Ανδρέας Σιμόπουλος
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Μαρία Καρχιλάκη: «Ουδέποτε πίστεψα στην ατρόμητη δημοσιογραφία»

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η σημαντική Μαρία Καρχιλάκη, η γυναίκα που έχει συνδέσει την ύπαρξή της με την πιο σκληρή, απαιτητική και ανθρωποκεντρική μορφή της δημοσιογραφίας, ανοίγει τα χαρτιά της στο LadyLike.

 

 

«Ήταν κάποτε ένας πόλεμος. Βασικά, ήταν πάντοτε ένας πόλεμος και εκείνη ήταν εκεί». Αυτή θα μπορούσε να είναι μια εισαγωγική πρόταση στη βιογραφία της Μαρίας Καρχιλάκη, της πολεμικής ανταποκρίτριας που εκπέμποντας από τα χαρακώματα του πολέμου, έχει σφραγίσει τις μέρες και τα γεγονότα που συγκλονίζουν τον κόσμο από τις αρχές του 90′ μέχρι σήμερα. Είναι εκεί όταν η ιστορία γράφει τις πιο μαύρες σελίδες της, όπως και εκείνες που καθορίζουν την τύχη της ανθρωπότητας.

Από την παλαιστινική Ιντιφάντα και τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς στο Κόσοβο, μέχρι τις διαδηλώσεις στην πλατεία Ταχρίρ του Καΐρου, τη λιβυκή εξέγερση, τον πόλεμο στο Ιράν, μέχρι τα πρόσφατα ολέθρια χτυπήματα του Ισραήλ στον Λίβανο, η Μαρία Καρχιλάκη είναι το πιο γνώριμο πρόσωπο της ενημέρωσης σε συνθήκες πολέμου. Είναι επίσης ένας από τους λόγους που πολλοί/ές από εμάς βρήκαμε έμπνευση και άρα νόημα να γίνουμε δημοσιογράφοι και να θεωρούμε τιμή μας να λεγόμαστε συνάδελφοί της.

Η Μαρία Καρχιλάκη, δια πυρός και σιδήρου και με καλό σύμβουλο τον φόβο. 

 

 

 

 

 

 

 

– Έχετε υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας των πιο κρίσιμων στιγμών της ιστορίας για πάνω από 3 δεκαετίες. Ποιο είναι βασικό κίνητρο που σας κινητοποιεί σε αυτή τη δουλειά;

Δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο ρεπορτάζ. Όχι μόνο λόγω κινδύνου ή έντασης. Είναι ίσως η πιο απαιτητική μορφή δημοσιογραφίας. Βρίσκεσαι σ’ ένα περιβάλλον όπου όλα αλλάζουν από λεπτό σε λεπτό και πρέπει διαρκώς να παίρνεις αποφάσεις. Πού θα πας. Πού δεν θα πας. Ποιον θα εμπιστευτείς. Πώς θα κινηθεί η ομάδα σου. Ποια πληροφορία είναι αληθινή και ποια όχι. Δεν έχεις κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι σου να σου λέει τι να κάνεις. Πρέπει να έχεις τα μάτια και τ’ αυτιά σου ανοιχτά συνέχεια, ακόμη και στον ύπνο σου. Να γράφεις, να μοντάρεις, να παίρνεις συνεντεύξεις, να βγάζεις ζωντανά, να σκέφτεσαι 10 πράγματα ταυτόχρονα. Αυτό που εξακολουθεί να με κινητοποιεί, όμως, μετά από τόσα χρόνια δεν είναι η αδρεναλίνη. Είναι η αίσθηση ότι βρίσκεσαι εκεί όπου γράφεται η Ιστορία και προσπαθείς να τη μεταφέρεις στους ανθρώπους όσο πιο έντιμα γίνεται.

– Δεν γίνεται να μην ρωτήσω, φόβο δεν νιώθετε; 

Φυσικά και νιώθω. Κι ευτυχώς. Ο φόβος είναι εργαλείο. Ο πανικός είναι πρόβλημα. Ουδέποτε πίστεψα στην ατρόμητη δημοσιογραφία. Πιστεύω στην προετοιμασμένη δημοσιογραφία. Κάθε φορά που αποφασίζω να πάω σε μια επικίνδυνη περιοχή κάνω αυτό που λέμε εκτίμηση κινδύνου. Συγκεντρώνω πληροφορίες, μιλάω με ανθρώπους που βρίσκονται ήδη εκεί, αξιολογώ δεδομένα και μετά αποφασίζω. Γενικώς αναλύω τα πάντα. Ίσως περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται.

