ΠΑΙΔΙ

Δανάη Δεληγεώργη πώς θα καταλάβουμε εάν ένα παιδί δέχεται bullying χωρίς να το πει;

iStock

Η σιωπή δεν είναι πάντα χρυσός. Συχνά είναι κραυγή βοήθειας. Με αφορμή την Πανελλήνια Ημέρα κατά της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού, μίλησα με την εξειδικευμένη ψυχοπαιδαγωγό Δανάη Δεληγεώργη για τους μύθους γύρω από το bullying, τα «αόρατα» σημάδια που πρέπει να κινητοποιήσουν κάθε γονέα και φροντιστή, ενώ μού εξήγησε γιατί το «καλό παιδί» μπορεί να είναι το πιο ευάλωτο θύμα.

Σε μια εποχή που η βία των ανηλίκων μεταφέρεται από το προαύλιο στις οθόνες των κινητών και γίνεται viral, η ανάγκη για ουσιαστική κατανόηση του φαινομένου είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Δεν πρόκειται για «παιχνίδια που θα περάσουν», αλλά για τραύματα που διαμορφώνουν ενήλικες. Η Δανάη Δεληγεώργη μιλά για το bullying και με ξεναγεί στον περίπλοκο κόσμο των παιδικών σχέσεων, εκεί όπου η δύναμη συγχέεται με την επιβολή και η ενσυναίσθηση αποτελεί τη μόνη αληθινή ασπίδα.

Δανάη Δεληγεώργη πώς θα καταλάβουμε εάν ένα παιδί δέχεται bullying χωρίς να πει λέξη; Danae Deligeorges

– Ακόμα κι αν ένα παιδί δεν μιλήσει, ποια είναι τα χαρακτηριστικά σημάδια ότι δέχεται bullying στο σχολείο; 

Τα περισσότερα παιδιά που δέχονται εκφοβισμό δεν το λένε. Όχι επειδή δεν θέλουν βοήθεια. Αλλά επειδή το bullying σχεδόν πάντα κουβαλά 2 βαριά συναισθήματα: φόβο και ντροπή. Φόβο ότι αν μιλήσουν τα πράγματα θα χειροτερεύσουν. Και ντροπή ότι «ίσως φταίω κι εγώ κάπου». Γι’ αυτό και το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να καταλάβουμε είναι ότι τα παιδιά σπάνια μιλούν με λέξεις. Μιλούν με αλλαγές.

Ένα παιδί που μέχρι χθες πήγαινε σχολείο χωρίς 2η σκέψη μπορεί ξαφνικά να αρχίσει να λέει ότι έχει πονοκέφαλο ή πονόκοιλο κάθε πρωί. Το σώμα πολλές φορές εκφράζει αυτό που το παιδί δεν μπορεί ακόμα να πει.

Άλλο συχνό σημάδι είναι η σιωπή. Ένα παιδί που μιλούσε για τη μέρα του και ξαφνικά απαντά μονολεκτικά: «καλά», «τίποτα», «εντάξει». Δεν είναι αδιαφορία. Είναι ένας τρόπος να κρατήσει κάτι δύσκολο μέσα του. Υπάρχουν επίσης πιο πρακτικά σημάδια που επαναλαμβάνονται συχνά:

  • πτώση στη σχολική επίδοση,
  • χαμένα ή κατεστραμμένα αντικείμενα,
  • αλλαγές στον ύπνο ή στο φαγητό,
  • απομόνωση από φίλους,
  • έντονη προσκόλληση ή αντίθετα πλήρης αποφυγή του κινητού και των social.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια είναι όταν ένα παιδί σταματά να θέλει κάτι που αγαπούσε. Το διάλειμμα, το ποδόσφαιρο, μια δραστηριότητα μετά το σχολείο. Όταν η χαρά εξαφανίζεται απότομα, συνήθως κάτι έχει συμβεί.

