρίγγλας σε σκηνοθεσία του Γιώργου Σεβαστίκογλου και ζήτησε να διδάξει στο έτος μου. Ήμουν εγώ η τυχερή και οι συμμαθητές μου. Είχα σπουδαίους δασκάλους, γνώρισα σπουδαίες προσωπικότητες τον Μίνωα Βολανάκη, τον Σπύρο Ευαγγελάτο, τον Νικηφόρο Παπανδρέου, τον Δημήτρη Δημητριάδη…
– Και ποιος σου είπε να μην αλλάξεις το όνομά σου;
Η Μάγια. Όταν ήρθε η Μάγια στο 3ο έτος και ρωτούσε τα ονόματα μας και της είπα το υποκοριστικό, με ρώτησε από πού βγαίνει και της είπα «από το Καρυοφυλλιά». Και μου λέει «έχεις αυτό το όνομα και σε φωνάζουν με άλλο; δεν υπάρχει περίπτωση».
Εγώ το μισούσα το «Καρυοφυλλιά», το θεωρούσα πολύ φολκλόρ. Αλλά εντάξει, αυτό ήταν, έτσι έλεγαν τη μητέρα του πατέρα μου, αυτό μου δώσανε, με αυτό πορεύτηκα.
Συμφιλιώθηκα, χωρίς να τρελαίνομαι ποτέ με τον ήχο του ονόματός μου, ούτε του επιθέτου μου, παρόλο που στον κόσμο αρέσει. Αυτό που λένε ότι εμείς φτιάχνουμε τα ονόματα, ισχύει… Και η Παξινού, Κατίνα ήταν.
– Είναι πλέον το ονοματεπώνυμο Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ένα άτυπο συνώνυμο της καλλιτεχνικής επιτυχίας. Κάποιου είδους εγγύηση, σ’το έχουν πει, σωστά;
Ναι, αλλά αυτή η εγγύηση δεν ήρθε ουρανοκατέβατη. Ήρθε μέσα από μία ατέλειωτη σειρά σοβαρών επιλογών και θυσιών οικονομικών κλπ. Αλλά φυσικά, μπροστά στο να υπηρετήσει κανείς την τέχνη του με τους όρους που εκείνος θέτει, ασυζητητί προτιμούσα αυτό κι ας είχα μικρότερες οικονομικές απολαβές.
Ως γνωστόν, όσο πιο καλλιτεχνικό είναι το project, τόσο λιγότερο αμείβεται καλά. Εκεί που θα πάρεις περισσότερα χρήματα είναι τα πιο εμπορικά πράγματα τα οποία εμένα δεν μου άρεσαν ποτέ ούτε στο θέατρο, ούτε στην τηλεόραση, ούτε στον κινηματογράφο. Εκεί δηλαδή συνήθως έλεγα απίστευτα όχι. Πολύ καλά έκανα, είμαι πολύ ευχαριστημένη με τις επιλογές μου και το γεγονός ότι κάποια στιγμή και ο κόσμος το είδε και το αναγνώρισε ήταν για μένα η καλύτερη επιβράβευση.
«Τώρα πια και να μου δώσουν πάρα πολλά χρήματα για να κάνω ένα καθημερινό σίριαλ για παράδειγμα, δεν θα πάω. Θα ένιωθα ότι προδίδω και τις δικές μου αρχές και την αισθητική μου, αλλά και τον κόσμο που με παρακολουθεί. Που λέει “αφού είναι εκεί η Καρυοφυλλιά, θα δούμε κάτι καλό”. Δεν μπορώ αυτόν τον κόσμο να τον προδώσω».
– Υπήρξε κάτι στην πορεία σου που να το βίωσες ως αποτυχία, παρόλο που δεν ήταν;
Όχι. Κάποιες φορές που είχα μεγάλη ανάγκη, για τη συντήρηση των γονέων μου ας πούμε, από κάποια χρήματα και αναγκάστηκα να κάνω κάποιες περιοδείες με τραγωδίες όμως ή και με πιο σύγχρονο ρεπερτόριο πολύ καλών συγγραφέων, ενώ η ψυχή μου ήθελε να υπηρετήσει ένα πιο αβανγκάρντ θέατρο, αλλά δεν ένιωσα ότι πρόδωσα κάτι.