Μαρία Καρχιλάκη: «Αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να βάζω τον φόβο στη θέση του. Να τον ακούω αλλά να μην τον αφήνω να παίρνει τις αποφάσεις».

– Σαν παιδί ήσασταν ατρόμητη;

Καθόλου. Νομίζω όμως ότι έκανα από μικρή κάτι που συνεχίζω να κάνω μέχρι σήμερα. Προσπαθούσα να υπολογίσω τι μπορεί να συμβεί. Μετρούσα πιθανότητες χωρίς να το γνωρίζω. Δεν ήμουν το παιδί που έτρεχε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήμουν το παιδί που πρώτα παρατηρούσε και μετά αποφάσιζε.

-Τι πρέπει και τι δεν πρέπει να έχει ο/η δημοσιογράφος που θέλει να γίνει πολεμικός/ή ανταποκριτής/τρια;

Πρέπει να έχει γνώσεις. Πολλές γνώσεις. Να γνωρίζει την ιστορία της περιοχής που καλύπτει, να καταλαβαίνει την πολιτική, τη θρησκεία, τις κοινωνικές ισορροπίες. Να μιλά ξένες γλώσσες. Να είναι περίεργος με την καλή έννοια. Να θέλει διαρκώς να μαθαίνει. Και κυρίως να μην τον κατατρέχει ο φόβος του φόβου. Γιατί άλλο πράγμα είναι να φοβάσαι κι άλλο να σε παραλύει η ιδέα του φόβου. Αυτό που δεν πρέπει να έχει είναι αλαζονεία. Ο πόλεμος τιμωρεί πολύ γρήγορα όσους πιστεύουν ότι τα ξέρουν όλα.

– Έχετε πει ποτέ, ενώ βρίσκεστε σε εμπόλεμη ζώνη «αυτό ήταν, πάμε πίσω»;

Ναι, έχω πάρει αποφάσεις να μην προχωρήσω ή ν’ αλλάξω σχέδια όταν έκρινα ότι το ρίσκο δεν δικαιολογούσε το δημοσιογραφικό όφελος. Δεν θεωρώ ήρωα τον δημοσιογράφο που αγνοεί τον κίνδυνο. Θεωρώ επαγγελματία εκείνον που ξέρει πότε να προχωρήσει και πότε να κάνει πίσω. Η επιστροφή ζωντανός/η είναι πάντα μέρος της αποστολής.

Η Μαρία Καρχιλάκη με το σκυλάκι της.

– Πώς αντιμετωπίζουν τους ανταποκριτές οι άνθρωποι που βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου; Πρόσφατα παρακολουθήσαμε κι αυτή την επίθεση εναντίον του συνεργείου σας στη Βυρητό, την ώρα που δίνατε το ρεπορτάζ.

Αυτά συμβαίνουν συχνά, ιδιαίτερα στην αρχή μιας σύγκρουσης. Ο ξένος ανταποκριτής γίνεται πολλές φορές αποδέκτης της οργής των ανθρώπων. Είσαι ο ξένος που εμφανίζεται με μια κάμερα την ώρα που εκείνοι βλέπουν τη ζωή τους να καταρρέει. Όσο περνά ο χρόνος όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Βλέπουν ότι κι εσύ τρέχεις να προφυλαχτείς όταν πέφτουν βόμβες. Ότι δεν έχεις κάποια ειδική προστασία. Ότι ζεις δίπλα τους και μοιράζεσαι μέρος της πραγματικότητάς τους. Κάπως έτσι η καχυποψία μετατρέπεται συχνά σε εμπιστοσύνη.

– Πόσο εύκολο ήταν για το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον σας να εξοικειωθεί με το επάγγελμά σας;

Για τον πατέρα μου, που ήταν στρατιωτικός, ήταν πιο εύκολο να το καταλάβει. Η μάνα μου δεν το αποδέχθηκε ποτέ πραγματικά. Μέχρι το τέλος ανησυχούσε. Ο Μιχάλης γνώρισε μια Μαρία που είχε ήδη διανύσει μεγάλο μέρος αυτής της διαδρομής κι επέλεξε συνειδητά να πορευτεί μαζί της. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αγωνία είναι μικρότερη. Απλώς είναι μια αγωνία που τη μοιραζόμαστε. Γιατί ο πόλεμος δεν ταξιδεύει μόνο με τον ανταποκριτή. Με κάποιον τρόπο ταξιδεύει και με όσους τον περιμένουν να γυρίσει.