Δανάη Δεληγεώργη: «Αυτό που χρειάζεται να θυμόμαστε είναι κάτι πολύ απλό αλλά ουσιαστικό: τα παιδιά σχεδόν πάντα μιλούν απλώς όχι με τον τρόπο που περιμένουν οι ενήλικες». 

Γι’ αυτό η πιο σημαντική δεξιότητα ενός γονιού ή εκπαιδευτικού δεν είναι να κάνει περισσότερες ερωτήσεις. Είναι να παρατηρεί πιο βαθιά. Γιατί πίσω από μια μικρή αλλαγή στη συμπεριφορά, συχνά κρύβεται μια μεγάλη ιστορία που το παιδί ακόμα δεν ξέρει πώς να πει.

– Μπορεί ένα παιδί που είναι «το καλύτερο παιδί του κόσμου» και δεν αντιδρά σε τίποτα, να είναι στην πραγματικότητα θύμα bullying; Μπορεί η εσωστρέφεια να γίνει επικίνδυνη; 

Απολύτως. Και μάλιστα πιο συχνά απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.

Υπάρχει μια παρεξήγηση που κουβαλάμε ως κοινωνία: ότι το «καλό παιδί» είναι πάντα και το ασφαλές παιδί. Ότι επειδή δεν φωνάζει, δεν συγκρούεται, δεν δημιουργεί προβλήματα, όλα είναι καλά. Στην πραγματικότητα, κάποιες φορές το «καλό παιδί» είναι απλώς ένα παιδί που έχει μάθει να μικραίνει τον εαυτό του για να χωράει παντού.

Τα παιδιά που είναι πολύ ευγενικά, συνεργάσιμα και αποφεύγουν τη σύγκρουση μπορεί να δυσκολεύονται να πουν ένα καθαρό «σταμάτα».  Όχι επειδή δεν νιώθουν την αδικία, αλλά επειδή έχουν μάθει ότι η αποδοχή έρχεται όταν είσαι ήσυχος, βολικός, εύκολος.

Και έτσι πολλές φορές αντέχουν πράγματα που δεν θα έπρεπε να αντέξει κανένα παιδί.

Η εσωστρέφεια από μόνη της δεν είναι πρόβλημα. Υπάρχουν εσωστρεφή παιδιά με βαθιά αυτογνωσία, ισορροπία και εσωτερική δύναμη. Το ζήτημα αρχίζει όταν η σιωπή δεν είναι επιλογή αλλά μηχανισμός προστασίας. Όταν ένα παιδί σωπαίνει επειδή φοβάται.

Ή επειδή αρχίζει να πιστεύει ότι «ίσως έτσι είναι τα πράγματα». Κάποιες φορές ακούμε παιδιά να λένε: «Δεν πειράζει… έτσι είναι τα παιδιά». Αυτή η φράση για έναν ειδικό είναι πάντα καμπανάκι. Γιατί συχνά δεν είναι αποδοχή. Είναι παραίτηση.

Και ίσως η πιο δύσκολη αλήθεια γύρω από το bullying είναι αυτή: δεν πληγώνει μόνο τις δυνατές αντιδράσεις. Πληγώνει και τη σιωπή.

– Συχνά εστιάζουμε στο θύμα, αλλά τι γίνεται με το παιδί που ασκεί τη βία; 

Έχουμε μια μεγάλη ανάγκη να κάνουμε τις ιστορίες απλές. Να βάλουμε τα παιδιά σε 2 καθαρές κατηγορίες: το θύμα και τον θύτη. Ο καλός και ο κακός. Η πραγματικότητα όμως  ειδικά μέσα στα σχολεία είναι πολύ πιο σύνθετη.

Δανάη Δεληγεώργη: «Πολλά παιδιά που εκφοβίζουν δεν γεννήθηκαν σκληρά. Έμαθαν ότι η δύναμη είναι ο πιο γρήγορος τρόπος να μην νιώθεις μικρός. Πίσω από την επιθετικότητα συχνά υπάρχει φόβος, έντονη ανασφάλεια ή μια απελπισμένη ανάγκη να ανήκεις κάπου».

