OPINIONS

Άλλο το σημείωμα που άφησαν οι δύο 17χρονες κι άλλο το «μήνυμα»

Unhappy girl outside sitting thoughtfully iStock

Δύο 17χρονες παιδικές φίλες πηδάνε χέρι-χέρι από τον 6ο όροφο μιας πολυκατοικίας. Βουτάνε στο κενό, φορώντας τα ακουστικά τους. Ίσως ακούν το ίδιο τραγούδι. Ίσως το σχεδίαζαν από καιρό. Η μία από τις 2, εκείνη που έχει ήδη χάσει τη ζωή της, έχει αφήσει ένα σημείωμα προς τους γονείς της για να τους πει ότι τους αγαπά και πως το άγχος για τις πανελλήνιες που έρχονται ήταν για εκείνη αβάσταχτο. «Μπορεί αυτός ο κόσμος να έχει τα ωραία του, αλλά ίσως ένας άλλος κόσμος να είναι καλύτερος». Όσο γράφονται αυτές οι γραμμές, το 2ο κορίτσι χαροπαλεύει.      

Η παραπάνω περιγραφή δεν είναι η υπόθεση μιας ταινίας. Είναι η σκληρή επικαιρότητα που παρακολουθούμε με σφιγμένο στομάχι το τελευταίο 24ωρο. Είναι ένας ακόμα λόγος να κοπανάμε τα κεφάλια μας στον τοίχο, που δεν προλάβαμε ένα μη αναστρέψιμο κακό με θύματα 2 παιδιά. Είναι όμως και η επιβεβαίωση πως πλέον είμαστε τα ανήμπορα μέλη μιας κοινωνίας εθισμένης στη ρομαντικοποίηση της θλίψης και της δυσφορίας. 

Ξεκίνησα να γράφω αυτές τις γραμμές για το οδυνηρό συμβάν της αυτοχειρίας των δύο 17χρονων κοριτσιών στην Ηλιούπολη, με τη μάταιη αίσθηση ότι έχουν ήδη ειπωθεί όλα τα σωστά και λάθος συμπεράσματα: Η -απολύτως- δικαιολογημένη απόδοση ευθυνών προς πάσα κατεύθυνση. Φταίει το κράτος, το βαθμοθηρικό εκπαιδευτικό σύστημα, εμείς οι ενήλικες για 1.002 λόγους και γιατί επιβεβαιωμένα έχουμε αφήσει την κατάσταση να εκτροχιαστεί και νομίζουμε πως στέλνοντας τα παιδιά στους ψυχολόγους (στην καλύτερη των περιπτώσεων) έχουμε πράξει τα δέοντα για την ψυχική τους υγεία. Ένα τεράστιο “j’ accuse” προς τα ΜΜΕ και τα social media που θα κάνουν τα πάντα κι ακόμα παραπάνω για να αποσπάσουν τα κλικς μας. Μην τα λέω πάλι, τα έχετε σκεφτεί, τα έχετε γράψει, τα έχετε διαβάσει.

Πάμε όμως να μιλήσουμε λίγο με δεδομένα:

Η αυτοκτονία είναι ένα φαινόμενο μπροστά στο οποίο ο κοινός νους μπλοκάρει. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών ΚΛΙΜΑΚΑ το 2025 στην Ελλάδα καταγράφηκαν 579 αυτοχειρίες- αριθμός ρεκόρ για την τελευταία 10ετία- με διασπορά προς όλες τις ηλικιακές ομάδες.

Σύμφωνα επίσης με τους ειδικούς ψυχικής υγείας η αυτοκτονία είναι μια πράξη που μπορεί προληφθεί σε ποσοστό 90-95%. 

Η έκκληση από το Χαμόγελο του Παιδιού για τις 17χρονες και το φαινόμενο της μίμησης αυτοκτονίας

Από την είδηση και μετά, αν το παρατηρήσεις, έχουμε λειτουργήσει κυρίως αντανακλαστικά, με το θυμικό σε εγρήγορση. Είναι εύκολο να μαντέψεις πόσες επείγουσες συζητήσεις ανάμεσα σε έφηβα παιδιά και πανικόβλητους γονείς έγιναν χθες το βράδυ στο σπίτι με αφορμή τον χαμό των δύο 17χρονων κοριτσιών. Η πρώτη ώρα στα περισσότερα γυμνάσια και λύκεια της θα ήταν σίγουρα αφιερωμένη σε έναν ουσιαστικό διάλογο ανάμεσα σε αναστατωμένους καθηγητές και λυπημένες/ους μαθήτριες/ές. Κάλλιο αργά παρά ποτέ; Ίσως. Αρκεί; ούτε καν.

