Ανδρέας Σιμόπουλος/LadyLike.gr
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Λυδία Φωτοπούλου: «Πάντα γούσταρα που είμαι γυναίκα»

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

MUA & HAIR STYLING: ΙΩΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΗ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΠΑ»

Η Λυδία Φωτοπούλου πίστευε ότι έχει ξεμπερδέψει πλέον με την Επίδαυρο. Έχουν περάσει δεκαετίες από τότε που υποδύθηκε την Κασσάνδρα στο πιο μαγικό θέατρο του κόσμου κι έκτοτε είχε κάνει κι όλα όσα ήθελε σε αυτή τη σπουδαία σκηνή. Θα μου πεις, πίστευε κάποτε κι ότι ήθελε να είναι μόνο εργάτρια του θεάτρου και ότι δεν θα έκανε τηλεόραση. Οι βεβαιότητες ανατρέπονται σε αυτή τη ζωή κι ευτυχώς στη δική της μοιάζει να ανατρέπονται με θετικό πρόσημο. Η Λυδία Φωτοπούλου αυτό το καλοκαίρι ετοιμάζεται να επιστρέψει στην Επίδαυρο για να κάνει αυτή τη φορά την Εκάβη στις Τρωάδες, που σκηνοθετεί η Ελένη Ευθυμίου για το Εθνικό Θέατρο.

Νιώθει ότι ένας κύκλος ήρθε για να τον κλείσει και δεν τον προσπέρασε. Όλες της τις μικρές, ήσυχες επαναστάσεις άλλωστε, η Λυδία Φωτοπούλου τις έκανε επειδή δεν προσπερνούσε τα πράγματα που έτυχαν στον δρόμο της. Έρχονταν κι ήταν έτοιμη να τα αρπάξει επειδή η ίδια το ήθελε. Είτε ήταν ρόλοι, είτε η τηλεόραση, είτε κάτι τόσο μεγάλο όσο η μητρότητα. Κι όλα ξεκίνησαν με μία σχολική παράσταση και μία καλή νεράιδα που την έκανε να αντιληφθεί το μεγαλείο της έκφρασης.

Από εκείνη τη μικρή σκηνή σε αυτή της Επιδαύρου με ταξίδεψε η σπουδαία ηθοποιός ένα καλοκαιρινό μεσημέρι με πολλή ζέστη αλλά και πολλή ζεστασιά πριν από μία ακόμα πρόβα για τις Τρωάδες. Μία πρόβα για ένα έργο που μιλά για το γυναικείο σώμα, τους καταπιεσμένους αυτής της Γης, τη δύναμη των γυναικών και της οργής που μπορεί να ανατρέψει τη μοίρα μας. Η Λυδία Φωτοπούλου είναι έτοιμη να μιλήσει γι’ αυτή τη δύναμη στη σκηνή της Επιδαύρου. Λίγο πριν από αυτό το ραντεβού με το κοινό, πατάω το rec, και μιλά στο LadyLike.

– Αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός παίζοντας σε μία σχολική παράσταση αρχαίου δράματος. Πώς είναι τώρα να σκέφτεστε αυτό το κοριτσάκι στη σκηνή του σχολείου;

Αυτό το κοριτσάκι μάλλον είχε ένα αστέρι εκείνη τη στιγμή, μια καλή νονά νεράιδα ήρθε και του αποκάλυψε κάτι που το βοήθησε πάρα πολύ εκείνη την περίοδο και που βέβαια, δεν έχω μετανιώσει μέχρι τώρα. Ήταν πραγματικά μια αποκάλυψη η ελευθερία που μου έδωσε της έκφρασης.

«Ήμουν πάρα πολύ δειλό και ντροπαλό παιδί και ανακάλυψα ότι μέσα σε αυτά κείμενα συναντούσα κάτι που χωρίς να το καταλαβαίνω απόλυτα, μου έδινε λόγο να υπάρχω».

Αισθανόμουν ότι δίπλα σε αυτά τα κείμενα, εκφωνώντας τα, δημιουργούσαν κάτι που μέχρι τότε στη ζωή μου ήταν κενό. Κι αυτό συνεχίζεται ύστερα από τόσα πολλά χρόνια.