Σε μια ηλικία όπου η αποδοχή της ομάδας μοιάζει με ζήτημα επιβίωσης, κάποια παιδιά ανακαλύπτουν ότι ο πιο εύκολος τρόπος να κερδίσουν κύρος είναι να δείξουν ισχύ πάνω σε κάποιον άλλον. Αυτό φυσικά δεν κάνει τη συμπεριφορά λιγότερο σοβαρή. Το bullying χρειάζεται ξεκάθαρα όρια.

Αλλά αν περιοριστούμε μόνο στην τιμωρία, συχνά χάνουμε την ουσία. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι απλώς να σταματήσει μια πράξη. Είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο το παιδί μαθαίνει να σχετίζεται με τη δύναμη.

Η πραγματική παρέμβαση αρχίζει όταν βοηθάμε το παιδί να καταλάβει κάτι βαθύτερο: ότι η αξία και η θέση του στην ομάδα δεν χρειάζεται να χτίζονται πάνω στον φόβο κάποιου άλλου. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να αφαιρέσουμε τον ρόλο του θύτη. Πρέπει να του δείξουμε έναν άλλο τρόπο να υπάρξει.

Δανάη Δεληγεώργη πώς θα καταλάβουμε εάν ένα παιδί δέχεται bullying χωρίς να πει λέξη; iStock

– Πολλοί γονείς και εκπαιδευτικοί φοβούνται να παρέμβουν ή υποβαθμίζουν το θέμα ως «παιχνίδι». Πώς μπορούν να αναγνωρίσουν τη λεπτή γραμμή μεταξύ πειράγματος και κακοποίησης; 

Η γραμμή ανάμεσα στο πείραγμα και στον εκφοβισμό φαίνεται λεπτή, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο αόρατη όσο νομίζουμε. Υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος να την αναγνωρίσουμε: να δούμε τι αφήνει πίσω της η αλληλεπίδραση.

Το πείραγμα ανάμεσα σε φίλους είναι συνήθως αμοιβαίο. Και οι 2 γελούν, και οι 2 μπορούν να το σταματήσουν. Δεν υπάρχει φόβος, δεν υπάρχει ντροπή, δεν υπάρχει ανάγκη να προστατευτεί κανείς.

Δανάη Δεληγεώργη: «Στο bullying εμφανίζονται σχεδόν πάντα 3 βασικά στοιχεία: επανάληψη, ανισορροπία δύναμης και πρόθεση ταπείνωσης». 

Δεν είναι μια στιγμιαία αστεία ατάκα. Είναι κάτι που συμβαίνει ξανά και ξανά. Και σχεδόν πάντα υπάρχει μια ανισορροπία: ένα παιδί που έχει περισσότερη δύναμη (κοινωνική, σωματική ή ομαδική) και ένα άλλο που δυσκολεύεται να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Υπάρχει και ένας πολύ πρακτικός κανόνας που συχνά βοηθά τους ενήλικες να το ξεχωρίσουν:  αν μόνο ο ένας γελάει, δεν μιλάμε για πείραγμα.

Γιατί το πιο αξιόπιστο κριτήριο είναι σχεδόν πάντα το συναίσθημα του παιδιού. Αν ένα παιδί φεύγει από μια «πλάκα» νιώθοντας φόβο, ντροπή ή ταπείνωση, τότε κάτι δεν είναι αθώο, ακόμη κι αν οι γύρω το βαφτίζουν αστείο.

Και ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις πιο σημαντικές ευθύνες των ενηλίκων. Να θυμόμαστε ότι τα παιδιά πολλές φορές δεν έχουν τη δύναμη να υπερασπιστούν μόνα τους τη γραμμή.

Αν δεν την προστατεύσουμε εμείς, η «πλάκα» μπορεί πολύ εύκολα να γίνει κανονικοποιημένη βία.