Εξίσου αντανακλαστική η αντίδραση από το Χαμόγελο του Παιδιού, το οποίο απηύθυνε δημόσια έκκληση για μη αναπαραγωγή λεπτομερειών και προσωπικών σημειωμάτων που αφορούν τις δύο 17χρονες δεν είναι απλή ενημέρωση, καθώς πέρα από την παραβίαση της ιδιωτικότητας των παιδιών, την επιβάρυνση των οικογενειών και του περιβάλλοντός τους, μπορεί να επηρεάσει αρνητική άλλα παιδιά και εφήβους που βρίσκονται σε ψυχική δυσκολία.

Με αφορμή αυτή τη σύσταση, κάτω από το post, στήθηκε ένα ακόμα φλέγον debate. Η μία πλευρά συμφωνούσε με την τοποθέτηση όσο η άλλη διαφωνούσε, υποστηρίζοντας εν συντομία πως με το να βγαίνουν όλα στο φως μπορεί να ασκηθεί πίεση και τελικά να αλλάξουν τα πράγματα. Μέχρι να καταλάβουμε πως δεν μπορούν να είναι όλα αντικείμενο δημόσιας αντιπαράθεσης (ποτέ), ο λόγος θα πρέπει να δίνεται στους ειδικούς. Ρώτησα λοιπόν την κλινική αναπτυξιακή ψυχολόγο Σουζάνα Παπαφάγου, υπό ποιες συνθήκες η αναπαραγωγή μιας αυτοκτονίας γίνεται επικίνδυνη και αν επιστημονικά έχει καταγραφεί μιμητική συμπεριφορά (κάπου εδώ να θυμίσω το μοτίβο του αυτόχειρα θύτη που βλέπουμε συχνά στις γυναικοκτονίες). 

«Ναι, υπάρχουν πλέον σαφή επιστημονικά δεδομένα που δείχνουν πως η έντονη και επαναλαμβανόμενη έκθεση σε αυτοκτονίες μπορεί να επηρεάσει ψυχικά ευάλωτους ανθρώπους και ιδιαίτερα εφήβους. Στη διεθνή βιβλιογραφία αυτό περιγράφεται ως “suicide contagion” ή “Werther effect” (το φαινόμενο του Βέρθερου)», αναφέρει η ειδικός.

Σουζάνα Παπαφάγου: «Οι έρευνες δείχνουν ότι όταν μια αυτοκτονία προβάλλεται με δραματοποίηση, εξιδανίκευση ή συνεχή αναπαραγωγή, μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος ταύτισης και μιμητικών συμπεριφορών σε ανθρώπους που ήδη βρίσκονται σε ψυχική δυσφορία. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως μια είδηση “προκαλεί” από μόνη της μια αυτοκτονία».

Σημαίνει όμως πως μπορεί να λειτουργήσει ως πυροδότηση σε έναν ευάλωτο ψυχισμό; Ναι. «Γι’ αυτό και διεθνείς οργανισμοί ψυχικής υγείας έχουν δημιουργήσει ειδικές οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ και τα social media οφείλουν να διαχειρίζονται τέτοια γεγονότα. Όμως προσωπικά θεωρώ πως το βαθύτερο ζήτημα δεν είναι μόνο το debate γύρω από το “πρέπει ή δεν πρέπει να αναμεταδίδεται”. Γιατί για άλλη μια φορά βρισκόμαστε να συζητάμε μετά την τραγωδία αντί να κοιτάμε γιατί αποτύχαμε ξανά στην πρόληψη.

Κι αυτό είναι το bottom line, αν με ρωτάς. Γιατί, όπως αναφέρει η κα Παπαφάγου «η πρόληψη δεν ξεκινά όταν χαθεί ένα παιδί. Ξεκινά πολύ νωρίτερα. Ξεκινά από το αν ένα παιδί έχει χώρο να μιλήσει χωρίς να ντραπεί. Από το αν οι γονείς έχουν στήριξη και καθοδήγηση. Από το αν τα σχολεία διαθέτουν επαρκείς δομές ψυχικής υγείας. Από το αν ως κοινωνία μπορούμε να αναγνωρίσουμε εγκαίρως τη σιωπή, την απόσυρση, την απελπισία και τον ψυχικό πόνο πριν γίνουν κραυγή. Γιατί συνήθως κανένα παιδί δεν φτάνει ξαφνικά στο χείλος. Υπάρχουν ρωγμές που προϋπάρχουν. Υπάρχουν σημάδια. Υπάρχει συσσωρευμένη μοναξιά, πίεση, ψυχική εξάντληση ή αίσθηση αδιεξόδου. Και ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι να αντέξουμε ως κοινωνία: ότι συχνά κινητοποιούμαστε περισσότερο από το σοκ μιας απώλειας παρά από τη μακρόχρονη ανάγκη ουσιαστικής πρόληψης και φροντίδας της ψυχικής υγείας των παιδιών και των εφήβων.

