Μιχάλης Χατζηγιάννης: ''Η απουσία είναι μια αναγκαία περίοδος μετάβασης στη νέα εποχή''

Επιστρέφει με έναν «Ερωτα Αγκάθι» και εξομολογείται ότι το χρονικό διάστημα της απουσίας του «χάθηκαν δουλειές και προοπτικές και συνεπώς συνεργάτες και φίλοι, που για να ζήσουν άλλαξαν πορεία και ζητούμενα»

Μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να εξελιχθεί σε έναν από τους δημοφιλέστερους και πιο επιτυχημένους καλλιτέχνες της γενιάς του. Με εμφανές «όπλο» τη χαρισματική φωνή του και, κρυφό αλλά ιδιαίτερα σημαντικό, εφόδιο τη μουσική παιδεία του, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης εκτινάχθηκε, απέκτησε μεγάλο και φανατικό κοινό, γέμισε θέατρα και στάδια, έκανε μουσικά ανοίγματα στο εξωτερικό.

Συνέντευξη στην Αναστασία Κουκά

Η αλήθεια είναι πως δεν είναι εύκολο να διαχειριστεί κανείς μια τόσο μεγάλη επιτυχία και μάλιστα σε τόσο νεαρή ηλικία. Και είναι ακόμη δυσκολότερο για κάποιον που έχει φθάσει ψηλά να καθίσει για λίγο στην άκρη και όταν νιώσει έτοιμος να επανέλθει με τους δικούς του όρους. Ο Μιχάλης Χατζηγιάννης, όμως, διέθετε εξαρχής αυτήν την ωριμότητα που απαιτείται για να αντιμετωπίσει κανείς τόσο τις επιτυχίες όσο και τις δυσκολίες. Ακριβώς αυτή η ωριμότητα τον βοήθησε να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία τα εμπόδια που εμφανίστηκαν στον δρόμο του και να επιστρέψει πιο έμπειρος, πιο κατασταλαγμένος, πιο σίγουρος για όλα αυτά που θέλει να κάνει από εδώ και πέρα στη μουσική αλλά και στη ζωή.

Το 2017 ήταν για σένα μια χρονιά... ολικής επαναφοράς. Τι ήταν εκείνο που σε οδήγησε σε αυτήν την επιστροφή και κατά πόσο είναι χρήσιμες οι περίοδοι απουσίας για έναν δημοφιλή καλλιτέχνη;

Το 2017 ήταν όντως μια καταλυτική χρονιά, διότι έβγαλε στην επιφάνεια τη δημιουργική έφεση που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας προβληματισμού, ενδοσκόπησης και μελέτης. Στη δική μου την τέχνη, όλο αυτό μεταφράζεται σε μουσική δημιουργία. Η απουσία και η παρουσία είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και είναι εξίσου χρήσιμες, αν φυσικά δεν είναι οριστικές. Επειτα από μια μακρόχρονη και έντονη περίοδο δημιουργίας, έκθεσης και παρουσίας, ήταν απόλυτα αναγκαία μια ανάπαυλα. Ο καλλιτέχνης το χρειάζεται αυτό, έστω κι αν αρχικά δεν το αντιλαμβάνεται. Ο χρόνος, όμως, το καθιστά αναγκαίο. Είναι όπως η γη, για την οποία η σοφία αιώνων που απέκτησε ο αγρότης τού υπαγορεύει την αγρανάπαυση, ώστε ο καρπός που θα προκύψει μετά το διάστημα της παύσης να είναι ανανεωμένος και πιο ποιοτικός.

Εκτιμώ ότι τελευταία κάτι έχει αρχίσει να γίνεται, αλλά είμαστε, νομίζω, ακόμα μακριά από το βασικό: την αντίληψη ότι ο πολίτης πρέπει να είναι στο επίκεντρο της έγνοιας του κράτους.

Εσύ τι κέρδισες και τι έχασες αυτό το χρονικό διάστημα;