– Τι λέμε σε έναν γονέα που αρνείται πεισματικά ότι το παιδί του ασκεί βία;

Η άρνηση είναι ίσως η πιο ανθρώπινη αντίδραση. Για έναν γονέα είναι πολύ δύσκολο να ακούσει ότι το παιδί του μπορεί να πληγώνει άλλα παιδιά. Αγγίζει κάτι πολύ βαθύ: την εικόνα που έχει για το παιδί του, αλλά και για τον εαυτό του ως γονέα.

Και όταν κάποιος νιώθει ότι κατηγορείται, το πρώτο ένστικτο είναι να κλείσει την πόρτα. Γι’ αυτό φράσεις όπως «το παιδί σας είναι θύτης» συνήθως δεν βοηθούν.  Δημιουργούν άμυνα, όχι συνεργασία. Πολύ πιο ουσιαστικό είναι να μετακινηθεί η συζήτηση από τις ταμπέλες στις συμπεριφορές.

Για παράδειγμα: «Υπάρχουν επαναλαμβανόμενα περιστατικά στο σχολείο όπου φαίνεται ότι δυσκολεύεται στη σχέση με τους συμμαθητές του. Θα ήταν σημαντικό να το δούμε μαζί για να καταλάβουμε τι συμβαίνει και πώς μπορούμε να το βοηθήσουμε.»

Όταν ο γονέας νιώσει ότι δεν βρίσκεται απέναντι σε κατηγορητήριο αλλά σε μια συμμαχία, τότε υπάρχει χώρος να ακούσει. Γιατί τελικά αυτό είναι κάτι που συχνά ξεχνάμε: όταν ένα παιδί ασκεί βία, δεν υπάρχει μόνο ένα παιδί που χρειάζεται προστασία. Υπάρχει και ένα άλλο παιδί που χρειάζεται καθοδήγηση πριν αυτή η συμπεριφορά γίνει ταυτότητα.

– Αν ένα παιδί μας εκμυστηρευτεί ότι το εκφοβίζουν, ποια είναι η πρώτη κουβέντα που πρέπει να του πούμε; Υπάρχει κάποια φράση που μπορεί να το κάνει να κλειστεί περισσότερο στον εαυτό του;

Η πρώτη αντίδραση ενός γονιού είναι καθοριστική. Γιατί εκείνη τη στιγμή το παιδί δεν φέρνει απλώς μια πληροφορία. Φέρνει ευαλωτότητα. Και δοκιμάζει αν υπάρχει χώρος να την κρατήσει κάποιος. Η πιο σημαντική φράση είναι απλή, αλλά βαθιά: «Σε ακούω. Σε πιστεύω. Χαίρομαι που μου το είπες. Είμαι εδώ».

Με αυτή τη φράση το παιδί λαμβάνει κρίσιμα 2 μηνύματα. Πρώτον, ότι δεν είναι μόνο του. Και 2ον, ότι έκανε κάτι σωστό μιλώντας. Γιατί για πολλά παιδιά το να μιλήσουν είναι ήδη μια μεγάλη υπέρβαση.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν φράσεις που συχνά λέγονται με καλή πρόθεση αλλά μπορεί να κλείσουν την πόρτα της επικοινωνίας: «Μην δίνεις σημασία», «Υπερβάλλεις», «Έτσι είναι τα παιδιά».

Όταν ένα παιδί ακούει τέτοιες φράσεις, το μήνυμα που μπορεί να λάβει δεν είναι «σε προστατεύω», αλλά «αυτό που νιώθεις δεν είναι τόσο σημαντικό». Και τότε πολλές φορές επιστρέφει στη σιωπή.

Το επόμενο βήμα δεν είναι να δώσουμε αμέσως λύσεις. Είναι να δώσουμε χώρο. Να ακούσουμε χωρίς να διακόπτουμε, χωρίς να βιαζόμαστε να διορθώσουμε τα πράγματα. Και μετά να κάνουμε μια πολύ ουσιαστική ερώτηση: «Τι θα σε έκανε να νιώσεις πιο ασφαλής;»

Δανάη Δεληγεώργη: «Το πιο θεραπευτικό πράγμα που μπορεί να βιώσει ένα παιδί που λέει ότι είναι θύμα bullying είναι να καταλάβει ότι η φωνή του όχι απλώς ακούστηκε, αλλά έχει βάρος».

