To couture ντεμπούτο του Duran Lantink για τον οίκο Jean Paul Gaultier είναι ό,τι πιο φρέσκο έχουμε δει τελευταία στις πασαρέλες
- 10 ΙΟΥΛ 2026
Όσον αφορά τη μόδα, δεν είναι όλα για όλες/ους. Αυτό που κάποια/ος θεωρεί το πιο πρωτοποριακό πράγμα στον κόσμο, για κάποιον/α άλλο/η μπορεί να θυμίζει στολή αποκριάς. Και το καταλαβαίνω απόλυτα, γιατί οι αναφορές, τα βιώματα και η σχέση που έχουμε με τη μόδα διαφέρουν.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι όσες/οι διαβάσουν αυτό το άρθρο και δουν τη νέα couture συλλογή του Jean Paul Gaultier, δεν θα αντιδράσουν με τον ίδιο τρόπο. Κάποιες/οι μπορεί να χαρακτηρίσουν τα ρούχα «περίεργα» ή ακόμα και «σαχλά». Άλλες/οι θα εντυπωσιαστούν, όπως εγώ. Ίσως όχι επειδή φαντάζονται τον εαυτό τους να τα φοράει, αλλά επειδή αναγνωρίζουν τη δεξιοτεχνία, την ευφυή αξιοποίηση της τεχνολογίας, το homage στο design και, πάνω απ’ όλα, μια πραγματικά φρέσκια προσέγγιση στη μόδα.
Αυτός είναι άλλωστε ο Duran Lantink. Ένας σχεδιαστής που δεν φοβάται να πειραματιστεί και που συνεχίζει να φέρνει κάτι πραγματικά καινούργιο στον χώρο. «Θέλω να προκαλέσω το ίδιο το ένδυμα», εξηγεί σε δήλωσή του. «Να το ωθήσω στα έσχατα όρια της γλυπτικής του δυναμικής». Και αυτό ακριβώς έκανε στην πρώτη couture συλλογή του για τον οίκο Jean Paul Gaultier.
Ο Lantink δεν αντιμετώπισε ποτέ τη μόδα με συμβατικό τρόπο. Η ανατρεπτική του ματιά ήταν εξαρχής αυτό που τον έκανε να ξεχωρίσει και τελικά του χάρισε τον ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή στον οίκο Jean Paul Gaultier. Παρόλο που το ντεμπούτο του με την πρώτη ready-to-wear συλλογή δίχασε, νιώθω πως αρχίζει να βρίσκει τα πατήματά του. Και κάπως έτσι αρχίζω να καταλαβαίνω κι εγώ καλύτερα το όραμά του για τον ιστορικό οίκο: ένα όραμα που συνομιλεί με εκείνο του αυθεντικού enfant terrible της μόδας, Jean Paul Gaultier, αλλά μεταφρασμένο στη γλώσσα της σύγχρονης εποχής.
Φόρεματα-σωλήνες, διαστρεβλωμένες σιλουέτες και ένα ode στο design στην couture συλλογή Jean Paul Gaultier
Σε έναν κατάλευκο χώρο στο Παρίσι, ο οίκος Jean Paul Gaultier παρουσίασε την πρώτη couture συλλογή υπό τη δημιουργική καθοδήγηση του Duran Lantink, για τη σεζόν Fall/Winter 2026/27. Το show ήταν ένας διάλογος ανάμεσα στην ανατρεπτική κληρονομιά του οίκου, τις πρωτοποριακές τεχνικές και τεχνολογίες -μεταξύ των οποίων και η τεχνητή νοημοσύνη- και την παραδοσιακή δεξιοτεχνία της υψηλής ραπτικής.
Ναι, ο Lantink «τα βάζει» με την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά ταυτόχρονα ξέρει να την αξιοποιεί προς όφελός του. Σε συνδυασμό με τις αμέτρητες ώρες δουλειάς στο ατελιέ του Jean Paul Gaultier, την εμμονή στη λεπτομέρεια και ένα εξαιρετικά και πολύ συγκεκριμένο δημιουργικό όραμα, χρησιμοποιεί την τεχνολογία για να σχεδιάσει ρούχα που αψηφούν τη βαρύτητα. Δημιουργίες που δύσκολα θυμίζουν οτιδήποτε έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.
Κάποια looks μοιάζουν λες και βγήκαν από acid trip. Σαν να έχουν γεννηθεί αποκλειστικά στη φαντασία κάποιου/ας και να υλοποιούνται στην πραγματικότητα.Είναι εκεί, μπροστά σου, αποδεικνύοντας πως η υψηλή ραπτική εξακολουθεί να εξελίσσεται.