Μαρία Καρχιλάκη: «Η κόρη μου δεν γνώρισε άλλη μαμά απ’ αυτήν που έφευγε συχνά για κάποια αποστολή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι της άρεσε. Ούτε τότε, ούτε σήμερα».

 

– Το 2002 πήρατε συνέντευξη από τον David Bowie. Είχατε πει τότε πως ήταν η πιο ενδιαφέρουσα συνέντευξη που είχατε κάνει μέχρι τότε. Εξακολουθείτε να νιώθετε έτσι;

Από τις πιο ενδιαφέρουσες -ναι. Ο Bowie ήταν από εκείνους τους σπάνιους ανθρώπους που γεμίζουν τον χώρο χωρίς να προσπαθούν. Είχε άποψη για τα πάντα. Για την πολιτική, την τέχνη, τη ζωή, τη φήμη. Απαντούσε με σκέψη, χιούμορ και γενναιοδωρία. Θυμάμαι ότι έφυγα από εκείνη τη συνέντευξη με την αίσθηση ότι είχα μιλήσει μ’ έναν πραγματικά ευφυή άνθρωπο κι όχι απλώς μ’ έναν σπουδαίο καλλιτέχνη.

– Μέσα από τα βιώματά σας έχετε μία πολύ διαυγή και άμεση αίσθηση για τη θέση της γυναίκας ανά τον κόσμο που οι περισσότεροι/ες από εμάς δεν διαθέτουμε. Αισθάνεστε να έχουν αλλάξει καθόλου τα πράγματα στις αναπτυγμένες- και μη κοινωνίες;

Έχουν αλλάξει και θα ήταν άδικο να μην το αναγνωρίσουμε. Σε πολλές χώρες οι γυναίκες έχουν σήμερα δυνατότητες που οι προηγούμενες γενιές ούτε φαντάζονταν. Ταυτόχρονα όμως, έχω βρεθεί σε κοινωνίες όπου η ζωή μιας γυναίκας εξακολουθεί να καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από άλλους. Έχω δει κορίτσια που δεν μπορούσαν ν’ αποφασίσουν ούτε αν θα σπουδάσουν ούτε ποιον θα παντρευτούν. Γι’ αυτό αποφεύγω τις γενικεύσεις. Ο κόσμος δεν είναι ίδιος παντού. Αν κάτι έχω μάθει ταξιδεύοντας, είναι ότι τα δικαιώματα των γυναικών δεν είναι ποτέ οριστικά κατοχυρωμένα. Ακόμη και στις πιο αναπτυγμένες κοινωνίες χρειάζονται διαρκή υπεράσπιση.

– Οι γυναίκες πολεμικές ανταποκρίτριες παραμένουν μειονότητα; Αντιμετωπίζουν σεξισμό; Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτά.

Όχι, δεν είμαστε πλέον μειονότητα. Το αντίθετο θα έλεγα. Τα τελευταία χρόνια βλέπω όλο και περισσότερες νέες γυναίκες να μπαίνουν δυναμικά στον χώρο.

Μαρία Καρχιλάκη: «Προσωπικά δεν έχω βιώσει έντονο σεξισμό. Υποτίμηση έχω βιώσει. Αρκετές φορές. Υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν ότι δεν θα τα καταφέρω ή ότι δεν θ’ αντέξω. Έκαναν λάθος».

– Σε επίπεδο ερευνητικής δημοσιογραφίας πού εκτιμάτε ότι βρισκόμαστε ως χώρα;

Έχουμε εξαιρετικούς ερευνητικούς δημοσιογράφους και πολύ σημαντικές δουλειές. Εκεί που υστερούμε είναι στη συστηματική υποστήριξη αυτής της δημοσιογραφίας. Η έρευνα θέλει χρόνο, χρήμα, νομική προστασία και οργανισμούς που είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν σε κάτι που μπορεί ν’ αποδώσει μετά από μήνες ή χρόνια. Επιπλέον, η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα. Όλοι λίγο- πολύ γνωρίζονται μεταξύ τους. Αυτό δημιουργεί δυσκολίες και πιέσεις που σε μεγαλύτερες κοινωνίες είναι λιγότερο έντονες.

