LIFE

6 ποιήματα για τον Σεπτέμβριο και το φθινόπωρο

Το καλοκαίρι είναι ακόμα εδώ και το νιώθεις, όμως η πρώτη του Σεπτέμβρη ήρθε σήμερα να σου θυμίσει το τέλος της πιο ανέμελης εποχής του χρόνου, αυτής που από παιδί έχεις συνδέσει με τις απλωτές στη θάλασσα, τον μεσημεριανό ύπνο σε δροσερά σεντόνια, τα σύκα το απόγευμα σε κάποια αυλή, τα φιλιά στα σκοτάδια κάτω από τον έναστρο ουρανό με μουσική υπόκρουση τζιτζίκια και τριζόνια. Το φθινόπωρο που έρχεται όμως, κρύβει κι αυτό τη μαγεία του, αυτή των νέων κύκλων που ανοίγουν, αυτή της πρώτης βροχής που σε ανακουφίζει από τη ζέστη, αυτή των δεκάδων χρωμάτων στα φύλλα των δένδρων και του στροβιλίσματος του ανέμου στα κλαδιά τους, στα μαλλιά σου και την ψυχή σου. Ας το υποδεχτούμε, λοιπόν, ποιητικά να αντλήσουμε από τους στίχους Ελλήνων ποιητών την έμπνευση για να το ζήσουμε όπως πρέπει. Με συναίσθημα και με μαγεία.

Διάβασε κι αυτό: 5 ποιήματα για τον Αύγουστο

Αποδημητικές Καλημέρες – Κική Δημουλά

Άρχισε ψύχρα.

Το γύρισε ο καιρὸς σε αναχώρηση.

 

Η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη

ξοδεύτηκε σε κάποια υδρορροή.

Ως χθες ακόμα όλα έρχονταν.

Ζέστες, η διάθεση για φως,

λόγια, πουλιά,

πλαστογραφία ζωής.

Γονιμοποιούνταν κάθε βράδυ τα φεγγάρια,

πολλοί διάττοντες έρωτες

ήρθαν στον κόσμο τον περασμένο μήνα.

 

Τώρα η γνωστή ψύχρα

κι όλα να φεύγουν.

 

Ζέστες, πουλιά, η διάθεση για φως.

 

Φεύγουν τα πουλιά, ακολουθούν τα λόγια

η μία ερήμωση τραβάει πίσω της την άλλη

με λύπη αυτοδίδακτη.

Ήδη αποσυνδέθηκε το φως από την επανάπαυση

κι από τις καλημέρες σου.

Τα παράθυρα ενδίδουν.

Το χέρι του μεταβλητού κλείνει τα τζάμια,

άλλοι λεν ως την άνοιξη,

άλλοι φοβούνται διά βίου.

 

Κι εσύ τί κάθεσαι;

Καιρός να μπεις κι εσύ στα αλλαγμένα.

Να γίνεις ότι αναρωτιόμουν πέρυσι:

«ποιος ξέρει τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο;».

Καιρός να γίνεις «τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο».

Άρχισε ψύχρα.

Ρίξε στην πλάτη σου ένα ρούχο ἀποδημίας.

 

Διάβασε επίσης: Ο έρωτας, όνομα ουσιαστικό, πολύ ουσιαστικό. Ο αριθμός δικός σου

 

Αρχάγγελος Σεπτεμβρίου βοά μέσα στην πόλη – Ανδρέας Εμπειρίκος

Τις μέρες τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη

βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η

γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους

κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες

των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι

οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών

κτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ‘ναι πάντα καλοκαίρι (γιατί

όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος) ανα-

γαλλιάζουν οι ψυχές, και ο Έρωτας, ο πιο ξανθός αρχάγγε-

λος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε

κορμί: Τα ρούχα πέτα, γδύσου.

Τίποτε μη φοβάσαι.

Έαρ, χειμώνας, θέρος-

όπου κι αν είσαι-

είναι η ρομφαία μου μαζί σου.

Αφιέρωση – Μαρία Πολυδούρη (Οι τρίλιες που σβήνουν)

Φίλε, του φθινοπώρου ήρθεν η Ώρα

στην πόρτα μου έξω. Κίτρινο φορεί

στεφάνι από μυρτιά. Στα νικηφόρα

χέρια της μία κιθάρα θλιβερή,

 

κιθάρα παλαιϊκή που κλει πληθώρα

μέσα της ήχους και ήχους. Ιερή

κοιτίδα. Κάθε πόνος, κάθε γνώρα

που ήταν γλυκιὰ και γίνηκε πικρή,

 

Ήχος μέσ᾿ στὴν καρδιά της αποστάζει.

Φίλε, του φθινοπώρου η Ώρα εκεί

στην πόρτα μου ήρθε δίχως να διστάζει

 

Και το κιθάρισμά της πότε πότε

σα να ‘τανε η φωνή σου η μυστικὴ

τους στίχους σου που μου τραγούδαες τότε.

Φθινόπωρο – Τάσος Λειβαδίτης

Ονειρεύομαι ένα άγαλμα να κλαίει μες στην ομίχλη,

έναν φυλακισμένο να τραγουδά,

μια γυναίκα να μην κλέβει τα χρόνια της,

ένα παιδί που να μη ρωτά.

Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου

να γείρει η χαμένη ζωή μου.

 

Ελένη – Οδυσσέας Ελύτης

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι

Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές

Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια

ο καιρός

Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές

ναυάγησαν στα σύννεφα

Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας

Κι είμαστε —σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη—

Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

 

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη

Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις

Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη

Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας

Μια που υπάρχει αλλού

Καταπράσινη πεδιάδα πέρ’ από το γέλιο σου ώς τον ήλιο

Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι

Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ’ αντιμετωπίσουμε

Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής

Ένα θολό συναίσθημα

Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν κι απομακρύνονται

 

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας

Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου

Το φως στον άσπιλο ουρανό

Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική

Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα

Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός

Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση

Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως

Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη

Που δε βλέπει τίποτε

Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα

του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο

Γιατί έγινε κιόλας

Ποίημα στίχος μ’ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα

και λόγια

Λόγια όχι σαν τ’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν:

Εσένα!

Και στη μελοποιημένη του εκδοχή από τον Μάνο Χατζιδάκι με τη φωνή του Δημήτρη Ψαριανού.

 

Παραίνεση – Νίκος Καρούζος

Να μη λυπάσαι που πέφτουν

τα φύλλα φθινόπωρο.

Η δική σου τρυφερότητα θαν τα φέρει

και πάλι στα δέντρα.

Δάκρυα μη χαλνάς· όλοι ανήκουμε

στην ανάσταση.