ΜΟΥΣΙΚΗ

3 προσωπικές ιστορίες πίσω από 3 θρυλικά τραγούδια των Deep Purple που Ε-ΕΡΧΟΝΤΑΙ

Με αφορμή την πολυαναμενόμενη συναυλία των Deep Purple την Τρίτη 13 Οκτωβρίου στο Telecom Center Athens (ΟΑΚΑ), θυμόμαστε 3 πολύ χαρακτηριστικές στιγμές της ζωής μας όπου το μουσικό χαλί είχε αυτό το «βαθύ μοβ» χρώμα.

Χωρίς τους Deep Purple το ροκ και η μέταλ θα ήταν λιγότερο μεγαλειώδη. Η μουσική θα έβγαζε λιγότερες σπίθες και το βιβλίο Γκίνες θα ήταν σίγουρα λιγότερο συναρπαστικό (κατέχουν τον τίτλο του πιο θορυβώδους συγκροτήματος στην ιστορία για τη συναυλία τους στο Rainbow Theatre το 1972 στο Λονδίνο). Η μπάντα που- μαζί με τους Black Sabbath και τους Led Zeppelin διαμόρφωσαν με ιερότητα «Αγίας Τριάδας» τον σκληρό ήχο στα 60s και τα 70s επιστρέφει στην Ελλάδα μετά από 15 χρόνια, για μια μοναδική συναυλία. Κι αυτή είναι η καλύτερη στιγμή να θυμηθούμε την πιο Deep Purple στιγμή, από τη ζωή μας βγαλμένη.

Η Μαριλέλλα Αντωνοπούλου άκουσε το Soldier of Fortune 56 φορές σε μία νύχτα

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με πολλά βινύλια, στην πλειονότητά τους ελληνικού ρεπερτορίου. Αυτό σημαίνει πως, για την προεφηβική ψυχή μου, σε μία εποχή όπου τα γρήγορα, γυαλιστερά CD ήταν πλέον συνυφασμένα με την ακρόαση, οι μερικές δεκάδες δίσκοι με λατινικούς χαρακτήρες στο εξώφυλλο έμελλαν να είναι η πρώτη σοβαρή επαφή με τα βασικά μουσικά είδη. Είχαμε Chopin, αλλά είχαμε και Ace of Base, είχαμε Elvis, αλλά είχαμε και Deep Purple.

Το Stormbringer για την ακρίβεια, που τον λες και «δίσκο της μεταπολίτευσης». Κυκλοφόρησε το 1974 και κατά κάποιο τρόπο λειτούργησε μεταβατικά για την μπάντα μιας και έναν χρόνο πριν, ο Ian Gillan και ο Roger Glover είχαν αποχωρήσει από το συγκρότημα λόγω εμφύλιων συγκρούσεων. Το 1974 ήταν λοιπόν η χρονιά της αλλαγής και για εμάς και για εκείνους. Δρόμοι παράλληλοι.

Εγώ με το Soldier of Fortune (το οποίο αν είναι δυνατόν, η μπάντα δεν έπαιξε ποτέ live εκείνη την εποχή, γιατί ο Jon Lord και ο Ian Paice θεώρησαν τη συγκεκριμένη έμπνευση των Blackmore και Coverdale «παραπάνω μαλακή από όσο πρέπει» για τον ήχο των Deep Purple) έπαθα πλάκα. Η 13χρονη ψυχή μου συγχρονίστηκε απόλυτα με τη μελαγχολία της μοναξιάς, το πέρασμα του χρόνου και την αίσθηση ενός περιπλανώμενου «μισθοφόρου» (soldier of fortune) που γερνάει μόνος. Όταν λοιπόν ήρθε στο σπίτι μια εφημερίδα με δώρο CD θρυλικές ροκ επιτυχίες των 70s, μπορείτε να καταλάβετε τι κράτησα και τι άφησα πάνω στον πάγκο της κουζίνας.

Και κάπου εκεί, ήρθε το πάρτι των γενεθλίων μου. Που είχε πολύ χορό, πολλή μπουκάλα και ακόμα πιο πολύ δράμα όπως κάθε πάρτι της Β’ Γυμνασίου που σέβεται τις ορμόνες των καλεσμένων του. Στην κανονική ροή της βραδιάς το Soldier of Fortune έπαιξε μια φορά, στο πρόγραμμα με τα μπλουζ. Όταν όμως τα φώτα άναψαν, το πάρτι σχόλασε και ήρθε η ώρα για τον απολογισμό, το ραδιοκασετόφωνο-CD, ακουμπησμένο πάνω στο στρώμα, έπαιζε στο repeat τον Στρατιώτη της Τύχης σε ακραίο repeat 3 ωρών που δεν θα άντεχε ούτε ο ίδιος ο Blackmore, δίπλα από 2- έφηβα πια- κορίτσια που καθισμένα ανακούρκουδα φορώντας σουέντ μίνι είχαν πολλά να πουν, μασουλώντας αποφάγια από τσιπς και μισοτελειωμένες πιατέλες με τοστ μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.

