Μην πείτε στη μαμά μου πως δούλεψα στο Playboy

Kαι μερικές ακόμα, κακές σκέψεις για τον Hugh Hefner.

Δεν νομίζω ότι η μαμά μου, μου συγχώρεσε ποτέ το ότι, όταν πήρα το πτυχίο μου της Νομικής  πήγα και δούλεψα ως συντάκτρια στο Playboy. Ευτυχώς, άργησε να το μάθει.

Με τα χρόνια, έγινε κάτι σαν το οικογενειακό μας inner joke – προσπαθούσα να την πείσω πως όταν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι  θα καυχιούνται πως ξεκίνησαν την καριέρα τους από τα φαρμακεία, εγώ θα έχω μια καλύτερη ιστορία να πω: “δεν θα το πιστέψετε, ξεκίνησα γράφοντας τα βιογραφικά των playmates” (σ.σ. σωστά, για ένα διάστημα, οι περισσότερες απαντήσεις των κοριτσιών με τις “πλούσιες, ηδονικές, καμπύλες”  ήταν προϊόν της άγριας φαντασίας μου – τα πραγματικά βιογραφικά της αμερικάνικης έκδοσης παραήταν αμερικάνικα για το ελληνικό κοινό, οπότε “χάνονταν” στην μετάφραση.

Anyway, δεν πιστεύω πως οι περισσότεροι αναγνώστες μας έπαιρναν το Playboy “για τα κείμενα”. Εκτός αν τσέκαραν το ζώδιο, της Τάνια από την Μοντάνα, με τις διαστάσεις  90-60-90…). Η μαμά μου δεν το έβρισκε αυτό καθόλου αστείο.

Όταν ο Ζακ Σεγκελά, έβγαλε εκείνο το περίφημο βιβλίο του, το “Μην πείτε στην μητέρα μου ότι είμαι διαφημιστής, με νομίζει πιανίστα σε μπουρδέλο”, ήξερα ακριβώς πώς πρέπει να ένιωθε.

Παρ' όλα αυτά, ας σημειωθεί πως το ελληνικό Playboy φιλοξενούσε εξαιρετικά κείμενα– ιδίως τα πρώτα χρόνια που ευτυχούσε στα χέρια αληθινών διανοούμενων, όπως ο Ανταίος Χρυσοστομίδης (σ.σ. χωρίς να θέλω να υποτιμήσω κανέναν από τους διευθυντές που τον διαδέχθηκαν), τότε που για το περιοδικό έγραφαν διηγήματα ο Ταχτσής ή ο Φιλίππου, και στις σελίδες του έβρισκες συνεντεύξεις του Χατζιδάκι, του Γκάλη, του Φρέντυ Γερμανού ή του Μίκη Θεοδωράκη.

Εκείνη την εποχή, το Playboy ήταν λιγότερο ένα “ανδρικό” περιοδικό, με γυμνά και σόκιν ανέκδοτα και περισσότερο ένα επιδραστικό magazine, με “ζουμερή” δημοσιογραφική ύλη. Kάθε τεύχος του, ξεπουλούσε.

Δυστυχώς, όταν πήγα εγώ εκεί,  το “πάρτι” είχε τελειώσει. Το περιοδικό είχε “ξημερώσει” σε μια άλλη, πιο glossy δεκαετία, με πάρτι, υπεροψία, πούρα και ξέχειλους στηθόδεσμους . Η Πάμελα είχε κάνει κιόλας την πρώτη της αυξητική. Η Ανν Νικόλ Σμιθ, η Κλόντια Σίφερ, η – ανερχόμενη αλλά promising – Μόνικα Μπελούτσι, “βασίλευαν”  στα εξώφυλλα,  γυμνές και χαμογελαστές μες στην τέλεια, πλαστική τους αμεριμνησία. Ήταν οι αγαπημένες μας, τα “κορίτσια μας”. Φρέσκο κρέας στο “τσιγκέλι”.