Το διάστημα αυτό ήταν μια δοκιμασία για όλους. Χάθηκαν πολλά... Δουλειές και προοπτικές και συνεπώς συνεργάτες και φίλοι, που για να ζήσουν άλλαξαν πορεία και ζητούμενα. Οταν οι συνθήκες σε εξωθούν ως πολίτη -και μιλώ γενικά και όχι κατ’ ανάγκην προσωπικά- να αλλάξεις ζωή, οι απώλειες δεν είναι μετρήσιμες, γιατί δεν έχουν να κάνουν μόνο με υλικά αγαθά. Σε μια μεγάλη περίοδο ενδοσκόπησης κερδίζεις σίγουρα γνώση. Η αναζήτηση σε αναγκάζει να εμβαθύνεις, να απαλλαγείς από τα περιττά, να κρατήσεις την ουσία και πάνω σε αυτήν να κτίσεις την επόμενη μέρα. Σε αυτό το διάστημα ανακαλύπτεις ανθρώπους που ενώ τους γνώριζες, δεν τους ήξερες. Ανθρώπους με εμπειρίες σημαντικότερες από τις δικές σου, που κουβαλάνε πείρα και σοφία ανεκτίμητη. Ετσι οικοδομείς πιο στέρεες σχέσεις, τόσο με τα πλάσματα του στενού σου περιβάλλοντος όσο και με τους φίλους σου. Τους ανθρώπους, δηλαδή, που έχουν ήδη δοκιμαστεί μαζί σου και δίπλα σου, και που ξέρεις πια ότι είναι σταθερές αξίες στη ζωή σου. Άρα και από τα «χαμένα» μπορείς να κερδίσεις, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που φέρνει μαζί της μια κρίση. Αυτό είναι που λέμε ουδέν κακόν αμιγές καλού.

Σου δημιούργησε άγχος το γεγονός ότι μια μακροχρόνια απουσία πιθανόν να έχει αρνητική επίδραση στη σχέση σου με το κοινό;

Αν μου έκαναν αυτήν την ερώτηση πριν από πέντε χρόνια, μάλλον θα απαντούσα καταφατικά. Τώρα όμως εκτιμώ ότι και το κοινό, δηλαδή ο κόσμος που γίνεται κοινωνός της δημιουργίας ενός καλλιτέχνη, αντιλαμβάνεται πως η απουσία είναι μια αναγκαία περίοδος μετάβασης στη νέα εποχή. Διότι ο κόσμος δεν ζει εκτός πραγματικότητας. Ο κόσμος είναι ο ίδιος η πραγματικότητα, και εκείνος που κινδυνεύει να μείνει εκτός είναι ο καλλιτέχνης που δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Εκείνος, δηλαδή, που ζει αποκομμένος από την κοινωνία. Ακριβώς η περίοδος της ενδοσκόπησης, της αυτοκριτικής και της μελέτης είναι αυτή που σε εντάσσει άρρηκτα πια στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Τώρα που επανήλθες δυναμικά στη σκηνή πώς νιώθεις αυτή τη σχέση;

Τη νιώθω και τη βιώνω ως φυσική συνέχεια της προηγούμενης περιόδου σε μια σχέση πιο ώριμη πλέον. Κι αυτό φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού στις παραστάσεις που κάνουμε στο «ΦΩΣ» με τον Θανάση Αλευρά. Είναι όπως λέμε πιο theatrale παράσταση, με ένα νοσταλγικό άγγιγμα από μπουάτ και μια γεύση από λαϊκή διασκέδαση. Πρόκειται για ένα δημιουργικό κράμα, που έρχεται έπειτα από πέντε χρόνια απουσίας μου από τη νύχτα.

Επέστρεψες όμως και στη δισκογραφία με καινούργια τραγούδια που φέρουν τη στιχουργική υπογραφή της σημαντικής Λίνας Νικολακοπούλου. Πώς «χτίστηκε» αυτή η νέα καλλιτεχνική σχέση;

Η Λίνα Νικολακοπούλου μπορώ πια με κάθε σεμνότητα να λέω ότι είναι στενή φίλη μου. Την ήξερα από παλαιότερη συνεργασία μας, αλλά τώρα τη γνώρισα ουσιαστικά! Μοιραστήκαμε τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες μας, και χτίστηκε έτσι μια σχέση δυνατή, ανθρώπινη και δημιουργική. Οταν γνωρίζεις τον άλλον τόσο καλά μπορείς να κατανοήσεις και τις μουσικές του, που εμφανίζονται πια στον στιχουργό ως προσκλήσεις. Η Λίνα έγινε λοιπόν συνοδοιπόρος στις μουσικές μου αναζητήσεις, τις οποίες έντυσε με στίχους. Είναι στίχοι μιας Λίνας πιο σύγχρονης, με εκείνα τα πολύτιμα υλικά της αναλλοίωτα εμβληματικής γραφής της. Αυτός ο δίσκος, λοιπόν, προέκυψε βάζοντας στην πόρτα το κλειδί που ανοίγει τα πάντα: την αγάπη. Πρόκειται για δέκα τραγούδια που «εμφανίζονται» σταδιακά, το ένα μετά το άλλο. Ανάμεσά τους και το «Σε ποιον να πω το σ’ αγαπώ», μια υπέροχη μπαλάντα την οποία έχω την τιμή να ερμηνεύω με την επίσης φίλη μου, τη σπουδαία Δήμητρα Γαλάνη. Στον δίσκο υπάρχουν και δύο διασκευές-έκπληξη στο ατμοσφαιρικό τραγούδι του σημαντικότατου συνθέτη και φίλτατου Σταμάτη Κρανουνάκη, «Καληνύχτα μη φοβάσαι», και σε ένα εκπληκτικό παραδοσιακό των Βαλκανίων, που το ερμηνεύουμε παρέα με τον Θανάση Αλευρά. Πρόκειται για δίσκο με τρεις ενορχηστρωτές, που εκ των πραγμάτων αποδίδουν όλα τα τραγούδια με έναν τρόπο κι έναν ήχο πολυσυλλεκτικό και απελευθερωμένο από τον ήχο του συνθέτη!