– Η Λαίδη Μακμπέθ παθαίνει την κατάρρευσή της μετά την επιτυχία, αφού επιτύχει τον στόχο της. Έχει κι ένα σκοτεινό σημείο η επιτυχία;
Δεν είναι επιτυχία, είναι ένας φόνος. Όταν είδε τις συνέπειες που είχε αυτή η ολέθρια πράξη και στον ψυχισμό του άντρα της, ο οποίος ήταν ο φυσικός αυτουργός, αλλά και την επίπτωση που έχει η ίδια η πράξη και οι μετέπειτα που ακολουθούν γιατί ο ένας φόνος φέρνει τον άλλο. Το αίμα ζητάει αίμα. Αυτό έχει επίπτωση και στις σχέσεις. Αυτό το ζευγάρι ξεκινάει ερωτευμένο με μια λαγνεία ερωτική και μια τεράστια επιθυμία για τη ζωή και για την εξουσία που φτάνει στο σημείο να διαπράξει το αδιανόητο να δολοφονήσει τον βασιλέα που φιλοξενείται στο σπίτι τους. Όλο αυτό διαταράσσεται και χάνουν όλο αυτό τον δεσμό που είχαν.
Λέει κάποια στιγμή μονολογώντας η Λαίδη Μακμπέθ: «Όλα χαμένα. Μάταια. Όλα μια αποτυχία αν έχουμε ό,τι θέλουμε χωρίς λίγη ευτυχία». Η πράξη, λοιπόν, φέρνει άλλα πράγματα, φέρνει τον φόβο, τον τρόμο ότι θα αποκαλυφθεί ο φόνος και για να σιγουρευτεί ο θρόνος θα πρέπει να προχωρήσουν και στο επόμενο έγκλημα. Και αρχίζει πια μετά η τρέλα. Αυτός προχωράει στο έγκλημα, βυθίζεται σε αυτό κι η άλλη σε μία διασάλευση του μυαλού. Υπνοβατεί, έχει παραισθήσεις, τύψεις, το ταραγμένο μυαλό της την οδηγεί και στην αυτοκτονία. Το τίμημα γι’ αυτή την επιλογή ήταν τεράστιο. Ξέρεις, υπάρχουν πολλές μελέτες που αναρωτιούνται ποιος από τους 2 μέσα στο ζευγάρι είναι ο περισσότερο κακός.
– Ναι, γιατί εκείνη παρουσιάζεται ως ο ενορχηστρωτής του κακού…
Ναι, ο Μακμπέθ στην αρχή εμφανίζεται να δειλιάζει, παρόλο που είναι μια επιθυμία του. Εκείνη τον ωθεί, σχεδόν τον προσβάλλει κάποιες στιγμές, πατώντας τον ανδρισμό του. Στην επίκληση που κάνει στα πνεύματα έχει μια φοβερή φράση “Unsex me here” που στην εξαιρετική του μετάφραση ο Νίκος Χατζόπουλος τη λέει «Αδειάστε ό,τι γυναικείο έχω μέσα μου».
Στην παράστασή μας η Κατερίνα Ευαγγελάτου δίνει μεγάλη σημασία σε 2 πράγματα, στον μεγάλο μηχανισμό της εξουσίας -που επισημαίνει και ο Γιαν Κοτ στην περίφημη μελέτη του πάνω στον Σαίξπηρ- που αλέθει ψυχές και σώματα και ζωές. Αυτή η διαβρωτική δύναμη της εξουσίας, που εξαιτίας της βλέπουμε την ανθρωπότητα να κάνει τρελούς κύκλους. Μάλιστα υπάρχει μια περιστροφική σκηνή στην οποία είναι στημένο όλο το έργο και που είναι ακριβώς αυτός ο τεράστιος μηχανισμός. Έχει και αισθητικό ενδιαφέρον αυτό, και η Κατερίνα μαζί με την Πατρίσια Απέργη που επιμελείται την κίνηση κάνουν εξαιρετική δουλειά. Έχουμε και τρομερούς συντελεστές. Τον Σταύρο Γασπαράτο στη μουσική, τον Παντελή Μάκκα στο video art, που κι αυτό παίζει ρόλο μέσα στην παράσταση. Τους φωτισμούς της Ελίζας Αλεξανδροπούλου και τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα που είναι καταπληκτικά.
