Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου Watkinson/LadyLike.gr
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Αγορίτσα Οικονόμου λέει μπράβο στον εαυτό της κάθε φορά που έχει τα κότσια να ζητά συγγνώμη

MUA & HAIR STYLIST: ΙΩΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΗ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Μία φορά να έχεις δει την Αγορίτσα Οικονόμου στο θέατρο δεν την ξεχνάς ποτέ. Το ίδιο και στην τηλεόραση όπου έχει παίξει μόνο σε 2 κωμικές σειρές με ένα κενό 11 ετών ανάμεσα τους, κι όμως όλοι τη θυμούνται. Μία φορά να δεις την Αγορίτσα Οικονόμου να υποδύεται την υπουργό Πολιτισμού στην Καρυάτιδα, του Γιώργου Καπουτζίδη στο Εθνικό Θέατρο και σίγουρα θα θέλεις και 2η και 3η.

Πόση Αγορίτσα Οικονόμου είναι αρκετή; Δεν ξέρω να σου απαντήσω. Ξέρω ότι όταν βρεθήκαμε στο Εθνικό Θέατρο μια (ακόμα) βροχερή μέρα πριν από λίγο καιρό, γνώρισα έναν άνθρωπο εξίσου γοητευτικό και ανοιχτό χωρίς ρόλο με αυτόν που με μαγεύει κάθε φορά που τη βλέπω επί σκηνής. Είτε υποδύεται την Αλεξάνδρα στην Καρυάτιδα, είτε ένα πρόσωπο του θεάτρου του ρεαλισμού, είτε παίζει σε Αττική κωμωδία είτε σε αρχαία τραγωδία είτε ακόμα και στα πιο αντισυμβατικά μιούζικαλ. Η Αγορίτσα Οικονόμου είναι τέχνη είτε υποδύεται είτε δημιουργεί μία ατμόσφαιρα ζεστασιάς και ειλικρίνειας με τις κουβέντες της.

Σε αυτή τη βροχερή περίσταση κάτσαμε η μία απέναντι στην άλλη και μιλήσαμε για την Καρυάτιδα, που συνεχίζει για 2η χρονιά την πορεία της, αυτή τη φορά στη σκηνή του Θεάτρου Κάππα, το «δώρο» της συνεργασίας της με τον Γιώργο Καπουτζίδη, το δώρο της φροντίδας που αισθάνεται σε αυτή τη δουλειά και τη φροντίδα που συνολικά μας λείπει. Μιλήσαμε για το βάρος της ευθύνης και το κόστος της που η Αγορίτσα Οικονόμου δεν αποφεύγει, όπως -τελικά- δεν απέφυγε να ακούσει και τη φωνή μέσα της που την έσπρωχνε με κάθε τρόπο να βγει στη σκηνή. Ευτυχώς, για όλους μας, την ακολούθησε.

– Για 2η χρονιά είσαι μία ανεκδιήγητη υπουργός Πολιτισμού στην «Καρυάτιδα». Πόσα στοιχεία από την πραγματικότητα γύρω μας αναγνωρίζεις στους πολιτικούς της παράστασης;

Χωρίς να θέλω να φωτογραφίσω, να προσβάλλω ή να βρεθώ αντιμέτωπη με κάποια μήνυση, θα μπορούσα να πω, με τη φαντασία μου και με τα δεδομένα που βλέπουμε κάθε μέρα δίπλα μας, στις ειδήσεις κτλ, ότι είναι κι ένα «ντοκιμαντέρ». Το λέω εντός πολλών εισαγωγικών για να αποφύγω τα όποια δικαστήρια.