 

(Playboy via AP)

Πάντα μου έκανε εντύπωση το ότι ο Χεφ, αποκαλούσε τις γυναίκες - όλες τις γυναίκες, κάθε ηλικίας - “κορίτσια”. Ή “κουνελάκια”. Ήξερα βέβαια πως δεν θεωρούσε το περιοδικό του πορνό (σ.σ. άλλωστε, παραδοσιακά, οι εκπρόσωποι της ντόπιας πορνογραφίας, έβρισκαν το Playboy μάλλον soft για τα γούστα τους), αλλά περισσότερο ένα “εγχειρίδιο” για καλοζωισμένους bon vivants, έναν οδηγό για ανθρώπους του κόσμου, που γύρευαν να εξερευνήσουν τα ωραία “τοπία” της ζωής : το φαγητό. Τα κρασιά. Τα αυτοκίνητα. Τα ταξίδια. Τα gadgets. Tις γυναίκες. Πιθανόν με αυτή τη σειρά.

Όσοι  θριαμβολογούν πως ο Χιου Χέφνερ υπήρξε ένας “πολύ τυχερός άνθρωπος”, ένας τολμηρός entrepreneur που τόλμησε να “ζήσει το όνειρό του”, (και βέβαια αυτό το όνειρο περιελάμβανε μπόλικο sex, αλίμονο…),  παραλείπουν,να προσθέσουν πως το όνειρο του Μr Playboy ήταν ένα τραπέζι που το έστρωνε αποκλειστικά για να ταϊσει τις αντρικές φαντασιώσεις.

Ναι, σύμφωνοι, το Playboy “άναψε” τη φωτιά της σεξουαλικής απελευθέρωσης, εγκαινίασε το διάλογο για τη φύση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, έφερε στο προσκήνιο τους αγώνες για τα δικαιώματα των μειοψηφιών. Αλλά ο δρόμος γι’αυτόν τον Παράδεισο, πέρασε  - κυρίως – μέσα από ένα μονοπάτι απλής, απροβλημάτιστης οφθαλμολαγνείας.  Γυμνά “κουνελάκια”  για να χαζεύουν και να λιμπίζονται  και να ψωνίζουν τ’ αγόρια - όχι ωραίες, δυνατές, έξυπνες και ελεύθερες γυναίκες, που γδύνονταν για να γιορτάσουν τον έρωτα.

Το πραγματικό πρόβλημα του Playboy  δεν ήταν το γυμνό (σ.σ. άλλωστε, σύμφωνα με τον Χέφνερ “το γυμνό ποτέ δεν είναι πρόβλημα” ), αλλά η άποψη του Playboy γι΄αυτό. Και δυστυχώς, ο εμπνευστής του δεν την άλλαξε ποτέ. Ακόμα και μετά από δεκαετίες, όταν πια τα νερά του χρόνου είχαν φέρει στον αφρό το woman power, εκείνος επέμενε να φοράει την μεταξωτή του ρόμπα και τις πιτζάμες του, και να φωτογραφίζεται με ξανθά, λαχταριστά, μισόγυμνα θηλυκά, που κουνούσαν  ναζιάρικα στο φακό τις κουνελοουρές τους.. Αν αυτό κάποιοι το λένε “τύχη”, εγώ το λέω, τουλάχιστον κακή αισθητική. Ή θλιβερή παρακμή.

Η Ανν Νικόλ Σμιθ, η Κλόντια Σίφερ, η – ανερχόμενη αλλά promising – Μόνικα Μπελούτσι, “βασίλευαν”  στα εξώφυλλα,  γυμνές και χαμογελαστές μες στην τέλεια, πλαστική τους αμεριμνησία.  Ήταν οι αγαπημένες μας, τα “κορίτσια μας”. Φρέσκο κρέας στο “τσιγκέλι”.

Και οι ιστορίες, που έχουν δει κατά καιρούς το φως, για όσα συνέβαιναν πίσω από τους τοίχους του διαβόητου Playboy Mansion είναι εξίσου θλιβερές ή/και ανατριχιαστικές. Όλα τα κορίτσια που ζούσαν εκεί, έπρεπε, λέει, να περάσουν από το κρεβάτι του Χεφ, που ήταν ένας κακός, βιαστικός, αδιάφορος εραστής (σ.σ. “ψόφιο ψάρι” τον είχε χαρακτηρίσει μια “τυχερή” Playmate). Του άρεσε το παλιακό πορνό – περισσότερο όμως απολάμβανε να παίζει παιχνίδια εξουσίας με τα κορίτσια του. Τις φωτογράφιζε όταν κοιμούνταν και το επόμενο πρωί τους έστελνε τις φωτογραφίες τους– μήπως είχαν παχύνει λίγο;