Η Λία Παπαϊωάννου αποστήθισε το Smoke on the water ένα καλοκαίρι στα Καμμένα Βούρλα

Δεν θυμάμαι πότε πρωτάκουσα το Smoke on the water, ήταν ανάμεσα στις κασέτες του μπαμπά μου που ‘χαν γραμμένες στη ράχη τους DEEP PURPLE με παχιά μωβ γράμματα, βγαλμένα από τη νιότη του. Θυμάμαι να προσπαθώ εμμονικά να μάθω αυτή την εισαγωγή που ποτέ κανείς δεν βαριέται σε ένα παλιό ξεκούρδιστο τζουρά στο σαλόνι του πατρικού μου, γιατί αυτό διαθέταμε από μουσικά όργανα. Η πιο ζωντανή μου όμως ανάμνηση είναι όταν έμαθα απέξω τους στίχους του τραγουδιού. Ήταν καλοκαίρι, ήμουν 12 χρονών κι είχαμε πάει camping με τους γονείς μου, τους φίλους τους κι ένα κάρο παιδιά στα Καμμένα Βούρλα (πόσο 90s το θες;). Από κάποια γειτονική σκηνή έπαιζε στο repeat το τραγούδι. Smoke on the water/ and fire in the sky, τουλάχιστον 3 ώρες κάθε μεσημέρι.

Κι ο 20άρης που το έπαιζε σε λούπα τραγουδούσε δυνατά «Σμολκ ον δε γουότερ» κι εμείς γελούσαμε, αλλά ταυτόχρονα μικροί μεγάλοι κουνούσαμε ρυθμικά τα πόδια κι αφηνόμασταν στο σόλο του Ritchie Blackmore ο καθένας στον κόσμο του κι όλοι μαζί στη μαγεία της μουσικής. Αυτό είναι που μου έρχεται πιο έντονα στο μυαλό όταν σκέφτομαι τους Deep Purple. Πώς μας έκαναν όλους κάτι αυγουστιάτικα μεσημέρια, boomers, GenX, millenials με έναν ήχο, έναν στίχο ένα θρυλικό reef στην κιθάρα.

Αυτό περιμένω να δω και στις 13 Οκτωβρίου 2026 στο Telekom Center στην Αθήνα, όπου οι Deep Purple επιστρέφουν για να μας θυμίσουν τι σημαίνει legendary rock που ζει για πάντα. Γενιές που γεφυρώνουν χάσματα νότα τη νότα και γίνονται ένα.

Για την Πηνελόπη Μποσταντζόγλου το Child in Time είναι ένας ύμνος κάθαρσης (και ένας καλός λόγος για να ουρλιάξει με την ψυχή της)

Υπάρχουν τραγούδια που τα ακούς και απλώς σου αρέσουν, κι υπάρχουν κι εκείνα που σου γρατζουνάνε την ψυχή. Για μένα, το Child in Time των Deep Purple ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Ένα κομμάτι που κάθε φορά που φτάνει στο επικό ξέσπασμα του Ian Gillan, νιώθω αυτό το χαρακτηριστικό σφίξιμο στο στομάχι.

Η ιστορία του γεννήθηκε το 1969, ενώ η μπάντα τζάμαρε πάνω σε ένα riff του Jon Lord, εμπνευσμένο από το Bombay Calling των It’s a Beautiful Day κι ο Gillan άρχισε να γράφει στίχους για την παρανοϊκή απειλή του πυρηνικού πολέμου.

«Ήμασταν στη μέση του Ψυχρού Πολέμου εκείνη την εποχή. Τα πράγματα ήταν τρομακτικά. Υπήρχε συνεχώς η απειλή ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος πάνω από τα κεφάλια μας», έχει εξομολογηθεί σε συνέντευξή του ο ίδιος ο Ian Gillan.

Για μένα, τα Child in Time δεν είναι απλώς ένα επικό progressive hard rock κομμάτι ή ένα ακόμα αντιπολεμικό anthem. Είτε το ακούω σε περιόδους κρίσης, είτε σε στιγμές που βιώνω προσωπικά αδιέξοδα, η κραυγή του Gillan λειτουργεί σαν κάθαρση: μια υπενθύμιση ότι όσο κι αν το σκοτάδι γύρω μάς πιέζει, η ανάγκη να ουρλιαξουμε μέχρι να ακουστούμε παραμένει ζωντανή.

Οι Deep Purple προσγειώνονται την Τρίτη 13 Οκτωβρίου για ένα εκρηκτικό live στην αρένα του Telecom Center Athens (ΟΑΚΑ). Μην τους χάσεις, εισιτήρια εδώ.