– Τι γεύση σού αφήνει η πρώτη συνεργασία με τον Γιώργο Καπουτζίδη;

Αυτά είναι από τα δώρα. Που έρχονται οι άνθρωποι καλοί, γενναιόδωροι, ακομπλεξάριστοι, χωρίς δεύτερες σκέψεις, χαμογελαστοί, ανοιχτοί. Μας έδωσε το έργο του με όλη του την αγάπη και τη γενναιοδωρία και είπε «κάντε ότι θέλετε» με την έννοια πως ό,τι δεν σας εξυπηρετεί αλλάξτε θέσεις, λέξεις, «μην το σκεφτείτε παιδιά, εσείς θα το παίξετε». Και με μία γυναίκα σκηνοθέτρια (Κατερίνα Μαυρογεώργη) που είναι πολύ δυναμική, είναι και ηθοποιός και σκηνοθέτης, με άποψη, θέση, χιούμορ με ανοιχτωσιά. Είναι από τα δώρα που λες «ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ». Και οι συνάδελφοί μου είναι ένας κι ένας και το Εθνικό Θέατρο γιατί είναι σημαντικό να υπάρχουν άνθρωποι που θα σε φροντίσουν για τα πάντα για να κάνεις κι εσύ το καλύτερο που μπορείς.

– Κρίμα δεν είναι να είναι αυτό η εξαίρεση;

Είναι κρίμα. Θα ήταν πολύ ωραίο να υπήρχε σε όλες τις τέχνες η φροντίδα από το κράτος. Κι όχι μόνο για τις τέχνες, γενικά να αισθανόμασταν μια φροντίδα.

– Δεν την αισθανόμαστε τη φροντίδα από το κράτος τα τελευταία αρκετά χρόνια…

Δεν την αισθανόμαστε. Είναι λίγο η προσωπική δύναμη και πιο πολύ ατομικό και θέμα αλληλεγγύης στη «φούσκα» του καθενός η φροντίδα. Είναι σαν εγώ να χρειάζομαι το 100% και θα μπορούσα να φροντιστώ στο 80%, αλλά νιώθω ότι αυτό που εισπράττω είναι το 20% και με μια όχι απαξία, αλλά λίγο σαν να σε κοροϊδεύουν. Δεν ξέρω αν έχει να κάνει με το έργο, αλλά νιώθω ότι άμα κλείνει η πόρτα γελάνε με εμάς.

Σίγουρα αποκλείεται να γίνεται μόνο στην Ελλάδα αυτό. Από την άλλη υπάρχουν κρατικοί φορείς να το πω που σε κάποιες χώρες λειτουργούν λίγο καλύτερα. Ας πούμε ένα σύστημα υγείας λειτουργεί κάπως λίγο καλύτερα στις βόρειες χώρες. Δεν λέω ότι μπορεί να ξυπνήσουμε και να γίνουν όλα ιδανικά, δεν είμαι αιθεροβάμων, αλλά νομίζω ότι στη χώρα μας σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο, θα μπορούσαμε και λίγο ιστορία να διαβάζαμε, κάποια πράγματα να τα είχαμε αποφύγει.

– Εσύ τα κακώς κείμενα τα αντιμετωπίζεις με τη «φούσκα» που λέγαμε;

Ναι, δεν γίνεται αλλιώς γιατί μπορεί να κάνω λάθος αλλά υπάρχει μέσα μου μια καταγεγραμμένη πεποίθηση ότι όπου κι αν αποτανθώ δεν θα πάρω βοήθεια. Σίγουρα υπάρχουν πραγματικά κάπου σε φορείς άνθρωποι οι οποίοι πραγματικά προσπαθούν και τους σφίγγω το χέρι. Αλλά έχω την εντύπωση ότι είναι οι εξαιρέσεις. Θα ήταν ωραίο να αλλάξει λίγο η ισορροπία ρε παιδί μου.

– Μου έλεγες στην προετοιμασία για τη φωτογράφιση ότι είναι ένα σχόλιο που σας κάνουν οι θεατές, ότι θα μπορούσε και να γίνει αυτό…

Όλοι το λένε. Θλίβονται, γελάνε μεν αλλά θλίβονται νιώθοντας ότι αυτό θα μπορούσε να έχει συμβεί και να μην το έχουμε μάθει ή να έχουν συμβεί πολύ χειρότερα πράγματα και επίσης να μην το έχουμε μάθει.

