IN MEMORIAM

Η Gloria Steinem ήταν μια ακούραστη φεμινίστρια που μας έμαθε τι πραγματικά σημαίνει ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη

AP Photo/Richard Drew, File

Η Gloria Steinem, φεμινίστρια και δημοσιογράφος, της οποίας ο ακτιβισμός έφερε επανάσταση στην προσωπική και επαγγελματική ζωή των γυναικών, πέθανε σε ηλικία 92 ετών. Ήταν το πρόσωπο ενός κινήματος που άλλαξε ριζικά τα δικαιώματα των γυναικών. Αφιέρωσε τη ζωή της σε αγώνες και δράσεις για την αναπαραγωγική ελευθερία, την πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας και τις έμφυλες ανισότητες στον χώρο εργασίας. Ο θάνατός της ανακοινώθηκε με ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. 

Η Gloria Steinem ήταν πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας

Το μεγαλύτερο δώρο της Gloria Steinem ήταν η ικανότητά της να ακούει τους άλλους και ότι για περισσότερο από μισό αιώνα εκπροσωπούσε το γυναικείο κίνημα και έγινε το σύμβολό του και μια από τις πιο αναγνωρίσιμες γυναίκες στον κόσμο. Ήταν μια απίθανη επαναστάτρια που πίστευε ακράδαντα ότι οι γυναίκες πρέπει να μπορούν να ζήσουν όποια ζωή επιλέξουν. Έγραφε δοκίμια και έδινε διαλέξεις μέχρι τα 90 της. Ήταν συγγραφέας σχεδόν 12 σημαντικών nonfiction βιβλίων. Το τελευταίο της βιβλίο, An Unexpected Life, θα εκδοθεί στα τέλη Σεπτεμβρίου.

Ξεχώρισε με το ρεπορτάζ, το A Bunny’s Tale, για το περιοδικό Show το 1963. Στριμωγμένη σε έναν πολύ μικρό, μπλε ηλεκτρίκ σατέν κορσέ, με παπιγιόν στο λαιμό της και ένα ζευγάρι σατέν αυτιά κουνελιού να κρέμονται στο κεφάλι της, εργαζόταν μυστικά ως σερβιτόρα στο Playboy Club στη Νέα Υόρκη.Αποκάλυψε τις εξευτελιστικές συνθήκες εργασίας σε εκείνο το άβατο αντρικής φαντασίωσης. 

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη δημοσίευση του άρθρου, η Gloria Steinem δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει άλλες θέσεις εργασίας. 

«Όταν ξεκινήσαμε, δεν υπήρχε καν όρος για τη σεξουαλική παρενόχληση», έλεγε συχνά η Gloria Steinem. «Απλώς λεγόταν ζωή». Όταν έψαχνε για δουλειά στη Νέα Υόρκη, ένας συντάκτης του Life την απέρριψε. «Χρειαζόμαστε έναν δημοσιογράφο», της είπε, «όχι ένα όμορφο κορίτσι». Ο Clay Felker, ο συντάκτης του περιοδικού New York και μέντορας της, είπε ότι της έδωσε μια δουλειά επειδή είχε «υπέροχα πόδια». Εκείνη την εποχή, οι γυναίκες δεν θεωρούνταν σοβαρές δημοσιογράφοι. Ήθελε να καλύπτει την πολιτική, αλλά είχε κολλήσει σε προφίλ διασημοτήτων.

Μέχρι το 1968, είχε γίνει συνιδρύτρια του περιοδικού New York. Γράφοντας μια μηνιαία πολιτική στήλη, με τίτλο The City Politic, βρήκε τη φωνή της. Το 1969, έγραψε το πρώτο της ανοιχτά φεμινιστικό δοκίμιο, με τίτλο Μετά τη Μαύρη Δύναμη, η Απελευθέρωση των Γυναικών

Ηγήθηκε διαμαρτυριών, έγραψε δοκίμια και εκφώνησε ομιλίες, ασχολήθηκε με την πολιτική οργάνωση, βοήθησε στην ίδρυση κέντρων αντιμετώπισης βιασμών και καταφυγίων για κακοποιημένες γυναίκες, ίδρυσε πολυάριθμες ομάδες που προωθούσαν τα γυναικεία δικαιώματα. Το 1971, συνίδρυσε τη Συμμαχία Δράσης Γυναικών , η οποία, μέχρι το 1997, παρείχε υποστήριξη σε ένα δίκτυο φεμινιστριών ακτιβιστριών και εργάστηκε για την προώθηση φεμινιστικών σκοπών και νομοθεσίας.  

