Ο Μορτ Κλωναράκη δεν αφήνει τον φόβο να ορίζει τις αποφάσεις του
- 2 ΜΑΡ 2026
«Μετά από αυτό θέλω να πάω σπίτι μου, να βγάλω το μέικαπ, να βάλω πιτζάμες, να χουχουλιάσω και να κοιμηθώ. Ο Μορτ είναι 90 χρονών». Ο Μορτ Κλωναράκη έχει έρθει με το κράνος του ανά χείρας και ένα πλατύ χαμόγελο μέχρι το Apoteka στην Κυψέλη, το οποίο, όπως μου είχε πει μέσω Whatsapp, συμπαθεί αρκετά. Έχουμε συναντηθεί για να μιλήσουμε για το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, το Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ του Γιώργου Γεωργόπουλου, την πρώτη τόσο καλή, καθαρόαιμη αθλητική ταινία του ελληνικού σινεμά.
Ως μέλος της γνωμοδοτικής επιτροπής στο περασμένο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που πρακτικά σήμαινε ότι θα έβλεπα 44 ελληνικές ταινίες για να αποφασίσουμε με την υπόλοιπη επιτροπή ποιες παραγωγές θα παρουσιάζονταν στο φεστιβάλ με την ευχή να βρουν το κοινό τους, το Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ ήταν στις μία- δύο καλύτερες ελληνικές παραγωγές που είδα για την κινηματογραφική σεζόν του 2026. Έφυγε με 5 βραβεία και προσωπικά ανυπομονούσα να φτάσει η ώρα για τη σειρά της στις αίθουσες της χώρας.
Ο Μορτ υποδύεται την Πάττυ όπως φωνάζουν την κεντρική ηρωίδα χαϊδευτικά, αλλιώς και Δάφνη. Είναι εξαιρετικά ταλαντούχα στο Judo και έχει μόλις εγκαταλείψει το ακριτικό της νησί, την Ικαρία, για να μετακομίσει την Αθήνα και να προπονηθεί με όνειρο τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εκεί θα την αναλάβει ο Δάσκαλος Γιούρι, ένας δωρικός και συνάμα τρυφερός Βαγγέλης Μουρίκης, θα την ταΐζει ο Γιάννης Οικονομίδης σε guest ρόλο ιδιοκτήτη ταβέρνας, και θα την εχθρεύεται ο Τάσος Νούσιας που προπονεί το αντίπαλο dojo.
Ναι, σωστά καταλαβαίνεις, το Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ, έχει αέρα και δομή Karate Kid, έχει όμως ταυτόχρονα και μία φρέσκια ματιά για τη μετάβαση της Δάφνης από την ξεγνοιασιά της εφηβείας στον δύσκολο κόσμο της ενηλικίωσης. Έχει και πολύ καλογυρισμένες σκηνές μάχης από τον Γεωργόπουλο, που έχει υπάρξει ο ίδιος αθλητής του Judo και αποδίδει πολύ καλά την ένταση ενός αγώνα.
Εκείνος έγραφε το σενάριο του Πάττυ κοντά στα 10 χρόνια, στα χέρια του Μορτ όμως έφτασε ξημερώματα.
«Μου έστειλαν το σενάριο 1-2 η ώρα τη νύχτα, σε ένα random email. Ακούω το ding και λέω “ποιος είναι τέτοια ώρα”. Το διάβασα όλο μονορούφι. Από εκεί που ήμουν έτοιμος να κοιμηθώ, έκατσα μέχρι τις 4. Έπαθα σοκ, διάβαζα και έλεγα “τι θα γίνει μετά!”, αλήθεια σου λέω. Είχα απορροφηθεί εντελώς».
Πώς έφτασε όμως να πρωταγωνιστεί στην πρώτη του ταινία;
«Τώρα είμαι 23, όταν γυρίστηκε ήμουν 21. Είχα τελειώσει το πρώτο έτος στη δραματική και ήμουν στη Ζάκυνθο. Έφυγα από εκεί 18 χρονών για να έρθω να σπουδάσω στη Δραματική Σχολή Αρχή Νέλλης Καρρά. Το καλοκαίρι μετά το πρώτο έτος ξεκίνησαν οι οντισιόν, αλλά εγώ δεν έστειλα όπως στέλνω τώρα, δηλαδή συνειδητά. Καταρχάς δεν ήξερα κανέναν άνθρωπο που κάνει casting. Μου το είχε στείλει μία φίλη μου, μια-δυο μέρες πριν το deadline. Έπρεπε να στείλουμε self-tape, αλλά εγώ ήμουν σε άλλη ταχύτητα. Έστειλα αλλά πέρασε ένας μήνας και τίποτα. Το έχω ξεχάσει στο μεταξύ εγώ, δεν ήμουν πάνω από το τηλέφωνο».