– Ποιος είναι ο πιο μεγάλος μύθος γύρω από το bullying και τη βία στο σχολείο που πρέπει να ξεπεράσουμε σαν κοινωνία; 

Ίσως ο πιο βαθιά ριζωμένος μύθος συνοψίζεται σε μια φράση που έχουμε ακούσει σχεδόν όλοι μεγαλώνοντας «Παιδιά είναι μωρέ… έτσι κάνουν.» Αυτή η φράση μοιάζει αθώα, αλλά στην πραγματικότητα έχει σιωπήσει πάρα πολλές ιστορίες.

Όταν μια κοινωνία υποβαθμίζει τη βία, το μήνυμα που στέλνει είναι ότι ο πόνος του παιδιού είναι κάτι μικρό, κάτι που «θα περάσει». Το bullying όμως δεν είναι παιχνίδι.

Και το παιδί που πληγώνεται δεν είναι ούτε υπερβολικό ούτε «ευαίσθητο».

Στην πραγματικότητα, όταν λέμε σε ένα παιδί «μην δίνεις σημασία», του ζητάμε κάτι παράδοξο: να αγνοήσει μια εμπειρία που το κάνει να νιώθει μικρό, εκτεθειμένο ή μόνο. Και έτσι, αντί να καλλιεργούμε ανθεκτικότητα, καλλιεργούμε κάτι άλλο: μια κουλτούρα σιωπής.

Η αλήθεια είναι ότι η ψυχική ανθεκτικότητα δεν χτίζεται όταν ένα παιδί μαθαίνει να καταπίνει τον πόνο του. Χτίζεται όταν μαθαίνει ότι μπορεί να τον ονομάσει, να τον μοιραστεί και να βρει υποστήριξη.

Δανάη Δεληγεώργη: «Ο μεγαλύτερος μύθος που πρέπει να ξεπεράσουμε σαν κοινωνία είναι ότι το bullying είναι απλώς “μέρος του μεγαλώματος”».

Γιατί αν κάτι μας δείχνει η εμπειρία, είναι το αντίθετο. Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη βία στην παιδική ηλικία διαμορφώνει τον τρόπο που θα ανεχόμαστε ή θα αντιστεκόμαστε στη βία σε όλη μας τη ζωή.

– Bλέπουμε μια έξαρση βίντεο με συμπλοκές ανηλίκων που ανεβαίνουν στα social  media (TikTok/Telegram). Πώς αλλάζει η ψυχολογία του θύματος όταν η ταπείνωση δεν μένει στο προαύλιο, αλλά γίνεται viral; 

Για πολλά χρόνια το bullying είχε έναν «χώρο». Συνέβαινε στο προαύλιο, στον διάδρομο του σχολείου, στη γειτονιά. Ήταν επώδυνο, αλλά είχε ένα όριο στον χρόνο και στον τόπο. Σήμερα αυτό το όριο έχει σχεδόν εξαφανιστεί.

Όταν μια σκηνή βίας καταγράφεται και ανεβαίνει στα social media, το παιδί δεν βιώνει μόνο το περιστατικό. Βιώνει κάτι πολύ πιο σύνθετο: τη δημόσια έκθεσή του. Μια στιγμή αδυναμίας μετατρέπεται σε θέαμα.

Και το πιο σκληρό στοιχείο είναι ότι το γεγονός δεν τελειώνει όταν τελειώνει η σύγκρουση. Με κάθε προβολή, κάθε κοινοποίηση, κάθε σχόλιο, η εμπειρία αναπαράγεται. Το τραύμα, με έναν τρόπο, πατά συνεχώς “play”.

