ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Εμείς θα ζήσουμε κι ας μην πάμε (ούτε) φέτος διακοπές

Στην ερώτηση "πού θα πας διακοπές" απαντάω σταθερά με τον ίδιο τρόπο τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Πουθενά. Οι αντιδράσεις του εκάστοτε συνομιλητή είναι πανομοιότυπες. "Τι εννοείς πουθενά"; Θα μπορούσε να το θέτει πιο εύστοχα, δεδομένης της φύσης του διαλόγου, ρωτώντας "Τι εννοείς, Βίρνα, πουθενά", κι εγώ να απαντάω "Αυτό που κατάλαβες, Γιάγκο, πουθενά".

Το “πουθενά” φαντάζει απόλυτο, σχεδόν ουτοπικό, σχεδόν ψέμα. Εν μέρει, θα μπορούσε να είναι ψέμα, διότι φέτος θα πάω λίγες μέρες στο πατρικό μου στην Κρήτη. Ωστόσο, η επιστροφή στο πατρικό, για μένα, δεν εμπίπτει στην κατηγορία “διακοπές”, καθώς θα πρέπει σε 3 μέρες να κάνω τόσα πράγματα και να βγάλω τόσες υποχρεώσεις που, αμφιβάλλω αν θα μπω στη θάλασσα (για να ξεκουραστώ δεν το συζητάω καν).

Γιατί, λοιπόν, “πουθενά”; Ποια μαύρη μοίρα με έφερε σ’ αυτό το σημείο, να ξεμείνω για 4 συνεχόμενη χρονιά στην Αθήνα τον Αύγουστο; Το πρόβλημα, φυσικά, είναι οικονομικής φύσης.

Λόγω υποχρεώσεων που σχετίζονται με την προηγούμενή μου καριέρα, ο μισός μισθός μου προορίζεται κάθε μήνα (και θα προορίζεται για πολύ καιρό ακόμα) για ένα ασφαλιστικό ταμείο – βαμπίρ. Πέραν αυτού, φέτος η πρώτη δόση της εφορίας πρέπει να καταβληθεί στο τέλος του Ιουλίου. Όλα αυτά, συν διάφορα ποσά που προορίζονται για κοινωνικές υποχρεώσεις, έβαλαν ακόμα μια χρονιά την ταφόπλακα στην προσπάθεια να κάνω διακοπές εκτός Αθήνας (και πατρικού) για πρώτη φορά μετά το 2012.

Μετά τον αρχικό διάλογο – homage στον Νίκο Φώσκολο – που κάνω με κάθε συνομιλητή, ακολουθεί εκ μέρους του η εξαγωγή του συμπεράσματος ότι “και στην Αθήνα μια χαρά παραλίες υπάρχουν”, οπότε, σύμφωνα με τον ίδιο, έχω τη δυνατότητα να πηγαίνω σ’ αυτές ή να κάνω κάποια εκδρομή σε κοντινό μέρος. Για την εκδρομή, το δέχομαι. Ίσως καταφέρω να πάω μια μονοήμερη εκδρομή σε κάποιο νησί του Αργοσαρωνικού. Αυτό, όμως, είναι εκδρομή. Δεν είναι διακοπές.

Δεν θα πετάω από τη χαρά μου στους δρόμους των Εξαρχείων και του Παγκρατίου. Θα “τη βγάλω”, όμως.

Δεν θα πάω 3, 4, 5 μέρες κάπου μόνο για να κοιμάμαι, να διαβάζω και να κάνω μπάνιο στη θάλασσα. Για τις παραλίες της Αττικής, κοντινές και μη, εκ μέρους μου δεν υπάρχει η δυνατότητα καθημερινής επίσκεψης. Όχι επειδή δεν οδηγώ. Αυτό είναι το λιγότερο. Εξάλλου, υπάρχουν και τα μέσα μεταφοράς. Συχνά, δε, κάποιος από τους φίλους μου θα θέλει να πάει για μπάνιο και πάντα θα μπορώ να ακολουθώ κι εγώ. Μια δυο φορές θα καταφέρω να το κάνω. Αν, όμως, πηγαίνω κάθε μέρα για μπάνιο στις 15, ας πούμε, ημέρες της άδειάς μου, το ποσό που θα ξοδέψω θα είναι αρκετά σημαντικό και θα έχει επίπτωση στον προϋπολογισμό μου. Συνεπώς, ακόμα κι αυτού του είδους οι “διακοπές” αποκλείονται για φέτος, όπως αποκλείστηκαν και πέρυσι και πρόπερσι.