Το άλλο σημείο στο οποίο δίνει σημασία η Κατερίνα είναι το μεταφυσικό στοιχείο που στο έργο εκπροσωπείται από τις μάγισσες. Είναι λίγο σαν να κινούν τα νήματα. Όχι ότι αυτές οι μάγισσες είναι το στοιχείο του κακού εκτός μας. Επικαλούνται τα πνεύματα αλλά τι είναι αυτά; Κατοικούν στον αέρα και στον ουρανό ή είναι μέσα μας.
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: «Είναι μέσα μας το κακό. Κι είναι θέμα επιλογής, αν θα αφεθείς σε αυτό ή αν θα ταχθείς με τις δυνάμεις του καλού που επίσης είναι μέσα μας».
– Μπαίνεις βαθιά σε χαρακτήρες που είναι σκληροί, δύσκολοι και σκοτεινοί, στη Λαίδη Μακμπέθ, πριν στο Εθνικό με τη Φόνισσα…
Ναι, δεν έπαιξα τη Φόνισσα, διάβασα αποσπάσματα από τη νουβέλα του Παπαδιαμάντη. Με είχε βοηθήσει έτσι κι αλλιώς πάρα πολύ η ταινία στο να υπηρετήσω αυτό το έργο που ήταν άλλο πράγμα. Είχαμε τη λόγια γλώσσα του Παπαδιαμάντη κι είχαμε φυσικά τη μουσική, που είχε γραφτεί από τον Γιώργο Κουμεντάκη αρχικά ως όπερα και μετά ήρθε η ιδέα να γίνει μελόδραμα. Το στοίχημα για μένα δεν ήταν η γλώσσα, με την οποία είμαι πάρα πολύ εξοικειωμένη, αλλά ότι έπρεπε να κάνω μια προσωπική δουλειά πολύ δύσκολη συμβαδίζοντας ακριβώς με τη μουσική. Αλλά επειδή με τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο έχουμε κάνει πολλά τέτοια πράγματα μαζί από το 2019 και με μεγάλες ορχήστρες, έχουμε τρομερή συνεργασία και χημεία και αγάπη μεταξύ μας.
– Πώς ισορροπείς προσωπικά όταν ασχολείσαι με τόσο σκληρά θέματα και χαρακτήρες;
Πιστεύω ότι άλλο είναι η τέχνη κι άλλο η ζωή μας. Αλίμονο αν αφήναμε κάθε σπουδαίο και μεγάλο ρόλο να μας επηρεάσει τόσο βαθιά ώστε να χάσουμε την ψυχική μας ισορροπία. Υπάρχει κάθε φορά στόχος. Επιλέγεις να κάνεις έναν χαρακτήρα που μπορεί να είναι βαθιά αρνητικός, όπως είχα κάνει στην τηλεόραση την Ασπασία έναν μισητό χαρακτήρα, στο Η αγάπη άργησε μια μέρα. Αλλά γιατί το κάνεις; Θέλεις να στείλεις ένα μήνυμα. Όταν βλέπει ο θεατής ότι μέσα από αυτές τις πολύ αρνητικές συμπεριφορές συμβαίνει όλη αυτή η συντριβή και για τους άλλους και προς τον ίδιο σου τον εαυτό, χτυπάει ένα καμπανάκι. «Πρόσεχε μην κάνεις αυτό το πράγμα, δεν είναι καλό ούτε για σένα, ούτε για την κοινωνία, ούτε για κανέναν». Τι κάνεις ελπίζοντας ότι αυτό το μήνυμα θα χτίσει κάποιες συνειδήσεις.
Εγώ ως άνθρωπος επειδή δεν πιστεύω ότι υπάρχει μόνο άσπρο και μόνο μαύρο και σε αυτούς τους χαρακτήρες ψάχνω τις γκρίζες περιοχές. Και στη Φόνισσα και στη Μήδεια, και στην Ασπασία και στηνΛαίδη Μακμπέθ.
«Στη συντριβή των ηρωίδων μου βρίσκω τις πιο ενδιαφέρουσες υποκριτικά σκηνές. Όταν έπρεπε να παίξω την εποχή της λάμψης τους και ειδικά όταν ήμουν νεότερη, είχα μια αμηχανία. Στη στιγμή της παρακμής τους ήταν πιο κοντινές στον δικό μου ψυχισμό».
– Εσύ βέβαια, δεν βγάζεις καμία σκληρότητα.
