ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

A Valentine’s Story: Πώς είναι να ερωτεύεσαι στα 70 feat. θεία Στέλλα

Pexels

Λατρεύω ένα δυνατό love story. Είτε ξετυλίγεται στις σελίδες ενός βιβλίου, είτε εκτυλίσσεται στην οθόνη του συνοικιακού σινεμά, ένας μεγάλος έρωτας γεμίζει και το δικό μου στομάχι πεταλούδες. Κάπως σαν να κλέβω λίγο από το ρομάντζο τους και να λιώνω κι εγώ σαν σοκολατάκι που κάποτε είχε σχήμα καρδιάς. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι δεν χρειάζεται κανένας διάσημος, καλοπληρωμένος σεναριογράφος, ούτε ένα καστ πολλών αστέρων για μια ιστορία που θα κάνει την ψυχή σου να χαμογελάσει. Αρκεί μόνο η θεία μου η Στέλλα και το πάρκο της γειτονιάς της. Το μπάτζετ είναι χαμηλό, αλλά οι κριτικές μάς δικαιώνουν.

Ήταν πριν από λίγα χρόνια, όταν η αδερφή της γιαγιάς μου, η θεία μου η Στέλλα δηλαδή, έχασε τον άντρα της. Έχοντας περάσει όλη της τη ζωή μαζί του, πίστευε ότι στα 70 της πια, θα έμενε πλέον μόνη. «Είχα μεγάλη μοναξιά μέσα μου και νόμιζα ότι τελείωσα. Δεν με ενδιέφερε τίποτα, το σπίτι μου δεν με χωρούσε. Όταν είχα κάτι να ασχοληθώ έπαιρνα τους δρόμους», μου λέει και επιβεβαιώνω. Ίσως όταν περνούν τα χρόνια είναι πολύ πιο εύκολο να συμφιλιωθείς με μια μη αναστρέψιμη κατάσταση, κι όχι μόνο να μην ψάχνεις τρόπο διαφυγής, αλλά ίσως κάπως βολεύεσαι και βουλιάζεις σε πεσιμιστικές ατάκες τύπου «έτσι τα έφερε η ζωή». Μέχρι να σου τα φέρει και κάπως αλλιώς.

Πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του άντρα της, η θεία Στέλλα περνούσε τις μέρες της με βόλτες στην εκκλησία, στην πλατεία της γειτονιάς της, στην αδερφή της και την ανιψιά της. Στο πάρκο της γειτονιάς, την είδε ένας κύριος και ενδιαφέρθηκε για εκείνη. Έτσι, εκείνος έπιασε μια φιλενάδα της και ζήτησε να της μεταφέρει το ενδιαφέρον του αυτό. «Είχε χάσει κι εκείνος τη γυναίκα του. Ήταν πολύ μόνος και ήθελε να κάνουμε συντροφιά», ήταν μια από τις πρώτες περιγραφές της θείας μου όταν ρωτήσαμε για το νέο της φλερτ.

Εγώ ούτε να το ακούσω δεν ήθελα. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ να κάνω άλλο σύντροφο στη ζωή μου. Ήθελα να περάσει η ζωή μου έτσι. Αλλά μετά όμως κάτι άρχισε να φτερουγίζει μέσα μου. Δεν ξέρω, κάτι χτύπησε στην καρδιά μου και ερωτεύτηκα στα 70 μου.

Η συνέχεια της ιστορίας θυμίζει κάτι από high school romance: Εκείνος την προσέγγιζε διακριτικά και με ευγένεια κάθε φορά που την έβλεπε. Της μιλούσε όμορφα και της ζήτησε το τηλέφωνό της. Εκείνη γοητεύτηκε από το ενδιαφέρον του κι άρχισε σιγά σιγά να ανταποκρίνεται. Ρώτησε τις φιλενάδες της κι έμαθε πως ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Την έκανε να γελάει. Ως εδώ, τα συστατικά είναι ιδανικά για το τέλειο γλυκό, αλλά να που της θείας μου της έπεσε λίγο παραπάνω από το «τι θα πει ο κόσμος» και κάπου εκεί άρχισε να χαλάει η συνταγή.

«Δεν το πίστευα αυτό που μου συμβαίνει. Έκοψα και με την φιλενάδα μου. Της είπα δεν θα μου ξαναπείς κουβέντα. Δεν θέλω να κάνω σχέση εγώ. Όμως κάτι με έτρωγε μέσα μου. Μέχρι που πήρα τηλέφωνο και έδωσα ραντεβού εγώ η ίδια. Ένιωσα όπως όταν ήμουν μικρή. Δεν ξέρω τι ήταν. Κεραυνοβόλος έρωτας ήταν;», αναρωτιέται και η ίδια με την πρωτοβουλία που πήρε.