– Υπήρξε καθοριστική για εσάς αυτή η ελευθερία καθώς μεγαλώνατε στην επαρχία;

Γεννήθηκα στην Καβάλα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη οπότε δεν θα μπορούσα να την πω και πραγματικά επαρχία. Ήταν πόλη, αλλά εντάξει, εκείνη την εποχή ήταν πιο δεσμευτικά τα κοινωνικά προστάγματα. Η ελευθερία που ήρθε μέσα από το θέατρο ήταν αληθινή. Δεν ξέρω αν είχα μεγαλώσει στην Αθήνα αν θα διέφεραν και τόσο τα πράγματα. Ήταν η  θέση της γυναίκας ήταν αυτή που ήταν πάντα, η μητέρα μου ήταν μία νοικοκυρά η οποία δεν δούλευε, είχε το σπίτι και την ανατροφή μου και την έχασα και πάρα πολύ μικρή κι ήταν κι αυτό ένα μεγάλο κενό.Το κενό που γέμισε η έκφραση που ήρθε ήταν για να τα συνειδητοποιήσω και όλα αυτά: Ποια είναι η πορεία ενός παιδιού που μεγαλώνει χωρίς μητέρα και πολύ γρήγορα και χωρίς πατέρα; Γιατί στην πρώτη μου θεατρική παράσταση ως ηθοποιός έφυγε και ο πατέρας μου. Πήγα τον κήδεψα και γύρισα το βράδυ κι έκανα γενική δοκιμή.  Ήταν μεγάλες οι απώλειες.

– Μιλώντας για τις απώλειες αυτές, το ότι ήρθαν τόσο νωρίς, επηρέασαν το πώς ήσασταν εσείς ως γονέας αργότερα;

Άρχισα να σκέφτομαι τον θάνατο και να τον φοβάμαι μόνο όσο είχα μικρό παιδί. Δεν ήθελα δηλαδή με τίποτα να συμβεί τότε σε μένα κάτι ώστε να περάσει τα ίδια. Από την άλλη το μεγάλωμα του παιδιού μου ήταν πολύ πιο ελεύθερο, ως προς το να του επιτρέψω δηλαδή να κάνει αυτό που πραγματικά ήθελε. Έφυγε πάρα πολύ γρήγορα από κοντά μου, γύρισε τον κόσμο, πήγε στην Κίνα σπούδασε εκεί. Ήταν μια τελείως διαφορετική ανατροφή.

– Είναι σε έναν βαθμό και απελευθερωτικό να γίνεται ένας άνθρωπος ενήλικας και να μην έχει τη θέση του παιδιού που καλύπτει προσδοκίες;

Ίσως. Βέβαια, ήμουν  πάντα ένα παιδί το οποίο δεν είχα ανακαλύψει τις προσδοκίες κάποιου, αλλά που πάντα μου έλειπε πολύ βαθιά αυτή η στήριξη. Η ανασφάλειά μου πάντα χτυπούσε κόκκινο σε όλες τις περιπτώσεις γιατί δεν είχα αυτό που λες «ανοίγει μια αγκαλιά και χώνομαι μέσα».

– Οι «Τρωάδες» και ειδικά σε αυτό το ανέβασμα επικεντρώνονται στο θηλυκό σώμα και πώς αυτό σημαίνει και περιορισμό στην πατριαρχική κοινωνία που ζούμε. Εσείς πότε το συνειδητοποιήσατε ως γυναίκα αυτό;

Από μικρή γιατί έτσι ήταν τα πράγματα. Μέσα από το καθωσπρέπει μεγάλωμά μου, γιατί πραγματικά η μητέρα μου πάσχιζε να είμαι καθωσπρέπει, ευγενική, προσεκτική με οποιαδήποτε κακοτοπιά.  Μετά, στην ενήλική ζωή μου, πρέπει να πω γιατί το έχω σκεφτεί πάρα πολλές φορές και δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, αλλά το ότι είμαι γυναίκα δεν αισθανόμουν ότι με εμπόδιζε σε κάτι.

«Πάντα αγαπούσα και πάντα γούσταρα που ήμουν γυναίκα, με όλη την ευαλωτότητά μου. Δεν αισθάνθηκα ποτέ έναν τέλειο ανταγωνισμό. Καταλαβαίνω όμως, τώρα, γιατί πέρασα από τέτοιες καταστάσεις, ότι το γυναικείο σώμα μπορεί να το κατασπαράξει κανείς πολύ εύκολα, μπορεί να το κακοποιήσει με την έννοια της ψυχικής και σωματικής κακοποίησης».