Για το παιδί αυτό δημιουργεί ένα πολύ έντονο αίσθημα ντροπής και απώλειας ελέγχου. Δεν νιώθει μόνο ότι πληγώθηκε, αλλά ότι εκτέθηκε μπροστά σε ένα αόρατο πλήθος. Και όταν η ταπείνωση γίνεται δημόσια, το ψυχικό βάρος πολλαπλασιάζεται.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση που συχνά δεν συζητάμε αρκετά: το κοινό. Τα παιδιά που παρακολουθούν, που γελούν, που κάνουν share. Εκεί η βία παύει να είναι μόνο μια πράξη. Γίνεται περιεχόμενο.

Το πιο ανησυχητικό σημείο της εποχής μας είναι ότι η ταπείνωση ενός παιδιού μπορεί να μετατραπεί σε ψυχαγωγία.

Αν θέλουμε πραγματικά να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο, χρειάζεται να μιλήσουμε όχι μόνο για τα παιδιά που εμπλέκονται, αλλά και για την κουλτούρα που δημιουργούμε γύρω από τη βία όταν την καταναλώνουμε σαν θέαμα.

– Βλέπουμε παιδιά να παρακολουθούν με τα κινητά τους χωρίς να παρεμβαίνουν.  Γιατί η ελληνική σχολική κοινότητα δυσκολεύεται τόσο πολύ να καλλιεργήσει την ενσυναίσθηση του «τρίτου πόλου»; 

Υπάρχει μια παλιά φράση που λέει: «ουδείς εκών κακός». Κανείς δεν επιλέγει συνειδητά το κακό απλώς για το κακό. Και αυτό ισχύει συχνά και για τα παιδιά που σηκώνουν το κινητό και καταγράφουν αντί να παρέμβουν. Πίσω από αυτή τη στάση δεν υπάρχει μόνο αδιαφορία. Υπάρχει πολύ συχνά φόβος.

Στην εφηβεία η ομάδα λειτουργεί σχεδόν σαν μηχανισμός επιβίωσης. Η αποδοχή από την «αγέλη» έχει τεράστια σημασία. Ένα παιδί που σκέφτεται να παρέμβει φοβάται ότι μπορεί να γίνει το επόμενο στόχαστρο. Ότι θα χάσει τη θέση του μέσα στην ομάδα. Και έτσι επιλέγει κάτι που μοιάζει πιο ασφαλές: να γίνει θεατής.

Τα κινητά απλώς ενισχύουν αυτή τη στάση. Δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι κάποιος καταγράφει ένα γεγονός αντί να συμμετέχει σε αυτό. Όμως στην πραγματικότητα η καταγραφή χωρίς παρέμβαση είναι συχνά μια μορφή σιωπηλής συμμετοχής.

Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι πολλά παιδιά δεν έχουν μάθει τι σημαίνει να είσαι ο 3ος πόλος — ο μάρτυρας που επιλέγει να σταθεί δίπλα στο σωστό. Και αυτό δεν καλλιεργείται αυτόματα. Χρειάζεται κουλτούρα. Χρειάζεται επανάληψη. Χρειάζεται ενήλικες που να λένε καθαρά ότι η παρέμβαση δεν είναι «κάρφωμα». Είναι ευθύνη.

Δανάη Δεληγεώργη: «Η δυναμική του bullying δεν καθορίζεται μόνο από τον θύτη και το θύμα. Καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το τι κάνει ή τι δεν κάνει το πλήθος που βλέπει».

Και εκεί κρύβεται μια από τις πιο σημαντικές παιδαγωγικές προκλήσεις της εποχής μας: Να μάθουμε στα παιδιά ότι η ουδετερότητα απέναντι στη βία δεν είναι ουδέτερη.  Είναι επιλογή.

– Ως ειδικός, πιστεύετε ότι η καταστολή αρκεί για να φρενάρει το φαινόμενο ή απλώς κρύβουμε το πρόβλημα κάτω από το χαλί; 

Οι ποινές έχουν έναν ρόλο. Τα παιδιά  όπως και οι ενήλικες χρειάζονται σαφή όρια. Ένα σχολείο που δεν βάζει όρια στέλνει το μήνυμα ότι η βία μπορεί να περάσει χωρίς συνέπειες. Αλλά υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο όριο και στη λύση.