“Και πώς θα τα καταφέρεις”; Συνεχίζει ο συνομιλητής. Η αλήθεια είναι πως, φέτος, παρότι θέλω τόσο πολύ να πάω κάπου αλλού και να ξεκουραστώ στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας “ύπνος – φαΐ – θάλασσα – ξανά ύπνος”, σκέφτομαι ότι μια χαρά θα τα καταφέρω. Δεν θα πετάω από τη χαρά μου στους δρόμους των Εξαρχείων και του Παγκρατίου. Θα “τη βγάλω”, όμως. Όχι γιατί είμαι της άποψης ότι “εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ θέλεις διακοπές”. Ούτε επειδή μ’ αρέσει να περιορίζομαι με τέτοιο τρόπο. Οι δυσκολίες είναι αντικειμενικές και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ξεπεραστούν, οπότε για ακόμα μια χρονιά θα προσαρμοστώ στις τρέχουσες συνθήκες. 

Πώς θ’ αντέξω; Εύκολα. Καταρχάς, όλο και κάποιος φίλος θα ξεμείνει στην Αθήνα τον Αύγουστο, οπότε, σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή της ζωής του, θα χρειαστεί δίπλα του κάποιον που να το έχει ξανακάνει και μάλιστα παραπάνω από μια φορά. Μόλις επιβεβαίωσα ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να πάω διακοπές, προμηθεύτηκα τα βιβλία που θέλω να διαβάσω και τις σειρές και ταινίες που θέλω να δω στη διάρκεια της άδειάς μου.

Κι εδώ έρχεται το καλύτερο κομμάτι.

Αγόρασα μια παιδική πλαστική πισίνα. Από αυτές που φουσκώνεις με την τρόμπα ποδιού και μετά είσαι πιασμένη τρεις μέρες ολόκληρες (εξαιτίας της αγυμνασιάς). Την έβαλα στη βεράντα (που δεν είναι ακριβώς βεράντα, αλλά την δουλειά της την κάνει και με το παραπάνω) και πήρα δυο τελάρα από τον μανάβη και τους έβαλα πάνω μια επίπεδη επιφάνεια και τα γέμισα με κόμικς, βιβλία κι αντηλιακά (δεν πιάνει ο ήλιος στη βεράντα, αλλά δεν πειράζει). Γέμισα το ψυγείο με μπύρες και την κατάψυξη με popsicles που έφτιαξα μόνη μου, έφτιαξα καλοκαιρινές 80s playlists κι άρχισα να προσκαλώ κόσμο στο σπίτι.

Το πρώτο «pool party» πραγματοποιήθηκε με επιτυχία. Με τα απεριτίφ, τα τυροπιτάκια, τα παγωτά και τα πλαστικά παπάκια του. Προσβλέπω στο δεύτερο και το τρίτο και ούτω καθεξής. Στο μεταξύ, τις ημέρες που δεν θα είναι κανείς διαθέσιμος, θα κάθομαι στην πισίνα μόνη μου, να κοιτάζω ανάμεσα στις πολυκατοικίες του ακάλυπτου και να διαβάζω, ελπίζοντας ότι του χρόνου το καλοκαίρι θα μπορέσω να πάω ξανά διακοπές, χωρίς όμως να αισθάνομαι θλίψη που φέτος η θάλασσα θα αντικατασταθεί από ένα λάστιχο και η παραλία από το μωσαϊκό του πατώματος. Αυτά συμβαίνουν στη ζωή και όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσεις και το αντιμετωπίσεις, τόσο καλύτερα για σένα.