Ο λόγος που τον είχε σκεφτεί η φίλη του, ήταν επειδή το casting call αναζητούσε μία κοπέλα 18 χρονών που να ξέρει πολεμικές τέχνες και ο Μορτ γνωρίζει καλά Tae Kwon Do.
«Από ό,τι έχω συζητήσει με τον Γιώργο, ο λόγος που πήρα τη δουλειά είναι γιατί ήμουν απολύτως ψαρωμένος, απόλυτα καραγκιοζάκος. Έτσι είναι και η Πάττυ». Όταν τον ρωτάω πώς βρήκε τον δρόμο του μέσα στον χαρακτήρα, η απάντηση ήταν αυτόματη.
«Δεν νομίζω ότι χρειάστηκε ποτέ να βρω τον δρόμο μου μέσα στην Πάττυ, έχουμε μεγάλη ταύτιση», εξηγεί. «Είχαμε τις ίδιες αναφορές, ήταν ένα παιδί που έχει μεγαλώσει στην στην Ικαρία όπως εγώ στη Ζάκυνθο, που φεύγει 18 χρονών να κυνηγήσει το όνειρό της, και που της λείπει η οικογένειά της. Υπάρχουν κουβέντες της ταινίας, όπως “να σου στείλει η γιαγιά ταπεράκι;” που τις ένιωθα απόλυτα. Δεν είναι ότι δεν ξέρει να μαγειρεύει ή δεν της αρέσει το φαγητό που τρώει, αλλά θέλει το φαγητό της γιαγιάς να ζεσταθεί λίγο η ψυχούλα της. Κατάλαβα κιόλας πόσο κοντά είμαι με την Πάττυ όταν πήγαμε στην Ικαρία. Εγώ είχα πολλούς μήνες να πάω σπίτι μου και με το που πάτησα στο νησί και είδα θάλασσα, έβαλα τα κλάματα».
Δεν μου κάνει, φυσικά, εντύπωση που αγαπάει τόσο τον τόπο του. Του λέω όμως πως είναι πολύ αναζωογονητικό να ακούω από ένα παιδί στην ηλικία του να έχει ήδη αποκαθηλώσει το hustle της Αθήνας. Επιτέλους.
«Είμαι πολύ hustler αλλά δεν το απολαμβάνω καθόλου. Είναι ο 5ος μου χρόνος εδώ, αλλά δεν συμπαθώ τον βιότοπο της Αθήνας. Δεν συγκρίνεται με τη μικρογραφία που είναι το σπίτι μου. Εδώ οδηγώ 40 λεπτά με τη μηχανή να πάω στη δουλειά μου, ενώ στη Ζάκυνθο δουλεύω 7.00 και ξυπνάω 6.50 για να φάω πρωινό και να πάω στη δουλειά μου. Δεν υπάρχει η διαφορά ταχύτητας. Δεν περνάω πολύ ωραία, η δουλειά μου με κρατάει εδώ […] Δεν έχω καν στέκια. Θα βγω όταν θέλω να δω κάποιον φίλο μου, αλλά αν έχω ελεύθερο χρόνο θα πάω σπίτι, θα δω ταινία, θα παίξω Minecraft, θα μπω με τα αδέλφια μου online και θα μιλήσουμε».
«Ειλικρινά θαυμάζω αυτούς τους ανθρώπους που τους αρέσει να κοινωνικοποιούνται. Εγώ δεν το προτιμώ. Έχω μια δουλειά που συναναστρέφομαι πάρα πολύ κόσμο, πάρα πολλές ώρες τη μέρα. Η βάρδιά μου είναι δεκάωρη. Εκτίθεμαι κυριολεκτικά όλη την ώρα».