Για να έρθουμε στο έργο επειδή εκεί μιλάμε πραγματικά για τη γυναίκα. Σου είπα ότι γούσταρα να είμαι γυναίκα, αλλά γιατί; Γιατί η γυναίκα δεν έχει καμία σχέση με τη βία. Ακόμα κι όταν ερχόταν η βία προς τα μένα, το ότι εγώ δεν ήμουν βίαιη μου προκαλούσε μια σιγουριά ότι περπατάω σωστά. Κατανοούσα ότι ο δρόμος μου είναι ένας δρόμος που αγγίζει πιο πολύ την αγάπη παρά όλο το άλλο. Εδώ βλέπουμε ότι ο πόλεμος είναι ένα φριχτό, αντρικό παιχνίδι. Οι γυναίκες είναι αυτές που υφίστανται μαζί με τα παιδιά, τους ηλικιωμένους, τους ανάπηρους, τη βία των άλλων. Το θέμα είναι τώρα τι κάνει μία γυναίκα σε αυτό. Οι Τρωάδες ξεκινάνε λέγοντας ότι έτσι είναι η μοίρα μας. Και σιγά σιγά προσπαθούν να την ανατρέψουν, να αποφασίσουν εκείνες τη μοίρα τους, να καταλάβουν «τι πάει να πει είναι η  μοίρα μου; Εγώ τι κάνω πάνω σε αυτό;».

Ό,τι πόνος υπάρχει μέσα, μετατρέπεται σε μία οργή. Αυτή την οργή την έχω νιώσει κι εγώ σαν άνθρωπος πολύ, ιδίως στην εποχή μας. Επειδή όμως έχω μεγαλώσει και ο καναπές είναι πιο ζεστός για την ηλικία μου και δεν βγαίνω πια στους δρόμους κι αυτό με στενοχωρεί πάρα πολύ, μέσα από το θέατρο και ειδικά από αυτό το έργο, θα ήθελα ιδανικά να εκφράσω τον θυμό μου για όλα αυτά που συμβαίνουν. Είναι συγκλονιστικό έργο. Μιλάει για ό,τι ακριβώς συμβαίνει γύρω μας. Αν αντικαθιστούσαμε το δυστυχισμένη Τροία με το δυστυχισμένη Γάζα για παράδειγμα, θα ήταν το ίδιο έργο. Έχει κι αυτό το συγκλονιστικό, απίστευτο γεγονός ότι σκοτώνουν το τελευταίο αγόρι, τον Αστυάνακτα. Ο πόλεμος σήμερα κι ό,τι μπορεί να μας ταράξει περισσότερο είναι αυτά τα χιλιάδες παιδιά που πεθαίνουν.

– Στην παράσταση συμμετέχουν και ηθοποιοί της ομάδας Εν δυνάμει. Περιμένατε ότι θα έρθει στιγμή που το θέατρο θα είναι αληθινά συμπεριληπτικό;

Όχι, πραγματικά δεν το περίμενα. Και είναι ευτυχία να έχουμε αυτά τα παιδιά δίπλα μας. Είναι μία πάρα πολύ καλοδουλεμένη ομάδα, έχουν κάνει τρομερό training. Πολλές φορές βέβαια η αναπηρία δεν τους αφήνει να αφομοιώσουν πάρα πολύ γρήγορα τα πράγματα, χρειάζεται διπλός, τριπλός και τετραπλός χρόνος γι΄ αυτά τα πλάσματα, αλλά αυτό που παίρνουμε, αυτή η αθωότητα σε όλα τους τα συναισθήματα, ακόμα και στον φόβο που εμείς έχουμε ξεχάσει να φοβόμαστε ή ντρεπόμαστε να το πούμε, είναι φοβερή.

Προχθές ήταν να κάνει μια σκηνή η Λώξη για παράδειγμα και μας παρακάλεσε όλους να φωνάξουμε το όνομά της δυνατά και να χειροκροτήσουμε για να πάρει δύναμη. Κανείς από εμάς δεν θα το τολμούσε κι ας το ήθελε, κι ας ήξερε ότι αυτό χρειάζεται. Είναι πραγματικά για εμάς ένα τεράστιο κέρδος. Το πώς μπορεί να αντιμετωπίσουν τον ίδιο τον πόλεμο που συμβαίνει μέσα στο έργο καμιά φορά με χαμόγελο, το οποίο είναι κάτι τελείως απροσδόκητο, ή τα δάκρυα που θα χύσουν κάποια στιγμή που δεν την περιμένεις, είναι αποκαλύψεις που συνεχώς μας συντροφεύουν σε αυτή τη δική μας προσπάθεια, η οποία δεν έχει αθωότητα. Έχει μία προσπάθεια να παίξεις κάτι το οποίο δεν το ξέρεις, μπορείς μόνο να το φανταστείς και να τρομάξεις.