Η τιμωρία μπορεί να σταματήσει μια συμπεριφορά εκείνη τη στιγμή. Δεν αλλάζει όμως απαραίτητα τον λόγο που τη δημιούργησε. Και όταν δεν αγγίζουμε την αιτία, το φαινόμενο συχνά δεν εξαφανίζεται, απλώς μετακινείται ή γίνεται πιο κρυφό.

Ένα παιδί που νιώθει ότι απλώς τιμωρήθηκε, χωρίς να καταλάβει τι συνέβη και γιατί, μπορεί να μάθει μόνο ένα πράγμα: να μην πιαστεί την επόμενη φορά.

Η ουσιαστική αντιμετώπιση του bullying είναι πιο απαιτητική. Δεν είναι μόνο ζήτημα πειθαρχίας, αλλά και παιδείας. Χρειάζεται να μάθουμε στα παιδιά πράγματα που συχνά θεωρούμε αυτονόητα αλλά δεν τα διδάσκουμε ποτέ συστηματικά: πώς να αναγνωρίζουν και να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, πώς να αντέχουν τη ματαίωση χωρίς να καταφεύγουν στη βία, πώς να σχετίζονται με την ομάδα χωρίς να χρειάζεται να επιβληθούν.

Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται συνεργασία. Το σχολείο μόνο του δεν μπορεί να το κάνει. Ούτε η οικογένεια μόνη της.

Δανάη Δεληγεώργη: «Το bullying δεν είναι μόνο μια συμπεριφορά που πρέπει να τιμωρηθεί. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που πρέπει να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά να το αναγνωρίζουν, να το αμφισβητούν και να μην το αναπαράγουν».

Τα όρια είναι απαραίτητα. Αλλά χωρίς παιδεία, τα όρια από μόνα τους δεν αλλάζουν κουλτούρα.

– Τα χαρισματικά παιδιά ή τα παιδιά με υψηλή νοημοσύνη συχνά στοχοποιούνται επειδή ξεχωρίζουν. Πώς μπορεί ένα τέτοιο παιδί να διαχειριστεί την απομόνωση χωρίς να θυσιάσει την προσωπικότητά του για να γίνει αποδεκτό; 

Οι κοινωνίες και ειδικά οι μικρές κοινωνίες όπως μια σχολική τάξη έχουν μια παράξενη σχέση με τη διαφορετικότητα. Συχνά πριν την κατανοήσουμε, προσπαθούμε να τη μικρύνουμε. Να τη φέρουμε πιο κοντά στο «κανονικό».

Και έτσι ένα παιδί που ξεχωρίζει είτε λόγω υψηλής νοημοσύνης, είτε λόγω ιδιαίτερης ευαισθησίας, είτε επειδή σκέφτεται διαφορετικά, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με κάτι που δεν περιμένει: την απομόνωση.

Τα τελευταία χρόνια οι νευροεπιστήμες μιλούν όλο και περισσότερο για τη νευροποικιλότητα. Για την ιδέα ότι οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι δεν είναι ίδιοι και δεν χρειάζεται να είναι. Το «καλούπι του φυσιολογικού» αρχίζει να ραγίζει.

Όμως τα παιδιά συχνά το μαθαίνουν αυτό πολύ αργότερα. Στην αρχή βιώνουν κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο: την αίσθηση ότι είναι «πολύ κάτι». Πολύ γρήγορα, πολύ περίεργα, πολύ διαφορετικά.

Και τότε εμφανίζεται ένας πολύ συνηθισμένος μηχανισμός: το masking. Η προσπάθεια να κρύψει κανείς κομμάτια του εαυτού του για να γίνει πιο αποδεκτός. Να μιλήσει λιγότερο, να μην δείξει τόσο τον ενθουσιασμό του, να μην ξεχωρίζει τόσο.

Δανάη Δεληγεώργη: «Όταν ένα παιδί αρχίζει να μικραίνει τον εαυτό του για να χωρέσει, συχνά χάνει την αυθεντικότητά του». 