Όχι βέβαια. Είμαι μια χαρά άνθρωπος. Έχω βιώσει αγάπη και από τα παιδικά μου χρόνια, υγεία στην οικογένεια, δεν έχω δηλαδή μέσα μου απωθημένα. Λυπάμαι πραγματικά, τρομερά τους ανθρώπους που βλέπω ότι είχαν πολύ δύσκολη παιδική ηλικία με έλλειψη αγάπης με απόρριψη από τους γονείς. Κι όταν αυτό έρχεται από τη μητέρα ειδικά είναι πολύ σκληρό πράγμα. Εκεί βλέπεις πραγματικά κατεστραμμένους ανθρώπους.
– Τι δεν υποψιάζεται ο κόσμος για σένα που μπορεί να πιστεύει παρακολουθώντας τη δουλειά σου, να θεωρεί ότι είσαι κάπως αυστηρή και αποστασιοποιημένη;
Ότι έχω χιούμορ; (γέλια). Στη ζωή μου είμαι πάρα πολύ απλή και άνετη και πολύς κόσμος που με γνωρίζει, του κάνει εντύπωση γιατί είδε κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που περιμένει να δει να συμβαίνει.
Αλλά αυτό έχει να κάνει και με τις αρχές μου και τα πιστεύω και με την καταγωγή μου. Όταν έχω μεγαλώσει σε ένα χωριό με πολύ μεγάλη επαφή με τη φύση και με μία κοινωνία ανθρώπων που είχε μια απλότητα και με μια αθωότητα στα πράγματα δεν μπορεί να μην με επηρεάσει. Δεν έζησα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια μόνο με την οικογένειά μου αλλά και με την ευρύτερη κοινωνία. Έχω εικόνες κοινωνικής αλληλεγγύης, αλληλοβοήθειας. Επίσης γνώρισα τη φτώχεια, μεγαλώνοντας σε ένα χωριό. Δεν πεινάσαμε ποτέ, αλλά δεν υπήρχε η πολυτέλεια με τα τρομερά σπίτια και τα φοβερά έπιπλα. Η τουαλέτα ήταν στην αυλή, τα πρώτα 10 χρόνια της ζωής μου δεν είχαμε καν ηλεκτρισμό. Ξέρω τι σημαίνει φτώχεια, την κατανοώ, τώρα πια που η κοινωνία μας είναι έτσι όπως είναι και πολύς κόσμος δεν έχει αυτή τη στιγμή τα χρήματα για τα απαραίτητα, για φαγητό για τα παιδιά τους, για πρόσβαση σε θεραπείες, για στέγη κλπ.
– Σε ευαισθητοποιούν κοινωνικά δηλαδή, οι καταβολές σου;
Βέβαια. Εκεί λες τι γίνεται βρε παιδιά; Γιατί αυτή κοινωνική ανισότητα; Τι κάνει η πολιτεία, το κράτος πρόνοιας γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Κι όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά και σε παγκόσμιο. Δεν μπορείς έχοντας βιώσει τα ευτυχισμένα σου χρόνια ξαφνικά να βλέπεις ότι παιδάκια βομβαρδίζονται, πεθαίνουν, μένουν ανάπηρα, χάνουν τους γονείς τους, τα σπίτια τους. Είναι μια φρίκη αδιανόητη. Και λες πώς γίνεται η ανθρωπότητα που έχει περάσει τόσα, ή έθνη που έχουν βιώσει στην ιστορία τεράστιες αδικίες και εγκλήματα και ολοκαυτώματα να κάνουν αντίστοιχα πράγματα σε άλλους λαούς.
– Σου δημιουργεί ελπίδα ο ξεσηκωμός της νέας γενιάς σε όλη την Ευρώπη;
Θεωρώ ότι έφτασε ο κόμπος στο χτένι και κάποια στιγμή θα γινόταν αυτό το πράγμα, σαν ένα απόστημα που κάποια στιγμή σπάει. Από τη μία μεριά είναι πολύ τρομακτική η άνοδος της ακροδεξιάς και του φασισμού, που το βλέπουμε και στις τοπικές εκλογές στη Γερμανία και στη Γαλλία με τη Μαρί Λεπέν και να μην μιλήσουμε για την Αμερική, έτσι; Κυνικότητα και ακρότητα απίστευτη. Αισθάνεσαι ότι η έννοια της δημοκρατίας ολοένα και συρρικνώνεται, η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν υπάρχει. Δεν ξέρω κι εγώ σε ποιο σημείο πια θα φτάσει η απληστία της εξουσίας, της οικονομικής και των ισχυρών.