Η βασική έμπνευση της συλλογής, πάντως, δεν ήταν κάτι καινούργιο. Στο γραφείο του Lantink βρισκόταν εδώ και καιρό ένα βιβλίο με τα κοστούμια που είχε σχεδιάσει ο Jean Paul Gaultier για τη χορογράφο Régine Chopinot, και συγκεκριμένα εκείνα για την παράσταση Le Défilé του 1985, με τις έντονες, σχεδόν γλυπτικές σιλουέτες τους. Αυτές οι αναφορές λειτούργησαν ως αφετηρία για να χτίσει τη δική του συλλογή.
Το show ξεκίνησε σχετικά «φυσιολογικά», με ένα αυστηρό coat dress που θύμιζε μια πιο κλασική couture προσέγγιση ως προς το design. Αυτό κράτησε λίγο, γιατί το αμέσως επόμενο look ήταν ένα αποδομημένο LBD από το οποίο «ξεπετάγονταν» τούλι από το μπούστο και το πίσω μέρος του φορέματος, μετατρέποντας μια κλασική σιλουέτα σε κάτι άκρως σουρεαλιστικό.
Εκτός από τις αναφορές στη δουλειά του Gaultier, έμπνευση αποτέλεσε και η Μαρία Αντουανέτα, μια γυναίκα που ήξερε καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη πώς να καταλαμβάνει χώρο με ενδύματα με υπερβολικές σιλουέτες και εντυπωσιακούς όγκους. Μετά από μια επίσκεψη στις Βερσαλλίες, ο Lantink μετέφερε αυτή την ιδέα στη συλλογή, μέσα από φορέματα από τούλι που έμοιαζαν περισσότερο με οπτικές ψευδαισθήσεις και γλυπτά παρά με παραδοσιακά ρούχα.
Αυτή η λογική επαναλαμβανόταν σε όλη τη συλλογή. Ένα μαύρο βραδινό φόρεμα, για παράδειγμα, έμοιαζε από μπροστά απολύτως κλασικό. Μόλις όμως το μοντέλο γύριζε στο πλάι, η σιλουέτα μεταμορφωνόταν σε μια σωληνωτή σιλουέτα που άφηνε τα πόδια γυμνά και είχε 2 μακρόστενες ουρές από τούλι, δημιουργώντας ένα mindf*ck χωρίς να καταλαβαίνεις απολύτως τι βλέπεις. Αυτή η προσέγγιση είναι η δική του εκδοχή στην «εμμονή» που είχε πάντα ο Gaultier με το trompe l’oeil.
Ανάμεσα στα πιο εντυπωσιακά looks πάντως, ήταν και ένα φόρεμα σε σχήμα καμπάνας, φτιαγμένο σε 3D εκτυπωτή, που μετέπειτα επεξεργάστηκε στο χέρι και διακοσμήθηκε με δαντέλα. Εξίσου εντυπωσιακό ήταν ένα μακρύ σωληνωτό φόρεμα, καλυμμένο με ροζ κυματισμούς που δημιουργήθηκαν από χιλιάδες κομμάτια υφάσματος, που έδιναν την αίσθηση ότι αιωρούνταν γύρω από το σώμα.
Φυσικά, ο Lantink δεν θα μπορούσε να μην βρει κι άλλους τρόπους να «προκαλέσει». Φούστες που κρέμονταν από ζαρτιέρες, βελούδινα φορέματα με όγκους που ξεπρόβαλλαν από τους γοφούς σαν «κέρατα» και ένα τζιν μπουφάν που έλαβε ένα couture makeover και συνδυάστηκε με ένα εφαρμοστό κάπρι παντελόνι, επιβεβαίωσαν πως ο σχεδιαστής δεν ενδιαφέρεται να δημιουργήσει απλώς όμορφα ρούχα.
Κάτω όμως από όλη αυτή την υπερβολή των ρούχων κρύβεται κάτι πολύ πιο σημαντικό: μια βαθιά αφοσίωση στη δεξιοτεχνία και το design. Και νομίζω ότι αυτό είναι που κάνει τελικά τον Duran Lantink τόσο μοναδικό και είναι εκεί που «συναντά» πραγματικά και την αισθητική του Jean Paul Gaultier. Γιατί, όπως και με τον Gaultier, η πρόκληση δεν υπάρχει ποτέ για την πρόκληση. Υπάρχει για να μας κάνει να ανοίξουμε το μυαλό μας και να δούμε τη μόδα διαφορετικά.