– Υπάρχει κάτι που να συμπονάς στον χαρακτήρα που υποδύεσαι;

Έχω βαθιά πεποίθηση ότι κανένας δεν είναι μεμονωμένα κακός ή καλός. Είμαστε πολλά πράγματα οι άνθρωποι, Η Αλεξάνδρα μου έχει ένα κομμάτι το οποίο θέλει πάρα πολύ να επιτύχει. Ίσως το ξέρεις κι εσύ, αλλά αν τα πράγματα τα έχεις κατακτημένα με κόπο και πολύ δουλειά ακόμα κι αν κουνηθούν λες «ok. Προχωράμε» γιατί ξέρεις ποιος είσαι. Επειδή λοιπόν για εκείνη δεν έχει γίνει με διαύγεια η επαγγελματική της πορεία και άνοδος, θέλει πάρα πολύ να έχει τέλεια εικόνα, να έχει τη βιτρίνα ότι όλα είναι τέλεια. Έχει πάει το κομμωτήριό της, έχει βαφτεί, έχει ντυθεί, έχει κάτσει να μάθει ένα αρχαίο ρητό- άσχετο, αλλά το ‘μαθε. Θέλει να πάνε όλα πολύ καλά. Κι αυτό είναι κάτι που εμένα με συγκινεί, στην ανημπόρια των ανθρώπων, η προσπάθειά τους. Με συγκινεί ότι προσπαθεί να σώσει τα άσωστα.

Και παράλληλα με θυμώνει ότι προκειμένου εκείνη να καλύψει τα νώτα της δεν τη νοιάζει αυτό που λέμε «να καεί το άπαν σύμπαν», αρκεί αυτή να είναι καλά. Αυτό ξέρεις, από τη μια το συμπονάς αλλά σε θυμώνει γιατί λες «μα πρέπει να αναλάβεις και το κόστος». Πρέπει να αναλαμβάνεις την ευθύνη σου.

– Αυτή η ανάληψη ευθύνης αποδεικνύεται πολύ δύσκολο πράγμα τελικά…

Πολύ δύσκολο. Με τους πολιτικούς δε, άστο. Εκεί μόνο να το λέμε θέλουμε, αυτό καταλαβαίνω, αυτό έχω δει. Δεν έχω δει κάποιον να βγει και να πει «Κυρίες και κύριοι συγγνώμη, παραιτούμαι» ή «δώστε μου την ευκαιρία να επανορθώσω» και να γίνει. Εγώ τουλάχιστον δεν το έχω δει, τώρα αν έχει γίνει και δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μου, ζητώ συγγνώμη.

«Η ευθύνη είναι κάτι που έχει κόστος, το οποίο καλούμαστε να πληρώσουμε και να πάμε παρακάτω. Αλλιώς δεν υπάρχει ενηλικίωση».

Νομίζω ότι είναι δύσκολο να ενηλικιωθούμε στην εποχή μας. Δεν μας είναι εύκολο.

– Αγορίτσα, πώς κατάλαβες ότι θέλεις να είσαι στο θέατρο; Νομίζω δεν είχες τέτοια ερεθίσματα…

Κανένα τέτοιο ερέθισμα. Δεν ήξερα γιατί αλλά είχα μία αίσθηση, ένα ψυχικό κίνητρο, δεν ξέρω πώς να το ονομάσω που με οδηγούσε προς τα εκεί. Και με πάρα πολύ φόβο και πάρα πολλή ανασφάλεια κάποια στιγμή αποφάσισα να το ακολουθήσω, με κόστος (που λέγαμε) και πορεύτηκα.