«Αν δεν ήμουν ηθοποιός θα είχα φύγει τρέχοντας», συνέχισε. «Ενώ πολλά παιδιά θέλουν να φύγουν από την επαρχία τρέχοντας. Δεν είμαι ένα από αυτά. Τα ενοχλεί η επαρχία ως κοινωνία, αλλά εμένα το τι λέει η κοινωνία δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Δεν ασχολιόμουν ποτέ με αυτά. Εγώ ήμουν απλά ένα παιδί που μέχρι το γυμνάσιο σκαρφάλωνα στις ελιές γύρω από το σπίτι μου, μέσα στις λάσπες, με γατιά. Ούτε και κανένας ασχολιόταν με εμένα. Ήμουν ένα χαμηλών τόνων παιδί, όχι αυτό που λέμε “ο celebrity του σχολείου”. Και η Δάφνη είχε όλο αυτό το άβολο με το που μπήκε στο dojo. Η μόνη διαφορά που έχω με τη Δάφνη, πολύ κομβικά, είναι ότι και οι 2 νιώθουμε πάρα πολύ άβολα, η Δάφνη όμως νιώθει πάρα πολύ άβολα και δεν μιλάει καθόλου, ενώ εγώ νιώθω πάρα πολύ άβολα και μιλάω πάρα πολύ».
Παρά το πέρασμα του χρόνου, φαίνεται πολύ ανάγλυφα ότι κρατάει ακόμη την Πάττυ πολύ κοντά του.
«Την αισθάνομαι λίγο σαν μικρή μου αδελφή. Είμαι πιο προστατευτικός μαζί της από ότι ο Γιώργος. Εγώ μπορεί να πω “είναι σκληρό καρύδι αλλά θα μπορούσε να τα έχει και λίγο πιο εύκολα στη ζωή της”. Ο Γιώργος θα πει, “δεν παθαίνει τίποτα αυτή, μην ανησυχείς”».
Θυμάται πως ο μήνας που πέρασε μιλώντας στον δημιουργό πριν ξεκινήσουν οι πρόβες ήταν καταλυτικός για να αποκτήσει εμπιστοσύνη.
«Για μένα ήταν τελείως icebreaker η διαδικασία και ένιωθα πολύ πιο άνετα μαζί του. Είναι υπέροχος. Πολύ μπαμπάς. Όταν είσαι μες στο γύρισμα και έχεις ένταση γιατί κάτι σε αγχώνει, ή γιατί είναι μία δύσκολη σκηνή, ή γιατί είσαι κουρασμένος επειδή έχουν περάσει 10 ώρες, δεν βλέπεις τα πράγματα καθαρά. Όταν όμως εμπιστεύεσαι τον σκηνοθέτη σου θα κάνεις ό,τι πει. Ο Γιώργος είχε πάντα δίκιο».
Μπορεί να περιγράψει τις ημέρες των γυρισμάτων με τη λεπτομέρεια ανθρώπου που απορροφούσε τα πάντα, με αυτόν τον ενθουσιασμό και το καρδιοχτύπι που έχουν οι πρώτες φορές.
«Τα πάντα ήταν πρωτόγνωρα για μένα. Ευτυχώς, γιατί δεν έπαθα με πολλούς ανθρώπους starstruck. Μπορεί να τους ήξερα, αλλά δεν είχα επίγνωση του μεγέθους τους. Πρώτη ημέρα γυρίσματος τώρα, και πρώτη μου μέρα με την κάμερα, και έρχεται ο Γιάννης Οικονομίδης. Δεν πανικοβλήθηκα παραπάνω, γιατί για να πω την αλήθεια, ήμουν έτσι κι αλλιώς πανικόβλητος για χίλιους άλλους λόγους. Εκείνη την ώρα δεν μπορούσα να πανικοβληθώ για τον Γιάννη. Θα σου πω κάτι πάρα πολύ αστείο. Φορούσαμε ψείρες στα γυρίσματα και δεν μπορείς να καταλάβεις πόσες βλακείες – όχι κάτι κακό για κάποιον! – έχω πει φορώντας την ψείρα. Ερχόταν κάθε φορά ο Γιώργος και μου έλεγε, Μορτ, θέλω να σε ενημερώσω ότι σε ακούει πολύς κόσμος! Για μένα ήταν πολύ μεγάλα τα βήματα. Έπρεπε να επεξεργαστώ πολλή νέα πληροφορία, πολύ γρήγορα. Και με βοήθησαν πολύ οι άνθρωποι γύρω μου να το κάνω».
Ευτυχώς, σε αθλητικό επίπεδο, είχε προβάδισμα.