– Τη μία στιγμή σε εμπόλεμη ζώνη δίπλα από βομβαρδισμούς, την άλλη σπίτι, σε μία ήρεμη κανονικότητα. Πώς ισορροπείτε; Είναι και θέμα αδρεναλίνης τελικά; Απολαμβάνετε τη συμβατικότητα της ζωής;

Νομίζω ότι η αδρεναλίνη παίζει πολύ μικρότερο ρόλο απ’ όσο, ενδεχομένως, φαντάζεται ο κόσμος. Όλα έχουν τη χάρη τους. Και η ένταση και η ηρεμία. Δεν γίνεται να ζει κανείς διαρκώς «στα κόκκινα». Χρειάζεται επιστροφή στην κανονικότητα. Χρειάζεται να πιεις έναν καφέ με φίλους, να βγάλεις βόλτα τον σκύλο σου, ν’ ασχοληθείς με τα καθημερινά. Νομίζω ότι ακριβώς αυτό το εκκρεμές ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες είναι που δίνει τελικά ισορροπία.

– Έχετε δει λαούς να παλεύουν να επιβιώσουν μέσα στην ακραία και στρεσογόνο κατάσταση του πολέμου. Έχετε ακόμα πίστη στην ανθρωπότητα; 

Απολύτως. Αν έχανα την πίστη μου στους ανθρώπους, δεν θα μπορούσα να κάνω αυτή τη δουλειά. Τα καλύτερα γεύματα της ζωής μου μού τα έχουν προσφέρει άνθρωποι που δεν είχαν σχεδόν τίποτα. Πρόσφυγες που είχαν χάσει τα σπίτια τους, αλλά επέμεναν να μοιραστούν μαζί μας το φαγητό τους. Άνθρωποι που βρίσκονταν σε απόγνωση και παρ’ όλα αυτά έβρισκαν χώρο για γενναιοδωρία.

«Ο πόλεμος δείχνει το χειρότερο πρόσωπο της ανθρωπότητας. Παραδόξως όμως, εκεί έχω συναντήσει και μερικές απ’ τις πιο συγκινητικές πράξεις καλοσύνης».

 

– Οι νέες δημοσιογράφοι θέλουν να γίνουν πολεμικές ανταποκρίτριες; Τι συμβουλή τους δίνετε;

Ναι, κι αυτό μου δίνει τεράστια χαρά. Η συμβουλή μου είναι μία. Να διαβάζουν ασταμάτητα. Να καταβροχθίζουν βιβλία, ιστορία, πολιτική, διεθνείς σχέσεις. Τα διεθνή θέματα είναι η βάση της πολεμικής ανταπόκρισης. Χωρίς αυτά μπορεί να περιγράψεις τι βλέπεις. Δεν μπορείς όμως να εξηγήσεις τι συμβαίνει. Και η εξήγηση είναι η μισή δημοσιογραφία.

– Θέλετε να μας πείτε μερικά λόγια για το doc που ετοιμάζετε αυτή την εποχή;

Μόλις ολοκλήρωσα ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο Σερβία, Η Φωτιά Καίει Ακόμα. Με δυο λόγια, επέστρεψα στην πόλη που κάλυπτα ως πολεμική ανταποκρίτρια το 1999 για να δω τι απέμεινε από εκείνον τον πόλεμο και πώς επηρέασε τη σημερινή Σερβία. Δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ για τις βόμβες. Είναι ένα ντοκιμαντέρ για τη μνήμη. Για το πώς μια κοινωνία κουβαλά το παρελθόν της, πώς το μεταδίδει στις επόμενες γενιές και πώς αυτό εξακολουθεί να επηρεάζει τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις μέχρι σήμερα. Μ’ ενδιαφέρει πάντα τι μένει όταν οι κάμερες φεύγουν. Και στη Σερβία, 27 χρόνια μετά, μένουν ακόμη πολλά.

Η Μαρία Καρχιλάκη.

– Κα Καρχιλάκη, η ιστορία επαναλαμβάνεται τελικά;

Δεν είμαι βέβαιη ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται. Οι εποχές αλλάζουν, οι τεχνολογίες αλλάζουν, οι ηγέτες αλλάζουν.

Μαρία Καρχιλάκη: «Αυτό που δεν αλλάζει είναι ο άνθρωπος. Η ανάγκη για εξουσία, ο φόβος, η φιλοδοξία, η απληστία, αλλά και η αλληλεγγύη, η αγάπη, η αξιοπρέπεια. Μετά από τόσους πολέμους, το μόνο πραγματικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο που έχω δει είναι η ανθρώπινη οδύνη».