Πέρα από την αναμετάδοση των ειδήσεων, τα παιδιά εκτίθενται καθημερινά σε ανεξέλεγκτο περιεχόμενο στα social media. Τα trends, οι συζητήσεις μεταξύ συνομηλίκων, οι «προκλήσεις» ή οι κοινότητες που ρομαντικοποιούν τη δυσφορία μπορεί να έχουν ισχυρότερη επίδραση. Το κενό είναι ότι πολλοί γονείς δεν έχουν την κατάλληλη εκπαίδευση για να καθοδηγήσουν τα παιδιά τους στη σωστή χρήση των social. Εκεί λοιπόν χρειάζεται συστηματική ενημέρωση, εκπαίδευση και συνεχής διάλογος στο σπίτι για το πώς πλοηγούνται με ασφάλεια στον ψηφιακό κόσμο. Γιατί η πρόληψη δεν είναι μόνο να μην αναμεταδίδεται κάτι, αλλά να καλλιεργηθεί κριτική σκέψη και ψυχική ανθεκτικότητα μέσα στο ίδιο το περιβάλλον του παιδιού.

Η έλλειψη ειδικής εκπαίδευσης δεν περιορίζεται στους γονείς—πολλοί εκπαιδευτικοί, ψυχολόγοι και επαγγελματίες που συναναστρέφονται παιδιά επίσης δεν έχουν βαθιά κατανόηση του πώς η συνεχής ψηφιακή έκθεση επηρεάζει τον ψυχισμό. Η ρομαντικοποίηση της δυσφορίας, της θλίψης ή ακόμη και της αυτοκαταστροφής είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο, ενισχυμένο από τις πλατφόρμες. Χρειάζεται λοιπόν διεπιστημονική μελέτη και συνεχής επιμόρφωση, ώστε η παρέμβαση να γίνει ουσιαστική και προληπτική, όχι αποσπασματική. Αυτό είναι το στοίχημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε συλλογικά.

Άλλο το σημείωμα που άφησαν οι δύο 17χρονες κι άλλο το «μήνυμα»

Η υπερβολική εστίαση στο “ποιος φταίει” σε κάθε περιστατικό, όπως γίνεται και εν προκειμένω με τις 17χρονες χάνει την ευρύτερη εικόνα. Ναι, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τη δημόσια αναπαραγωγή, αλλά το «δάσος» είναι ότι η κοινωνία συνολικά πρέπει να καλλιεργεί ανθεκτικότητα, να παρέχει ψυχολογική παιδεία και να επενδύει σε έγκαιρη φροντίδα. Αν μείνουμε μόνο στην επιφάνεια του κάθε debate, χάνουμε την ευθύνη να προλάβουμε, να εκπαιδεύσουμε, να στηρίξουμε πριν φτάσουμε σε κρίσεις. Πρέπει να δούμε το σύνολο: πρόληψη, εκπαίδευση και υποστήριξη από τη ρίζα.

Η ρομαντικοποίηση της δυσφορίας είναι όταν η θλίψη, η μοναξιά ή ακόμη και η αυτοκαταστροφική τάση παρουσιάζονται, ειδικά στα μέσα ή στα social, ως κάτι “γνήσιο”, “αξιοθαύμαστο” ή σχεδόν “ελκυστικό”, χωρίς να τονίζεται η πραγματική οδύνη. Στην ουσία, αντί να αντιμετωπίζεται ως κατάσταση που χρειάζεται βοήθεια, παρουσιάζεται σαν “ταυτότητα” ή “στάση ζωής”, δημιουργώντας παραπλανητικές ταυτίσεις, ιδιαίτερα στους νέους». 

Το σημείωμα της μιας 17χρονης ή όσα έγραφε η άλλη στο ημερολόγιό της, δεν αφορούν κανέναν από εμάς. Αλλά το «μήνυμα» που δεν άκουσε κανείς εγκαίρως, όσα αυτά τα 2 κορίτσια «φώναζαν» εδώ και καιρό, οι επιδράσεις τους ως έφηβες, η συμπεριφορά τους, οι σκέψεις που βασάνιζαν τόσο τις ίδιες όσο και άλλα παιδιά που είναι ακόμα εδώ μάς αφορούν απόλυτα.

Τίποτα από όλα αυτά δεν πρέπει να πέφτουν άλλο στο κενό.

Exit mobile version