– Έχεις ποτέ αναρωτηθεί πώς θα ήταν η ζωή σου αν δεν είχες βρει το θάρρος να δοκιμαστείς σε ένα πεδίο εντελώς άγνωστο, γιατί δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα αυτό…

Καθόλου εύκολο δεν είναι, θέλει πάρα πολλή δουλειά. Όταν δεν έχεις μια επαφή, μία χ ψ βοήθεια, κάτι. Αλλά κάτι μέσα σου σε οδηγεί κι εγώ την άκουσα αυτή τη φωνή. Την αγνοούσα για χρόνια γιατί υπήρχε πολύ μεγάλος φόβος, το οποίο το βρίσκω πολύ λογικό κι ανθρώπινο. Αναρωτιέσαι «Πού να πας; Πώς;». Αλλά κάποια στιγμή αυτό γίνεται τόσο ισχυρό που λες «Θα πάω κι ό,τι γίνει».

Δεν έχω αναρωτηθεί ποτέ τι θα γινόταν αν δεν άκουγα αυτή τη φωνή, αλλά το συζητούσα κάποια στιγμή με τη Χριστίνα Μαξούρη που είναι φίλη αδερφική μου. Της έλεγα ότι ρε παιδί μου θα ήθελα να υπήρχε ένα τζίνι και να μου έκανε ένα «τσακ» και να έβλεπα πώς θα ήταν η ζωή μου με επιλογές άλλες τελείως. Δεν θα ήταν ωραίο; Αν διάβαζες κι έμπαινες στο πανεπιστήμιο, κι από εκεί γνώριζες τον τάδε άνθρωπο και πήγαινες εκεί κι από εκεί τι θα γινόταν; Να μου πει θα ήσουν η καλύτερη χειρουργός του κόσμου, αρχιτεκτόνισσα, φωτογράφος, δεν έχει σημασία τι, απλά να έβλεπες κάτι άλλο. Θα είχε πλάκα νομίζω να μπορούσε να γίνει.

«Είναι λίγοι σκληρό ρε παιδί μου γιατί “απαιτείται” 18 χρονών στην Ελλάδα να ξέρεις τι θέλεις. Εγώ ας πούμε ήξερα, έτυχε. Είχα μια φλόγα, μια κάψα ρε παιδί μου που μου έλεγε προς εκεί πήγαινε».

Αλλά παιδιά που σπουδάζουν χ ψ επαγγέλματα και δεν ξέρουν ότι αυτό είναι. Γι’ αυτό και πολλά παιδιά και φοιτητές μου βλέπω ότι κατά τη διάρκεια των σπουδών τους νιώθουν ότι κάπου αλλού θέλουν να πάνε. Κι αυτό δεν είναι κακό. Και στα 50 σου δηλαδή να αποφασίσεις ότι «εγώ εδώ πνίγομαι, κάτι άλλο θέλω να κάνω», αν έχεις οργανώσει τη ζωή σου έτσι που να μπορείς να πάρεις αυτό το ρίσκο καν’ το.

Από την άλλη έχω απεριόριστο σεβασμό στον άνθρωπο, ο οποίος είναι σε μια δουλειά που μπορεί να μην είναι το καλύτερό του, αλλά το κάνει και νιώθει το καθήκον. Καθήκον και ανάγκη και όλα μαζί. Έχει σημασία για μένα, είναι συγκινητικό, βαθιά συγκινητικό. Ακόμα και στον δικό μου κλάδο που τέλος πάντων είναι μία εργασία την οποία κανείς δεν σου τράβηξε το αυτί να σου πει «θα γίνεις ηθοποιός», δεν μπορείς να το πουλάς. Έχει καθήκον και σκληρό καθήκον.

– Έχεις πει ότι μεγάλωσες σε ένα σπίτι «ήρεμο με αγάπη». Ήταν εφόδιο για σένα αυτό μπαίνοντας σε ένα εντελώς ανασφαλές επάγγελμα, να είναι μία σταθερά η οποία ήξερες ότι θα είναι πάντα εκεί;

Εντάξει «ήρεμο και με αγάπη» ακούγεται κάπως ιδανικό, ωραία θα ήταν, αλλά δεν ήταν απόλυτα έτσι. Είχε μέσα ότι μπορεί να φέρει μια κανονική ελληνική οικογένεια, με τα πάνω και τα κάτω, τα πάντα είχαμε. Υπήρχε μία βάση κανονικότητας. Επειδή λοιπόν, το περιβάλλον ήταν ένα κανονικό περιβάλλον που τα είχε όλα μέσα ούτε λειτούργησε με αβάντα ούτε όμως και με «έξω από το σπίτι μας». Υπήρχε και το «πού θα πας» και η αγωνία και το άγχος, αλλά υπήρχε και το «εντάξει, θα δούμε», για να είμαι ειλικρινής και χωρίς να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες.