Έπρεπε να προσέχουν τη διατροφή τους, να συντηρούν την αψεγάδιαστη γραμμή τους. Τις βαθμολογούσε ανάλογα με την ομορφιά, ή την προκλητικότητά τους. Εισέπρατταν 1.000 δολάρια την εβδομάδα για να αγοράζουν ρούχα, στενούς κορσέδες με στρας, κοντές φουστίτσες (του άρεσε να ντύνονται σαν Λολίτες…), αξεσουάρ, καλλυντικά. Όχι κόκκινο κραγιόν, ποτέ κόκκινο κραγιόν – ο Χεφ το σιχαινόταν, τις έκανε να δείχνουν γερασμένες, σαν φτηνιάρες πόρνες.

(AP Photo/Damian Dovarganes, File)

Όλοι οι κανόνες του Mansion ήταν φτιαγμένοι για να καθηλώνουν τις ενοίκους τους σε μια διεστραμμένη παιδικότητα: τα “κουνελάκια” έπρεπε να γυρνούν στο σπίτι μέχρι τις 9 ακριβώς, ούτε λεπτό αργότερα και μετά δεν μπορούσαν να ξαναβγούν – εκτός αν κατάφερναν να ξεγελάσουν τις κάμερες. Δεν τους επιτρεπόταν να δέχονται άντρες επισκέπτες, να πίνουν, να καπνίζουν. Όλες έπρεπε να φορούν τις ίδιες λινές πιτζάμες πριν πέσουν για ύπνο, να παίζουν επιτραπέζια, να χαζεύουν τις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες από τα 50s που του άρεσαν τόσο. Για να διασκεδάζει, ο Χέφνερ συνήθιζε να στρέφει την μία εναντίον της άλλης, μοιράζοντας και ανακατανέμοντας την εύνοιά του.

Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πότε ακριβώς, αυτός ο ιδιοφυής, επιχειρηματίας, αφέθηκε να τον καταπιεί ο ρόλος του “βασιλιά του sex party”. Λένε πάντως πως, μετά το εγκεφαλικό που υπέστη το 1985, δεν ήταν ο ίδιος. Η Χόλι Μάντισον, η Κέντρα Γουίλκινσον που έζησαν χρόνια κοντά του, μίλησαν για  έναν άντρα επιθετικό και αξιολύπητο που “ήθελε να χειραγωγεί τους άλλους”. “Ζούσα σε ένα πολύ μικρό διαμέρισμα”, θυμάται η δεύτερη, “είχα μία χάλια ζωή και προσευχόμουν να μπορέσω να φύγω από εκεί. Οταν ο Χιου Χέφνερ μου ζήτησε να μετακομίσω στο Playboy Mansion, δέχτηκα αμέσως, ωστόσο δεν είχα καταλάβει πως σε όλο αυτό συμπεριλαμβανόταν και το sex. Σε ρωτούσε αν θα ήθελες να πας μαζί του στον επάνω όροφο. Και αυτό ήταν. Ήμουν 18. Αυτός 78.”

Είχες δίκιο μαμά. Τελικά, δεν είναι καθόλου αστείο.

 

Κεντρική φωτογραφία: (AP Photo/Laurent Rebours, File)

TAGS:

Κάλλια Καστάνη

Γεννήθηκε στη Σπάρτη. Μικρή, ήθελε να γίνει χειρουργός, διπλωμάτης ή αλεξιπτωτίστρια. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών. Έγινε δημοσιογράφος, που υπό μία έννοια, συνδυάζει όλα τα παραπάνω. Εδώ και πολλά (δεν λέει πόσα, γιατί κατά βάθος είναι και κοκέτα) χρόνια εργάζεται σε περιοδικά, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση. Είναι βιβλιοφάγος, λατρεύει το σινεμά, τις σοκολάτες bitter, τη Βιέννη τα Χριστούγεννα, το electro-tango. Πιστεύει, πως το μόνο πράγμα που τη χαρακτηρίζει πραγματικά, είναι ένα: είναι η μαμά του Γιώργου. Και ΑΕΚ.

LADYLIKE SHOPPING

SHARE

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΑΣ

ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