Το σημαντικό μήνυμα που χρειάζεται να λάβει είναι αυτό: ο εαυτός του δεν είναι πρόβλημα προς διόρθωση. Η πραγματική λύση δεν είναι να προσπαθήσει να γίνει πιο «κανονικό». Είναι να βρει χώρους και ανθρώπους όπου η διαφορετικότητά του δεν θα είναι βάρος αλλά γέφυρα σύνδεσης.

Γιατί σχεδόν πάντα, κάπου εκεί έξω, υπάρχουν κι άλλα παιδιά που σκέφτονται,  νιώθουν και βλέπουν τον κόσμο με παρόμοιο τρόπο.  Και όταν αυτά τα παιδιά συναντηθούν, συμβαίνει κάτι όμορφο. Αυτό που κάποτε ένιωθε σαν μοναξιά, αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με ταυτότητα.

– Υπάρχει σύνδεση του bullying με τον σεξισμό; Πώς μπορούμε να διδάξουμε στα αγόρια ότι η επιβολή και η κυριαρχία δεν είναι «ανδρισμός», και στα κορίτσια ότι η υποταγή δεν είναι «ευγένεια»; 

Υπάρχει, και μάλιστα πιο βαθιά απ’ όσο συχνά αντιλαμβανόμαστε.

Δανάη Δεληγεώργη: «Το bullying πολλές φορές δεν είναι μόνο μια πράξη βίας. Είναι και μια πρόβα εξουσίας: ένα παιδί που δοκιμάζει πώς είναι να κυριαρχεί πάνω σε κάποιον άλλο». 

Και εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι τα στερεότυπα που κουβαλάμε για τα φύλα. Για δεκαετίες μεγαλώσαμε παιδιά με πολύ συγκεκριμένα μηνύματα. Ότι τα αγόρια πρέπει να είναι σκληρά, να μην δείχνουν ευαλωτότητα, να επιβάλλονται.

Και ότι τα κορίτσια πρέπει να είναι ήσυχα, ευγενικά, να μην «κάνουν φασαρία». Αν το σκεφτούμε ψύχραιμα, αυτά τα στερεότυπα εγκλωβίζουν και τα 2.

Ένα αγόρι που μαθαίνει ότι η αξία του συνδέεται με τη δύναμη μπορεί να αρχίσει να πιστεύει ότι η επιβολή είναι τρόπος να αποδείξει τον ανδρισμό του. Και ένα κορίτσι που μαθαίνει ότι πρέπει πάντα να είναι ευγενικό μπορεί να δυσκολευτεί να βάλει όρια όταν κάποιος το πληγώνει. Τα στερεότυπα δημιουργούν το έδαφος όπου η βία μπορεί να νομιμοποιηθεί.

Δανάη Δεληγεώργη: «Ίσως το πρώτο βήμα είναι να θυμηθούμε ότι στο σχολείο και στην οικογένεια μεγαλώνουμε πρωτίστως ανθρώπους, όχι απλώς αγόρια και κορίτσια». 

Αντί να λέμε στα αγόρια «να είσαι δυνατός» και στα κορίτσια «να είσαι καλό παιδί», μπορούμε να διδάσκουμε κάτι πιο ουσιαστικό. Ότι όλοι οι άνθρωποι θυμώνουμε, φοβόμαστε, συγκινούμαστε, πληγωνόμαστε και έχουμε δικαίωμα να βάζουμε όρια. Ο σεβασμός, η ενσυναίσθηση και η ισότητα δεν είναι απλώς αξίες ευγένειας.  Είναι δεξιότητες πρόληψης της βίας.

Το πιο απελευθερωτικό μήνυμα για τα παιδιά είναι ότι ο πραγματικός σεβασμός δεν έχει φύλο και η δύναμη δεν μετριέται από το πόσο μπορείς να κυριαρχήσεις πάνω σε κάποιον άλλο, αλλά από το πόσο χώρο μπορείς να αφήσεις για να υπάρξουν όλοι.