«Ο μπαμπάς μου δεν πρόλαβε να με δει στο θέατρο γιατί τον έχασα λίγο πριν το πτυχίο, η μαμά μου και η οικογένειά μου ναι, με έχουν δει και με βλέπουν. Η αγωνία όμως νομίζω ότι κρατάει πάντα».

– Εσύ την έχεις ξεπεράσει αυτή την αγωνία από τη στιγμή που η δουλειά όπως είπες έχει ρολάρει;

Δεν σημαίνει κάτι αυτό, δεν το έχω καθόλου δεμένο. Και τώρα να μου πεις ξέρεις σε 4 μήνες θα είσαι χωρίς δουλειά θα σου πω ναι, φυσικά μπορεί να γίνει. Είναι πάρα πολύ αγχωτικό, πολύ στρεσογόνο διότι δεν υπάρχει κανένα backup. Κι όταν δεν υπάρχει backup, αυτό που σε μένα τουλάχιστον έχει λειτουργήσει είναι ότι αυτό που έχω να κάνω θα το φέρω εις πέρας όσο γίνεται πιο καλά γιατί αυτό θα φέρει το επόμενο.

– Στο θέατρο έχεις κάνει τα πάντα και κωμωδία και δράμα και αττική κωμωδία και μιούζικαλ και μετά ήρθε η επιτυχία της τηλεόρασης, όπου θεωρείσαι φοβερή κωμικός. Πώς το δούλεψες να μην τυποποιηθείς μετά, να πετύχεις να έρχεται το κοινό της τηλεόρασης και να μπορεί να σε δει σε κάτι διαφορετικό στο θέατρο;

Εγώ στην τηλεόραση, το πρώτο σήριαλ που έκανα ήταν το Κάτω Παρτάλι, 14 χρόνια αφού ήμουν στο επάγγελμα και είχα κάνει διάφορα πράγματα. Τώρα έκανα τα Φαντάσματα, 11 ή 12 χρόνια μετά. Άρα δεν φαντάζομαι ότι κοινό το θεατρικό έρχεται γι’ αυτό, Έχουν δει και μου το λένε ότι «σας βλέπαμε και τότε, σας βλέπουμε και τώρα και γελάμε» και βεβαίως οι άνθρωποι έχουν τον καλό τους τον λόγο και τους ευχαριστώ πολύ. Είναι ωραίο να σου αναγνωρίζουν ότι περνάνε ωραία με τη δουλειά σου.

– Τα «Φαντάσματα» θα έχουν και 2ο κύκλο;

Συζητείται, υπάρχει η επιθυμία απ’ όσο γνωρίζω και από τους ηθοποιούς και από τους συντελεστές και από την παραγωγή και από το κανάλι. Μακάρι να γίνει.

– Στην τηλεόραση εκ των πραγμάτων λειτουργείς πιο επιλεκτικά, έτσι δεν είναι;

Στην τηλεόραση επικρατεί μία λογική ότι αφού σε έχουμε δει σε κάτι, θα ζητήσουμε το ίδιο. Οπότε εκεί έγκειται στην απόφαση του καθενός αν θα το ξανακάνω ή θα πω «όχι, ευχαριστώ πολύ θα κάνω κάτι άλλο ή θα συνεχίσω με το θέατρο». Είχα κι έχω προτάσεις, δεν έχω παράπονο, αλλά δεν ήθελα να μπω στη διαδικασία. Είναι μία συνισταμένη πολλών πραγμάτων, πρέπει κάτι να σε κινητοποιεί διαφορετικά, κάτι να μου μιλάει και να βλέπω τον εαυτό μου μέσα σε αυτό, να με ενδιαφέρει, να περνάει ο χρόνος.