«Αυτές οι εξεγέρσεις των νέων που κάποια στιγμή αισθάνονται ότι πρέπει να διεκδικήσουν τη ζωή, την ελευθερία, την παιδεία και το ψωμί τους φυσικά και είναι μια ελπίδα. Απλώς λες γιατί να φτάνει κανείς σ’ αυτό το σημείο πια; Δεν έχουμε μάθει τίποτα;»
Δεν μπορούν να διαρθρωθούν οι κοινωνίες με τέτοιο τρόπο που να υπάρχει ισότητα προς όλους, οικονομική, κοινωνική, ή εν πάση περιπτώσει μέσα στον καπιταλισμό δεν μπορεί να υπάρχει ισότητα, αλλά να μην είναι η ανισότητα πια τόσο μεγάλη.
Έχουμε πια όλη την κλιματική αλλαγή, που αναρωτιέσαι τι μέλλον θα παραδώσουμε στα παιδιά μας. Ή την άνοδο της ΑΙ, που ναι, σαφώς η τεχνολογία δεν μπορεί να κάνει πίσω, αλλά πάντα τίθεται ένα θέμα διαχείρισης. Κι όταν βλέπεις έναν από τους μεγαλύτερους CEO μιας εταιρείας AI να παραιτείται γιατί βλέπει πού πάει το πράγμα, κάπου πρέπει να προβληματιστούμε.
Δεν θέλω να καταστροφολογώ, απλώς είμαι πάρα πολύ ανήσυχη κυρίως για την κλιματική αλλαγή και τις εστίες πολέμου που δεν ξέρεις πού θα πυροδοτηθούν πια. Όσο οι κρίσεις βαθαίνουν οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές, υγειονομικές, δεν ξέρουμε τι γίνεται. Είμαστε σε έναν κίνδυνο, σε μια απειλή καθημερινή, ακόμα και στις χώρες που έχουμε τυπικά ειρήνη.
– Ναι, έχουμε, άλλα έχουμε κι εμείς άλλα, τη βία κατά των γυναικών που αυξάνεται για παράδειγμα…
Τι να πούμε γι’ αυτό; Είναι τρομακτικό ότι έξω από τα αστυνομικά τμήματα, δολοφονούνται γυναίκες. Έχουμε την ενδοσχολική βία, την οπαδική βία, που έχουν βγει τόσα στη χώρα με τα συμφέρονται και τους στημένους αγώνες και κάποιοι άνθρωποι έχουν πέσει θύματα μιας τρομερής απάτης, αλλά είναι εκεί με την ομάδα και βγάζουν όλη τους τη βία που τους έχει ασκηθεί από την κοινωνική ανισότητα, την ανέχεια και δεν ξέρω τι. Και θα σκοτώσουν το διπλανό τους παιδί, τον όμοιό τους, μόνο και μόνο επειδή υποστηρίζει άλλη ομάδα. Δεν το χωράει ο νους μου ότι είναι 2026 και μπορεί να γίνεται ακόμα.
– Υπήρξε ένα σημείο αφυπνιστικό για σένα για την έμφυλη ανισότητα;
Πάντα είχα επίγνωση του τι γίνεται. Φυσικά και το έβλεπα σ’ αυτή την κοινωνία μέσα μεγάλωνα. Ήδη από την εφηβεία μου έκανα την επανάστασή μου. Διεκδίκησα την προσωπική μου ελευθερία, την οικονομική μου ανεξαρτησία, την επαγγελματική μου ανεξαρτησία, την ερωτική μου ελευθερία επίσης. Επιλογή μου ήταν να μην παντρευτώ.
«Θεωρούσα ότι ο γάμος είναι ένας κοινωνικός θεσμός που από ένα σημείο και μετά βασίζεται σε μυστικά και ψέματα προς χάρη κάποιων παιδιών που τελικά υποφέρουν περισσότερο από τη συντήρηση της κατάστασης. Δεν μου άρεσε αυτό το πράγμα και δεν ήθελα να το βιώσω».