Φτιαχνόμουν κι ένιωθα όπως όταν ήμουν το 20χρονο κορίτσι που έβγαινα με τον άντρα μου. Στολίστηκα και αισθανόμουν μεγάλες ενοχές, ενώ θα πηγαίναμε απλά για ένα ποτό.

«Σκεφτόμουν μην με δει η γειτονιά μου. Δεν είχα δώσει δικαίωμα ποτέ στη γειτονιά μου κι έδωσα ραντεβού κάπου μακριά. Ήρθε με πήρε με το αυτοκίνητο και πήγαμε βόλτα. Αισθάνθηκα τόσο ελεύθερη, λες και τον ήξερα χρόνια».

Μετά τη γύρισε σπίτι. Του ζήτησε να την αφήσει πιο μακριά για να μην τη δει κανείς. Μην μάθουν κάτι τα παιδιά της. Μην κυκλοφορήσει το νέο ότι μπορεί, να είναι και πάλι ευτυχισμένη.

«Άλλα ήθελε να κάνω η λογική και άλλα η καρδιά μου. Προχωρούσα με την καρδιά μου»

«Δεν ξέρω γιατί δεν ήθελα να το μάθουν. Ίσως έτσι είχα μεγαλώσει. Μέσα μου, η καρδιά μου, έλεγε το αντίθετο. Εκεί κατάλαβα πως πρέπει να είμαι ερωτευμένη. Μου έδειχνε τόση αγάπη, τόση τρυφερότητα που μου είχε λείψει για χρόνια πολλά».

«Εκείνος μου έλεγε πως μόνο κάποιος που δεν έχει λογική θα μας κατηγορήσει. Χάσαμε τους ανθρώπους μας, δεν πρέπει δηλαδή τώρα να έχουμε κι εμείς μια συντροφιά; Αισθανόταν κι εκείνος την ίδια μοναξιά», λέει η θεία Στέλλα για το πώς πήρε κουράγιο και αποφάσισε να μιλήσει στα παιδιά της. Spoiler Alert: κανένας δεν πληγώθηκε που η μητέρα τους ήταν ευτυχισμένη και χαρούμενη.

A day in the life

«Ξυπνάμε το πρωί. Φυσικά δεν κοιμόμαστε ο ένας στο σπίτι του άλλου. Εκεί είναι τα παιδιά του και δεν θέλω. Όπως ούτε κι εδώ. Δεν θέλω να τον δει η γειτονιά να βγαίνει από το σπίτι μου. Σχεδόν όλη μέρα είμαστε μαζί όμως. Άμα έχει ωραία λιακάδα θα πάμε βόλτα, να πιούμε τον καφέ μας σε μια πλατεία με ήλιο. Τα μεσημέρια τρώμε παρεΐτσα. Το απόγευμα θα έρθει, θα παίξουμε το χαρτάκι μας. Καθόμαστε ως αργά. Παρακολουθούμε τηλεόραση, βλέπουμε μαζί το Survivor και ό,τι άλλο. Έχουμε ο ένας τον άλλον. Μέχρι στιγμής δεν αποφασίσαμε να μείνουμε μαζί. Άσ’ το να το δείξει ο χρόνος».

Με κάνει και γελάω. Ξεχνάω όλα μου τα προβλήματα. Απ’ ό,τι μου λέει, είμαι το 10 το καλό γι΄ αυτόν.

«Νιώθω πολλές φορές, και με κοροϊδεύει και γελάει γι’ αυτό, ότι είμαι σαν κοριτσάκι. Είμαι 70, αλλά νιώθω 50 και 40».

Post Credit Scene

Αυτό το βίντεο γυρίστηκε έναν χρόνο πριν. Η θεία μου η Στέλλα είναι ακόμα μαζί με τον κύριο που της άλλαξε τη ζωή στα 70κάτι της χρόνια. Κρύβουμε και λίγα γιατί η στρογγυλοποίηση δεν την ευνοεί. Παρακολουθώ στενά αυτό το love story και είναι από τις ιστορίες που γεμίζουν τα μάτια μου κάθε φορά που την ακούω. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι μπορεί κανείς στα 70 του να νιώσει ότι θέλει να ξαναρχίσει και ταυτόχρονα να έχει τόσους ενδοιασμούς και τύψεις απλά επειδή του δίνεται η ευκαιρία – να είναι ευτυχισμένος.

Μπορεί η θεία μου η Στέλλα να μην κατάφερε ούτε μία φορά να πει σωστά τον “κεραυνοβόλο έρωτα”, αλλά μάλλον έχει μεγαλύτερη σημασία ότι τον νιώθει.

Χρόνια πολλά στις καρδιές που δε γερνούν ποτέ και αντέχουν να χοροπηδούν ρυθμικά ακόμα κι όταν το σώμα δεν μπορεί πια να το κάνει.