– Λες «μπράβο» στον εαυτό σου;

Τα τελευταία αρκετά χρόνια ναι. Υπάρχει ζωτικής σημασίας ανάγκη να το κάνουμε νομίζω όλοι μας. Δεν το έχουμε μάθει. Εκπαιδεύεσαι σε αυτό. Έχουμε μάθει το άλλο, την κριτική και τη σύγκριση.

– Ποιες ποιότητες του εαυτού σου αγαπάς περισσότερο με την ωριμότητα που φέρνει ο χρόνος;

Εμένα μου αρέσει ας πούμε η ομαδικότητα που έχω στη δουλειά μου. Και πάντα το έχω στο νου μου και να το καλλιεργώ και να το αφήνω να απλώνεται. Και η εργατικότητά μου και η αίσθηση του καθήκοντος, η εντιμότητά μου στη δουλειά, ο επαγγελματισμός. Και παλιά και τώρα τα εκτιμούσα σε μένα. Απλώς τότε τα θεωρούσα απριόρι δεδομένα και αυτονόητα και πια καταλαβαίνω ότι δεν είναι αυτονόητα οπότε χαίρομαι που τα έχω. Και το ότι μπορώ κι εγώ σαν άνθρωπος αν μου ξεφύγει κάτι να έχω τα κότσια να ζητήσω συγγνώμη και να επανορθώσω.

– Άρα εσύ το αποδέχεσαι το κόστος που λέγαμε;

Από πολύ μικρή ανέλαβα ευθύνη. Όχι πάντα και παντού, βεβαίως κι εγώ έχω υπάρξει ως ενήλικη ανήλικη. Αλλά προτιμώ να αναλαμβάνω αυτό που μου αναλογεί.

– Το πέρασμα του χρόνου στο κομμάτι των ρόλων, που έχει ανοίξει και ως ολόκληρη συζήτηση στο Hollywood, και η «αορατότητα» των γυναικών μετά τα 40 σε απασχολεί;

Στο θέατρο υπάρχει πολύ μεγάλη γκάμα. Βεβαίως για τις ηλικίες τύπου 40, 50, 60 που είναι ένα κομμάτι χρόνου στον οποίο υπάρχει πολύ μεγάλη εμπειρία και δυναμισμός, δεν υπάρχουν αντίστοιχοι ρόλοι δυναμικών επαγγελματιών ας πούμε. Αλλά και πάλι υπάρχει μεγαλύτερη γκάμα σε σχέση με την τηλεόραση.

«Μιλώντας για μένα, εγώ λόγω φιζίκ δεν έπαιζα ποτέ την ηλικία μου για να το νιώσω αυτό. Εγώ άρχισα να παίζω την ηλικία μου στη Βασίλισσα της ομορφιάς, δηλαδή πριν από λίγα χρόνια».

Είχα μεγάλη χαρά δηλαδή όταν έγραφε ο Mcdonaugh ότι η Μωρήν Φόλαν είναι 40 και κάτι. Eίπα «Α, ωραία είμαι στο σωστό σημείο».

– Αν σε έβλεπε σήμερα η μικρή Αγορίτσα που ένιωθε αυτό το ψυχικό κάλεσμα, τι θα σου έλεγε πιστεύεις;

Τα ονειρευόταν όλα αυτά, χωρίς να μπορεί να τα πει σε κανέναν, από πάρα πολύ μικρή ηλικία. Θα έλεγε «Λες;» κι εγώ θα της έλεγα να μην φοβάται.

Info: «Η Καρυάτιδα», κάθε Τετάρτη και Κυριακή στις 19:00, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 21:00 στο Θέατρο Κάππα. Εισιτήρια εδώ.