«Είναι τελείως διαφορετικά αθλήματα το Tae Kwon Do και το Judo, αλλά ένα πολύ σημαντικό κομμάτι είναι ότι ήξερα να πονάω. Ήξερα να τρώω ξύλο. Είναι σοκαριστικό για το σώμα, αλλά επειδή το δικό μου ήξερε αυτή τη διαδικασία, όταν με έριχναν και έπεφτα είχα διαφορετικό bounce back και το mentality μου ήταν μαθημένο σε αυτό. Ήμουν ένα παιδί που δεν σταματούσα. Κάνω χορό από τον καιρό που γεννήθηκα. Μετά κολύμβηση. Μετά είχα τέννις. Μετά είχα τραγούδι. Μετά είχα αγγλικά και μετά γερμανικά. Τα ζητούσα αυτά πολύ. Σκέψου ότι ξεκίνησα με μπαλέτο, μετά λάτιν και μετά σύγχρονο – ήμουν στη σχολή κάθε μέρα από 4 μέχρι 6 ώρες τη μέρα για μία περίοδο της ζωής μου. Έχω ακόμα και μετάλλιο στο αγωνιστικό οριεντάλ».
Του λέω γελώντας πως ακούγεται ότι οι γονείς του έπρεπε να βρίσκουν διαρκώς περιοχές για να διοχετευτεί η αστείρευτη ενέργεια του παιδιού τους. Τουλάχιστον αυτός έλεγε πάντα challenge accepted.
«Οι γονείς μου αγαπάνε πολύ τις τέχνες. Με βάλανε σε θεατρικό παιχνίδι από πάρα πολύ μικρό και ήμουν πολύ καλός. Σε αυτό το πλαίσιο, το παιδικό και το εφηβικό, εγώ το απολάμβανα, γινόμουν ακόμα καλύτερος και ασχολιόμουν ακόμα περισσότερο».
«Έχω βίντεο πολύ μικρός να λέω ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Οι γονείς μου, πλέον που έχω φτάσει κάπου όπου μπορώ να βιοπορίζομαι από αυτό, έχουν να λένε ότι είναι η πειθαρχία μου που με έφτασε εδώ. Ήμουν Γ’ γυμνασίου και πήγαν όλοι εκδρομή στην Κέρκυρα, αλλά εγώ δεν είχα πάει γιατί είχα παράσταση».
«Τι παράσταση είχα σε τέτοια ηλικία που ήταν τόσο σημαντική; Ε, εγώ έμεινα στη Ζάκυνθο για να κάνω πρόβες. Όταν μπήκα στη δουλειά ήταν εύκολη για μένα αυτή η προσήλωση. Είμαι ένα κινούμενο ελατήριο που δεν σταματάει να κινείται, αλλά η πειθαρχία μου είναι πολύ προσωπική. Μπορεί να μην μοιάζω συγκεντρωμένος φαινομενικά, αλλά μέσα μου υπάρχει κάτι που δεν σταματάει ποτέ να δουλεύει. Αυτή η αφοσίωση, η πολύ προσωπική, που δεν φαίνεται, είναι αυτό που με πηγαίνει».
Μέχρι να βγει το Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ στις αίθουσες, ο Μορτ είχε ήδη μπει στο cast της σειράς Μπαμπά, Σ’αγαπώ στον ALPHA που προβάλλεται εβδομαδιαία. Επίσης αναζωογονητική είναι η αντιμετώπισή του και για την τηλεόραση.
«Μου αρέσει πάρα πολύ», τονίζει. «Υπάρχει ένας σνομπισμός και ένας ελιτισμός σε σχέση με τηλεόραση. Είναι στερεότυπο. Κάνε τη μαγκιά και κάνε όμορφο αυτό στο οποίο συμμετέχεις. Πιάσε τη σκηνή σου, μελέτησέ τη, πάρε τηλέφωνο τον Μιχάλη που παίζετε μαζί και πες, “Μιχάλη, αύριο έχουμε αυτή τη σκηνή, τι σκέφτεσαι”; Στο χέρι μας είναι. Εμένα μου αρέσει πάρα πολύ το project όπου είμαι, γελάμε πάρα πολύ και μου αρέσει πάρα πολύ που είναι κάμερα. Είναι τρομερή εκπαίδευση και προπόνηση. Είναι πολύ καλύτερο για μένα να κρατάω μία επαφή απ’ το να μην είχα βρεθεί ποτέ σε κάμερα, να έκανα θέατρο και 4 χρόνια μετά να βρισκόμουν σε μία ταινία. Δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους – είναι άλλος ρυθμός, άλλη ποσότητα, άλλο υλικό, άλλος τρόπος παιξίματος. Στο ένα αναπτύσσεις τον χαρακτήρα σου σε 60 επεισόδια, στο άλλο σε 2 ώρες. Δεν θέλω να πω ότι είναι δύσκολο ή εύκολο, θέλω να πω ότι είναι πολύ διαφορετικά».