Αλλά είναι γεγονός ότι εγώ έζησα την εφηβεία μου, τη Μεταπολίτευση που ήταν η υπόσχεση ενός καλύτερου κόσμου, κατ’ αντιστοιχία με τον Μάη του 68 ή με το κίνημα των χίπις στην Αμερική που μας ήρθαν καθυστερημένα. Περνώντας οι δεκαετίες βλέπεις ότι αντί οι κοινωνίες να προχωράνε προς τα μπρος, κάνουν βήματα πίσω. Κι ενώ σαφώς υπάρχουν κατακτήσεις και στο γυναικείο ζήτημα από την άλλη μεριά βλέπεις και την αντίδραση.
Έχει τύχει να γνωρίσω οικογένειες δολοφονημένων κοριτσιών και γυναικών και μέσα από τους ρόλους μου μού δόθηκε ένα βήμα ακριβώς για να μιλήσω για το γυναικείο ζήτημα, το οποίο έτσι και αλλιώς απασχολεί και στην Ελλάδα. Μην μιλήσουμε για τις γυναίκες της Ανατολής που δεν τους επιτρέπεται ούτε καν να αναπνεύσουν. Βλέπεις κορίτσια στο Ιράν να σκοτώνονται γιατί διαδηλώνουν στους δρόμους διεκδικώντας τα αυτονόητα. Είναι τραγικό.
Όλα αυτά τα θέματα του ηλικιακού ρατσισμού, του σεξισμού, τα βλέπεις διάχυτα, βλέπεις στα social media τα σχόλια και λες μα είναι δυνατόν; Σε αυτή την κοινωνία ζω; Έχω αφιερώσει τη ζωή μου προσπαθώντας μέσω της τέχνης να στείλω κάποια μηνύματα στον κόσμο. Στο θέατρο όμως δυστυχώς θα έρθει ένας κόσμος που ήδη έχει ένα προβληματισμό απέναντι στα πράγματα. Αυτοί που πρέπει να λάβουν κάποια μηνύματα δεν τους απασχολεί καν το θέμα. Είναι τόσο αποκαρδιωτικό όλο, αλλά από την άλλη μεριά δεν γίνεται να προσλάβεις όλο αυτό τον αρνητισμό και να καταθέσεις τα όπλα. Θα συνεχίσεις και λες όποια συνείδηση καταφέρω κάπως να αγγίξω. Και για τον εαυτό σου, βέβαια. Η τέχνη για εμάς είναι ένα ποιητικό καταφύγιο, εκεί μέσα εκεί αναπνέουμε, μέσα εκεί ζούμε. Αν μας το στερήσεις αυτό, είναι σαν να μας στερείς το οξυγόνο.
– Μα κι εσύ θα έχεις εισπράξει ηλικιακό ρατσισμό και σεξισμό, και για σένα έχεις την ανάγκη να μιλήσεις, έτσι δεν είναι;
Φυσικά, όλες μας, δεν υπάρχουν γυναίκες που δεν το έχουν εισπράξει, δεν υπάρχουν κοινωνικές τάξεις που δεν το έχουν εισπράξει, δεν υπάρχουν ομοφυλόφιλοι- για να μην το περιορίζουμε μόνο στο έμφυλο κομμάτι- που δεν το έχουν εισπράξει. Όλο το diversity το έχει εισπράξει. Αυτά τα πράγματα με αφορούν. Δεν γίνεται ο καλλιτέχνης να είναι αποκομμένος από την κοινωνία στην οποία ζει.
«Πάνω απ’ όλα είμαστε πολιτικά όντα. Και οι επιλογές μας, ακόμα και για το ποιο έργο θα συμμετάσχουμε και ποιο θα απορρίψουμε είναι πολιτική πράξη. Όπως και ότι θα φροντίσεις τα σκουπίδια σου να τα κάνεις ανακύκλωση, το πόση ενέργεια θα καταναλώσεις, ακόμα και το ντύσιμό σου».
Μιλάμε για τη γρήγορη μόδα που γεμίζει σκουπίδια τον πλανήτη. Εγώ προσπαθώ, αυτό κάνω. Είναι μια επιλογή. Θα μπορούσα να αδιαφορήσω αλλά δεν θα το κάνω. Προσπαθώ να διατηρώ την ελπίδα μου, είναι πολύ σπουδαίο πράγμα.