Τα νέα τραγούδια σου σε ποιο κοινό θεωρείς ότι απευθύνονται;

Ο δίσκος «Ερωτας Αγκάθι» κλείνει μέσα του μουσική και στίχους μιας νέας εποχής, δικής μου και της Λίνας, που απευθύνονται με φρέσκια γλώσσα στον ακροατή, τον άνθρωπο. Το μαγικό εδώ είναι ότι ο δίσκος απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες, όμως σαν να είναι όλοι συνομήλικοι! Οπως η τεχνολογία έχει εκμηδενίσει τις αποστάσεις, έτσι και η αλλοπρόσαλλη αυτή εποχή τείνει να εξισώσει -συχνά με ανηλεή τρόπο- και τις ηλικίες. Παιδιά που ενηλικιώνονται αφύσικα στον ανεξέλεγκτο και αχανή κόσμο του Διαδικτύου, της παιδικής εκμετάλλευσης, ακόμα και του πολέμου. Και ενήλικοι που, έχοντας βιώσει έναν κόσμο με διαφορετικές αξίες, χάνονται πια στο ανεξήγητο του ίδιου αχανούς περιβάλλοντος, χωρίς κεκτημένα και κοινωνική προστασία. Σε ποια, λοιπόν, ηλικία να μιλήσει ο δημιουργός;

Έπειτα από μια μακρόχρονη και έντονη περίοδο δημιουργίας, έκθεσης και παρουσίας, ήταν απόλυτα αναγκαία μια ανάπαυλα. Ο καλλιτέχνης το χρειάζεται αυτό, έστω κι αν αρχικά δεν το αντιλαμβάνεται.

Είναι χρέος του καλλιτέχνη να καλλιεργεί το καλό μουσικό γούστο του κοινού του;

Φυσικά και είναι χρέος του, ωστόσο αυτό είναι απλώς θεωρία. Διότι ο κάθε καλλιτέχνης είναι εκείνο που αντιλαμβάνεται στον κόσμο γύρω του κι εκείνο που τελικά μπορεί. Τόση είναι και η αισθητική του. Κάθε μέρα που περνά πρέπει να είναι για τον καλλιτέχνη μία πρόκληση και ένα βήμα προς τη γνώση. Εκεί κρίνονται και η δημιουργία του και η αισθητική του.

Ο καλλιτέχνης οφείλει να εκφράζει δημοσίως τις κοινωνικοπολιτικές απόψεις του ή είναι προτιμότερο να το αποφεύγει;

Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί παρά να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας. Και ως φορέας τέχνης είναι και φορέας δημόσιου λόγου. Είναι, δηλαδή, υποχρεωμένος να διατυπώνει άποψη μέσω της τέχνης του, και όχι μόνο. Δεν πρέπει να το κάνει σαν να είναι πολιτικός, καθημερινά και τετριμμένα, αλλά μόνον όταν οι συνθήκες το απαιτούν. Οι ακρογωνιαίοι λίθοι της μουσικής δημιουργίας στην Ελλάδα, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις, έχουν δείξει τον δρόμο.

Έπειτα από επτά ολόκληρα χρόνια βαθιάς οικονομικής κρίσης, νιώθεις πως η χώρα μας βρίσκεται κοντά σε μια καλύτερη μέρα ή θεωρείς ότι τα καλύτερα βρίσκονται ακόμη μακριά;

Εκτιμώ ότι τελευταία κάτι έχει αρχίσει να γίνεται, αλλά είμαστε, νομίζω, ακόμα μακριά από το βασικό: την αντίληψη ότι ο πολίτης πρέπει να είναι στο επίκεντρο της έγνοιας του κράτους. Να είναι αυτός ο άρχοντας της χώρας και οι πολιτικοί εκείνοι που ως εντολοδόχοι υπηρετούν τον πολίτη και τη χώρα. Το έχω ξαναπεί τελευταία ότι στην Ελλάδα -και όχι μόνο- η πολιτική έχει ανάγκη από ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκη την πολιτική.

* Η συνέντευξη αναδημοσιεύεται από το ΕΘΝΟΣ της Κυριακής

TAGS:

SHARE

Clinique Beautylike

ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