Άρα το μελλοντικό πλάνο τα έχει όλα μέσα;
«Θα πω κάτι πολύ Gen Z εκ μέρους μου, αλλά delulu is the solulu. Shoot for the stars! Θα ήθελα να είμαι στο Hollywood σε 5 χρόνια. Αλλά αν σε 5 χρόνια ήμουν στη Ζάκυνθο και δούλευα στο ταχυδρομείο, θα με πείραζε; Όχι πάρα πολύ. Όπου με πάει».
«Τρέχα και κυνήγα το, αλλά αν μου τη βαρέσει και πω “Αθηναίοι φτάνει, πηγαίνω σπίτι μου”, θα πάω. Το bio μου στο Facebook είναι “dream big”, που το έχω από 12 χρονών. Το έχω αφήσει για ενθύμιο. Όταν ήμουν στη διαδικασία της ταινίας, με είχε πιάσει μία φίλη μου και μου είχε πει, “ρε συ Μορτ, είσαι στο πρώτο έτος, δεν ξέρεις να παίζεις ακόμα. Θα κάνεις κάτι, θα στιγματιστείς και θα είναι κρίμα. Γιατί να μην τελειώσεις τη σχολή σου, να είσαι έτοιμος και μετά να το κάνεις”; Και αν παίξω όμως και παίξω γαμάτα; Τι πειράζει; Εγώ είμαι λίγο της άποψης πως όταν είσαι ανάμεσα στο ναι και στο όχι, πήγαινε στο “γιατί όχι”. Όποιος ντρέπεται δεν τρώει, έτσι λέμε σπίτι μου».
Πριν κλείσουμε, του υπενθυμίζω κάτι που ανέφερε νωρίτερα. Ότι δεν τον πολυκόφτει τι θα πει η κοινωνία. Άρα νιώθει προστατευμένος από τυχόν σχόλια που μπορεί να προκύψουν για τον αυτοπροσδιορισμό του;
«Αν κάποιος θέλει να είναι κακοπροαίρετος, θα είναι. Έχω μεγαλώσει με πάρα πολλή αγάπη. Πάντα ένιωθα πολύ ανοιχτός να μιλήσω γι’αυτό στην οικογένειά μου, οπότε από κει και έπειτα δεν με ένοιαξε ποτέ. Καταλαβαίνεις πώς το λέω; Δεν θα με διώξουν από το σπίτι μου, οπότε εσείς που δεν είστε στο σπίτι μου, κάν’τε ό,τι θέλετε».
«Καμιά φορά ακούς γονείς να λένε πως ο κόσμος είναι σκληρός και γι’ αυτό φέρονται σκληρά στα παιδιά τους, για να μάθουν. Εμένα ο μπαμπάς μου – και τον λατρεύω γι’ αυτό – μου λέει, αν έχεις πολλές ώρες γύρισμα και δεν προλαβαίνεις, πάρε με τηλέφωνο και πες μου “έλα να μου καθαρίσεις το σπίτι”. “Έλα γιατί θέλω παρέα”. Θες να έρθεις εσύ; Πες μου να βγάλουμε τα εισιτήριά σου, να έρθεις να φας και να φύγεις”.
Κατάλαβες τι με κρατάει εδώ; Είμαι μόνος μου, αλλά έχω τη δύναμη να είμαι εδώ, ακριβώς επειδή έχω αυτό. Γιατί θα πάρω τηλέφωνο και θα πω, ρε μπαμπά, μπορείς να έρθεις να μου βάλεις ένα πλυντήριο; Και έρχεται ο κακομοίρης, δεν μου λέει ποτέ όχι. Όταν χτίζεις θεμέλια αγάπης, ο άλλος μετά μπορεί να βγει έξω και να αντιμετωπίσει τα πάντα».
Info: Το «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ» κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.