Μερικά από τα επιτεύγματα του γυναικείου κινήματος (οικονομική ανεξαρτησία, νομικά δικαιώματα και προστασία, διείσδυση σε όλα τα επίπεδα σχεδόν κάθε επαγγέλματος, σύντροφοι που μοιράζονται τις οικιακές ευθύνες) μπορεί να θεωρούνται δεδομένα σήμερα. Αλλά ήταν αδιανόητα όταν ξεκίνησε το φεμινιστικό κίνημα. Οι γυναίκες ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, με λίγα νομικά δικαιώματα, μικρή οικονομική ανεξαρτησία και καμία αυτονομία επί του σώματός τους.

Χρειάζονταν την υπογραφή ενός άνδρα για να λάβουν πιστωτική κάρτα ή τραπεζικό δάνειο. Οι πολιτείες είχαν μια «εξαίρεση γάμου» που επέτρεπε σε έναν σύζυγο να βιάσει τη σύζυγό του χωρίς φόβο νομικών συνεπειών.

Το 1971, μια ισχυρή ομάδα φεμινιστριών (ανάμεσά τους η ευρέως αναγνωρισμένη ως η «μητέρα» του 2ου κύματος φεμινισμού Betty Friedan, η Gloria Steinem, οι βουλεύτριες Bella Abzug και Shirley Chisholm -και οι 2 Δημοκρατικές από τη Νέα Υόρκη- και άλλες, συμπεριλαμβανομένης της Jill Ruckelshaus -μιας εξέχουσας Ρεπουμπλικανής ακτιβίστριας) ίδρυσαν την Εθνική Πολιτική Συνέλευση Γυναικών για να προωθήσουν την Τροπολογία για τα Ίσα Δικαιώματα και να εκλέξουν γυναίκες σε δημόσια αξιώματα.

Μεγάλο μέρος της εχθρότητας απέναντί ​​της ήταν δημόσιο και απροκάλυπτο  

Αυτή και άλλες ανύπαντρες φεμινίστριες παρουσιάστηκαν ως λεσβίες που μισούσαν τους άντρες και έκαιγαν σουτιέν με σκοπό να ανατρέψουν την κοινωνική τάξη και να καταστρέψουν την αμερικανική οικογένεια. 

Η Gloria Steinem και μια ομάδα φεμινιστριών είχαν την τόλμη να ξεκινήσουν μια έκδοση που δεν είχε καμία σχέση με τα παραδοσιακά γυναικεία περιοδικά, μιλούσαν για θέματα όπως η άμβλωση, η ενδοοικογενειακή βία και η ίση αμοιβή για ίση εργασία. Το περιοδικό Ms. ιδρύθηκε το 1971 και χρησίμευσε ως το μανιφέστο του κινήματος, ως θερμοκοιτίδα για κοινωνικό μετασχηματισμό. 

Το πρώτο πλήρες αυτοτελές τεύχος κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1972. Το άρθρο στο εξώφυλλο, με τίτλο Η Στιγμή της Αλήθειας για τη Νοικοκυρά, εξερευνούσε τις συγκρούσεις που υπάρχουν στη διασταύρωση της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής. Επίσης, περιείχε μια υπογεγραμμένη λίστα 53 γνωστών γυναικών που παραδέχτηκαν ότι είχαν ζητήσει παράνομες αμβλώσεις.

Δεν απέκτησε παιδιά, μια επιλογή για την οποία είπε ότι δεν μετάνιωσε ποτέ

Η μητέρα της Gloria Steinem ήταν μια από τις πρώτες γυναίκες δημοσιογράφους και συντάκτριες στην εφημερίδα The Blade of Toledo. Αγαπούσε τη δουλειά και συνέχισε να την κάνει για μια δεκαετία μετά τον γάμο, κάποιος έπρεπε να πληρώσει τους λογαριασμούς. Είχε επίσης μια εξωσυζυγική σχέση και στη συνέχεια υπέστη νευρικό κλονισμό, εθίστηκε σε ηρεμιστικά και πέρασε 2 χρόνια σε σανατόριο, όλα αυτά πριν γεννηθεί η κόρη της. Αυτή η παιδική ηλικία επηρέασε την άποψή της για τον γάμο και τα παιδιά, τα οποία θεωρούσε παγίδα. Mαστιζόταν από έλλειψη αυτοεκτίμησης. 

Το 2000, η ​​Gloria Steinem παράβλεψε την αλλεργία της για τον γάμο και παντρεύτηκε τον David Bale, έναν ακτιβιστή κοινωνικής δικαιοσύνης που γεννήθηκε στη Νότια Αφρική (και πατέρα του ηθοποιού Christian Bale). Ήταν 66 ετών. Αρχικά αρνήθηκε τις φήμες ότι τον είχε παντρευτεί επειδή χρειαζόταν πράσινη κάρτα, αλλά χρόνια αργότερα παραδέχτηκε ότι αυτό είχε συμβεί. 

Μισούσε να σπαταλάει χρόνο και σπάνια το έκανε. Έχοντας φροντίσει τη μητέρα της για τόσο καιρό,ένιωθε μια ψυχαναγκαστική ανάγκη να είναι χρήσιμη.