– Είναι και κάπως συμβολικό ότι αυτό το έργο μιλά για τους καταπιεσμένους του κόσμου και συμμετέχουν σε αυτό άνθρωποι μίας κοινωνικής ομάδας που δυστυχώς ακόμα και σήμερα δεν αντιμετωπίζεται ως ισότιμη γιατί αν δεν υπάρχει ίση πρόσβαση, το πιο απλό, δεν υπάρχει και ισότητα…

Ακριβώς. Και είμαστε και μία κοινωνία που το διαφορετικό θα μας κάνει είτε να γελάσουμε είτε να νιώσουμε άβολα, δεν ερχόμαστε σε επαφή εύκολα μαζί του. Το προσπερνάμε. Εδώ σκύβει μια ολόκληρη ομάδα μαζί με αυτούς τους ανθρώπους για να παλέψει για κάτι κοινό, να δημιουργήσει κάτι που φαντάζεται πόσο τρομακτικό είναι εύχεται και να μην το ζήσει ποτέ.

«Όταν με ρωτάνε τι είναι αυτό που σε τρομάζει περισσότερο, αυτό είναι η προσφυγιά, το ότι ξεριζώνονται από έναν τόπο για τα συμφέροντα κάποιων άλλων. Τότε αυτές οι γυναίκες θα πήγαιναν σκλάβες στους διάφορους βασιλείς. Τώρα πνίγονται στα καράβια, έρχονται στη στεριά και τους διώχνουν όλοι χωρίς να ξέρουν την ιστορία τους».

Μιλώντας για την ίση πρόσβαση, να πω ότι αυτή είναι η πρώτη παράσταση προσβασιμότητας και για άτομα με αισθητηριακές αναπηρίες στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Η παρουσίαση αυτής της εξαιρετικής πρωτοβουλίας του Εθνικού Θεάτρου που χρηματοδοτήθηκε από την Alpha Bank, ήταν απίστευτα συγκινητική γιατί είδαμε ακριβώς τι σημαίνει αυτό. Για παράδειγμα για έναν τυφλό άνθρωπο το να πιάνει τη μακέτα του σκηνικού και να καταλαβαίνει τον χώρο, ότι πιάνει τα υφάσματα των κοστουμιών, ότι υπάρχει ειδική περιγραφή σε όλη τη διάρκεια του έργου, και από τη μετακίνησή τους ακόμα που θα είναι δωρεάν και θα μαθαίνουν για την ιστορία του τόπου ή για τους κωφάλαλους ό,τι υπάρχει διερμηνεία στη νοηματική γλώσσα. Είναι κάτι που πραγματικά θα έπρεπε να γίνεται σιγά σιγά για όλες τις παραστάσεις.

– Υπήρξε στιγμή στη ζωή σας που νιώσατε ότι θα έπρεπε να δώσετε μάχη για την αυτοδιάθεσή σας;

Ακόμα και το θέμα της αυτοδιάθεσης είναι θέμα παιδείας. Σίγουρα δεν την είχα την παιδεία όσο ήμουν νέα οπότε το ένιωσα κι αυτό. Σιγά σιγά όμως, μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις ποια είναι τα όρια του άλλου, βάζεις τα δικά σου. Η οριοθέτηση είναι μάχη που δίνει ο άνθρωπος σε όλα τα επίπεδα. Και δυστυχώς, αυτό στην εποχή μου δεν ερχόταν μέσω της Παιδείας κι ούτε νομίζω ότι έρχεται και τώρα. Απλώς οι γονείς είναι πολύ πιο υποψιασμένοι και συνειδητοποιημένοι και ξέρω ότι τα παιδιά αρχίζουν από πολύ νωρίς κάποια πράγματά να μαθαίνουν σε σχέση με το σώμα τους.