– Η επιτυχία προστατεύει από την ανισότητα;
Η ανισότητα υπάρχει παντού και πάντα από τη στιγμή που είσαι γυναίκα θα σε κουτσομπολέψουν και θα σε ειρωνευτούν. Φυσικά και έχω δει για τον εαυτό μου πολύ άσχημα σχόλια. Και για την ηλικία μου και για τις επιλογές μου τις ερωτικές και για τις πεποιθήσεις μου και για τις συνεντεύξεις μου.
Παπούτσια: Casadei (αριστερά), Sam Edelman (δεξιά), Καλογήρου
Σκουλαρίκια: Katerina Vassou
– Τι κάνεις απέναντι στην τοξικότητα;
Γενικά δεν έχω social media κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Είμαι εσωστρεφές άτομο και από πολύ νέα στη δουλειά δεν μου άρεσε το κομμάτι της δημοσιότητας. Το έχω αποδεχτεί ως κομμάτι της δουλειάς μου, που στην τελική μου δίνει ένα βήμα να μιλήσω και για κάποια σοβαρά πράγματα.
«Τα social media είναι μια περαιτέρω έκθεση και ένα περαιτέρω βάσανο. Έχουν μια τοξικότητα που δεν θέλω να τη ζω, μου έρχεται ούτως ή άλλως μέσα από το διαδίκτυο, με το τι γίνεται viral, με τα άσχημα σχόλια για οτιδήποτε συμβεί».
– Οι ανθρώπινες σχέσεις πόσο σε έχουν απασχολήσει στη ζωή σου; Έχεις επενδύσει εκεί;
Ναι, έχω φίλους χρόνια, παρόλο που δεν είναι εύκολη η καθημερινότητά μου, αλλά ούτε κι εκείνων γιατί κάποιοι επίσης ανήκουν στον καλλιτεχνικό χώρο. Εμείς οι άνθρωποι που υπηρετούμε τον χώρο της τέχνης, αισθανόμαστε έτσι κι αλλιώς μια συγγένεια. Έχουμε παίξει μαζί και η κάθε παράσταση δένει ένα σύνολο που έχει τον ίδιο στόχο. Δημιουργούνται φιλίες, εκλεκτικές συγγένειες και μπορεί μετά να χανόμαστε αλλά αν μετά από 10 χρόνια ξαναβρεθούμε είναι σαν να μην πέρασε μέρα. Αγαπάμε και εκτιμάμε ο ένας τον άλλο και ξαναβρισκόμαστε σε μια φάση ωριμότητας. Το έλεγα προχθές στο πέρασμα του έργου στον Γιώργο Γάλλο, τον χάζευα και του είπα «Είσαι εξαιρετικός. Πόσο έχεις εξελιχθεί;». Το έχω βιώσει πολλές φορές με πολλούς συναδέλφους αυτό το πράγμα.
– Είσαι γενναιόδωρη στα σχόλια σου;
Δεν ξέρω αν είναι γενναιοδωρία. Γιατί να χρησιμοποιούμε αυτούς τους όρους σε πράγματα που είναι αυτονόητα; Όταν βλέπεις κάτι, θα το αναγνωρίσεις, θα το πεις στον άλλο για να το νιώσει κι εκείνος βέβαια αλλά και γιατί ενδυναμώνεται όλη η παράσταση.
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: «Πολύ κακώς θεωρείται η δουλειά μας ανταγωνιστική, εξοργίζομαι αν το δω να συμβαίνει αλλά και ως στερεότυπο που επικρατεί. Είναι ομαδική δουλειά. Αλλιώς, ας παίζαμε όλοι μονολόγους».
Το θέμα είναι η παράσταση, το σύνολο να πετυχαίνει τον στόχο του. Είναι τόσο παλιομοδίτικα και ξεπερασμένα αυτά τα πράγματα. Η κοινωνία μας έχει ανάγκη από ομαδικότητα, από συλλογικότητα, από το όλοι μαζί.
– Πού χρειάστηκε για σένα περισσότερο δουλειά; Στις φιλίες, στον έρωτα, στις σχέσεις με συναδέλφους;
Όλα μαζί, δεν ξέρω. Δεν τα ξεχωρίζω με διαφορετικό τρόπο το καθένα, αλλά αισθανόμουν ότι όλα είναι κομμάτια της ζωής μου και σε όλα ήμουν ο εαυτός μου. Δεν είναι ότι έριξα περισσότερο βάρος εκεί ή αλλού. Το ένα έφερνε το άλλο.