– Τι σημαίνει η Επίδαυρος για σας σήμερα;

Η Επίδαυρος είναι το πιο μαγικό θέατρο στον κόσμο. Και θα έπρεπε κάθε ηθοποιός να τρελαίνεται από χαρά που πάει εκεί να παίξει. Αλλά συγχρόνως είναι κι ένας χώρος που, κακώς, έχει γίνει λίγο ένα πεδίο αλόγιστης κριτικής. Είναι συνεχώς σαν να περνάς κάποιες εξετάσεις κι αυτό πολλές φορές δημιουργεί πολύ μεγάλο στρες. Πάντα ήταν, το οποίο βέβαια μπορεί να πει κανείς ότι ταιριάζει με ένα λαϊκό θέαμα που ήταν και τότε στα αρχαία χρόνια, και τότε δηλαδή πετούσαν ντομάτες, αλλά από την άλλη πηγαίνουμε όλοι μαζί για μία τελετή, κοινό και ηθοποιοί για κάτι που ενώνει τους ανθρώπους. Εγώ αυτό προσπαθώ να παλέψω.

«Δεν είναι εύκολο να τιθασεύσεις το ψυχικό και το σωματικό σου εύρος στην Επίδαυρο. Θέλει πάρα πολλή προσπάθεια και χρειάζεται και μία τεράστια ηρεμία, οπότε θέλει να τα κάνεις όλα και τη δουλειά και την ψυχανάλυσή σου, εγώ τουλάχιστον έτσι το βλέπω».

– Έχετε υπάρξει και Κασσάνδρα στο παρελθόν, σωστά;

Αν σου πω ότι εγώ με την Επίδαυρο πίστευα ότι είχα ξεμπερδέψει, είχα κάνει όλα τα αγαπημένα μου πράγματα όταν ήμουν νέα και είχα τελειώσει; Ο λόγος που δέχτηκα αυτόν τον ρόλο είναι ότι πραγματικά πριν 40 χρόνια ακριβώς είχα κάνει την Κασσάνδρα στην παράσταση του Ανδρέα Βουτσινά. Την Εκάβη την έκανε η Αλέκα Παΐζη κι από τότε συνδεθήκαμε απίστευτα πολύ. Πάντα για μένα ήταν η μάνα μου και πάντα εκείνη με φώναζε παιδάκι μου. Κι όταν ήρθε αυτή η πρόταση, στον νου μου ήταν ένας κύκλος που δεν μπορούσα να τον αφήσω. Σαν να μου έδινε η ίδια τη σκυτάλη. Κι έτσι βρέθηκα να παλεύω με την Εκάβη.

Είναι συγκινητικό να λέω λόγια που κάποτε άκουγα, αφού καμιά φορά ξεχνιέμαι και βάζω κάτι φράσεις που θυμάμαι που έχουν αλλάξει γιατί είναι μεν η ίδια μετάφραση αλλά έχει γίνει μία πολύ ωραία διασκευή από την Ελένη Ευθυμίου που φωτίζει όλη την πλευρά τη γυναικεία.

– Η γυναικεία αλληλεγγύη τι ρόλο έπαιξε στη δική σας ζωή; Υπήρξαν γυναίκες που νιώσατε ότι ευτυχώς υπήρξαν στη ζωή μου τότε και με πήγαν ένα βήμα μπροστά;

Ένα πράγμα που έχω πετύχει σ’ αυτή τη ζωή είναι οι φιλίες. Έχω φιλίες που ξεκινάνε από 5 χρονών. Με την Έφη Σταμούλη, την καταπληκτική συνάδελφο στη Θεσσαλονίκη, ήμασταν μαζί από 5 ετών στο νηπιαγωγείο κι είμαστε σε όλα τα σημαντικά γεγονότα της ζωής της μιας και της άλλης παρούσες. Έχω επίσης άλλες 2 φίλες από τον καιρό του σχολείου. Η φιλία για μένα πάντα έπαιζε πολύ μεγάλο ρόλο. Με βοήθησε πάρα πολύ και αισθάνομαι ότι κι εγώ βοήθησα.

«Η αλληλεγγύη είναι το ζητούμενο. Μιλάμε τώρα για φίλους, αλλά το θέμα είναι μια κοινωνία αλληλεγγύης. Κι έχουμε δει ότι στην Ελλάδα μερικές φορές, σε μια δύσκολη κατάσταση οι άνθρωποι συσπειρώνονται. Αλλά στις πιο ανέμελες στιγμές το ξεχνάμε κι ο διχασμός παραμονεύει σε κάθε βήμα».

– Για ποιον θα θέλατε να είστε ο άνθρωπος που θα τον πάρει από το χέρι, που όταν σκέφτεται αλληλεγγύη να σκέφτεται τη Λυδία;

Για τις εγγονές μου, τα παιδιά μου, την οικογένειά μου. Θα ήθελα πάρα πολύ να ήμουν και να είμαι βοηθητική γι’ αυτούς. Αλλά και οποιοσδήποτε νιώσει ότι θα μπορούσα να τον βοηθήσω σε κάτι θα μου άρεσε να με σκέφτεται.

– Τηλεόραση έχετε κάνει αρκετά τελευταία. Ήταν κάποιο κάστρο που έπεσε;

Ήταν κάστρο που έπεσε και πολύ καλά έκανε κι έπεσε γιατί πέρασα ωραία. Επίσης ήρθε σε μία ηλικία που αισθανόμουν ότι δεν είχα να αποδείξω και τίποτα και μου έδινε μια ελευθερία αυτό το πράγμα. Ήταν και η πρώτη δουλειά, αυτή που κάναμε με τον Αλέξανδρο Ρήγα και τον Δημήτρη Αποστόλου, η «Τούρτα της μαμάς» που είχε εξαιρετικό σενάριο. Όταν έχεις ένα πολύ ωραίο σενάριο στην τηλεόραση είναι χαρά να δουλεύεις. Συνειδητοποίησα πόσο λιγότερο κοπιαστική μπορεί να είναι τελικά, γιατί το θέατρο δεν μπορείς να το κάνεις χωρίς κόπο. Θέλει όλα τα στοιχεία του εαυτού σου να είναι παρόντα εκείνη τη στιγμή. Στην τηλεόραση μπορείς να το σκεφτείς και να ξανακάνεις κάτι. Στο μεταξύ υπάρχει κι ένα πολύ ωραίο κλίμα, αισθάνθηκα όμορφα δουλεύοντας με τους ανθρώπους με τους οποίους έκανα τηλεόραση, πέρα από τους ηθοποιούς δηλαδή. Είναι μια άλλου είδους οικογένεια.

– Έχετε κάνει πάντως αντισυμβατικές μικρές και μεγάλες επιλογές: Τηλεόραση όταν το θέλατε, παιδί ως single μαμά σε μία εποχή που αυτό ήταν ως και αδιανόητο. Σας χαρακτηρίζει αυτή η αντισυμβατικότητα;

Ξέρετε, είμαι πολύ low profile, πολύ χαμηλών τόνων. Δεν θα πω «θα κάνω αυτή την επανάσταση». Κι όμως η ζωή μου ήταν γεμάτη μικρές επαναστάσεις που τις έκανα με πάρα πολλή ησυχία. Ήταν επιλογές που ήρθαν και δεν τις προσπέρασα. Και το παιδί το οποίο ήρθε στα 23 θα μπορούσα να το είχα προσπεράσει. Κάποιοι άνθρωποι με βοήθησαν να μην το κάνω, αν και έτοιμη ήμουν κι εγώ.

«Ίσως και το γεγονός ότι δεν είχα οικογένεια να έπαιξε ένα πολύ σημαντικό ρόλο στο να έχω ένα παιδί. Βέβαια σε αυτή την ηλικία το παιδί μεγαλώνει μαζί σου, μεγαλώνεις κι εσύ με το παιδί. Πάντα όμως έχεις  μια άδολη, τεράστια αγάπη μέσα σου που φωτίζει και όλα τα πράγματα στη ζωή».

Από την άλλη όταν έκανα θέατρο μου έλεγαν να κάνω τηλεόρασή αλλά εγώ δεν ήθελα με τίποτα, ήθελα να είμαι εργάτρια του θεάτρου ως εκεί που δεν παίρνει. Και ξαφνικά μια ωραία μέρα πήρα το σενάριο από την Τούρτα και είπα «θα κάνω τηλεόραση». Τώρα είχα να δουλέψω στο θέατρο περίπου 5 χρόνια και είπα θα κάνω την Εκάβη. Έρχονται δηλαδή τα πράγματα έτσι αλλά κι εγώ κάπως τα αρπάζω. Μέχρι τώρα έχουν έρθει λίγο καλά. Ελπίζω να πάει καλά κι αυτό.

Info: «Τρωάδες», 31/07 και 01/08 στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στις 21:00. Εισιτήρια εδώ.