– Καρυοφυλλιά, πόσο καλά τα έχεις με τον εαυτό σου σήμερα;
Πολύ καλά. Αυτό κατακτήθηκε με πάρα πολλή δουλειά, με πάρα πολύ αγώνα, με πάρα πολλές θυσίες, με πράγματα τα οποία για να υπηρετήσω κάποια άλλα, τα έχασα. Φυσικά και υπάρχουν πράγματα τα οποία θα ήθελα να μην είχαν συμβεί. Κάνω την αυτοκριτική μου, προσπαθώ να είμαι δίκαιη, θέλω να κατανοώ τις ανάγκες των άλλων, να αντιλαμβάνομαι τα κίνητρά τους και σε αυτό με βοηθάει και η δουλειά μου.
«Προσπαθώ να ζω με την επίγνωση ότι όλοι μας είμαστε τόσο διαφορετικοί, όμως στην τελική, περιέχουμε τα ίδια υλικά».
– Κουράζεσαι ποτέ από τη δουλειά;
Φυσικά και είμαι κουρασμένη. Ειδικά ο φετινός Σεπτέμβριος, νομίζω ήταν σαν οδοστρωτήρας, που πέρασε από πάνω μου γιατί είχα σχεδόν καθημερινά παραστάσεις της Μήδειας. Πρόβες ήδη από τις 25 Αυγούστου με την Κατερίνα Ευαγγελάτου για τον Μακμπέθ, παράλληλα, πρόβες για τη Φόνισσα με την ορχήστρα και πρεμιέρα και στη Σκιάθο και παράσταση και στη Θεσσαλονίκη. Και όλο αυτό με 10 μέρες μόνο διακοπών, που και στις διακοπές έπρεπε να διαβάζω βιβλία για όλα τα επόμενα.
– Τα γυρίσματα για το Σουέλ πού χώρεσαν;
Για το Σουέλ είχα σκηνές από τον Μάρτιο μέχρι αρχές Απριλίου. Ήταν μια υπέροχη εμπειρία. Ένα πολυαγαπημένο βιβλίο της Ιωάννας Καρυστιάνη, που ήθελαν να το κάνουν ταινία και ο Παντελής Βούλγαρης και ο Γιώργος Πανουσόπουλος, όπως έμαθα την ημέρα της κηδείας του. Ο κλήρος έπεσε στον Αλέξανδρο Βούλγαρη που είναι υπέροχος. Είναι απίστευτο πλάσμα. Ήμουν fan των ταινιών του και της μουσικής του ήδη πολύ πριν συνεργαστούμε και χάρηκα πολύ γιατί είδα έναν άνθρωπο εξαιρετικό.
Ήταν μια εξαιρετική συνεργασία και με τον Βαγγέλη τον Μουρίκη και με τα άλλα παιδιά τα νεότερα που παίζανε τα παιδιά μου. Δυστυχώς, δεν είχα σκηνές με τη Μαρία Καβογιάννη. Κάναμε δύο αντιζηλίες όμως και εκεί δώσαμε- μέσα από κοινή απόφαση και μέσα από την καθοδήγηση πάντα του Αλέξανδρου, γιατί εγώ πάντα υπηρετώ την άποψη του σκηνοθέτη μου- κάτι διαφορετικό.
Θα μπορούσαμε να κάνουμε τη σύζυγο, που υποδύομαι εγώ, μια γυναίκα σκληρή, αδιάφορη. Βάλαμε και εκεί ανθρώπινες ρωγμές σε σχέση με αυτόν τον άντρα που έχει φύγει από την οικογένεια για να κυνηγήσει τη δική του χίμαιρα που είναι η θάλασσα. Δώσαμε όλες αυτές τις ιδιότητες που έχουν αυτού του τύπου οι σχέσεις. Τη γυναίκα που έχει στερηθεί πράγματα για να υπηρετήσει την οικογένεια, να μεγαλώσει τα παιδιά, να δώσει προς τα έξω την εικόνα μιας οικογένειας που ίσως είναι και ανύπαρκτη. Τα τόσα τραύματα που κρύβουν οι κλειστές πόρτες. Αυτή την προσωπικότητα σκιαγραφήσαμε.
Info: ΜΑΚΜΠΕΘ, Από Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2026 στο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου. Εισιτήρια εδώ.