Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου- Watkinson/LadyLike.gr
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Μαρία Διακοπαναγιώτου έκανε την πιο αληθινή επανάσταση λέγοντας απανωτά «όχι»

MUA & HAIR STYLIST: ΙΩΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΗ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Δεν έχω περάσει καλύτερα σε φωτογράφιση με άνθρωπο που γνωρίζω μόνο ως μαγευτική ύπαρξη στο θέατρο. Η Μαρία Διακοπανγιώτου κάτω και πάνω στη σκηνή φέρει μαζί της τη γοητεία της αυθεντικότητας. Κι αυτό δεν μπορεί παρά να σπάει κάθε «πάγο». Στη διάρκεια της φωτογράφισής της για το LadyLike στο Θέατρο του Νέου Κόσμου (εκεί όπου στην κεντρική σκηνή θα συναντιέται για λίγες ακόμα παραστάσεις με τον (άλλο υπερταλαντούχο) Πάνο Παπαδόπουλο για να γεμίζουν με τις Καρέκλες τους την ψυχή του κοινού και τον χώρο, έφτιαχνε στη φαντασία της μια 2η και μία 3η φωτογράφιση με άλλα concept, γελούσε μαζί μας, μοιραζόταν σκέψεις, δημιουργούσε αισθήσεις και εικόνες μπροστά μας σαν παιδί.

Η Μαρία Διακοπαναγιώτου μετά από τουλάχιστον 25 χρόνια στο θέατρο καταπιάνεται για πρώτη φορά με τη σκηνοθεσία μαζί με τον καλό της φίλο Πάνο Παπαδόπουλο και μιλά στο κοινό για όλα τα υπαρξιακά ερωτήματα που απασχολούν όλους μας μέσα από τις Καρέκλες του Ευγένιου Ιονέσκο.

Ταυτόχρονα, επανασυστήνεται στον εαυτό της μέσα από μία περίοδο πολύ ουσιαστικού restart που κάνει έχοντας μετρήσει 2,5 χρόνια που έλεγε «όχι» σε προτάσεις, θέλοντας να ανακαλύψει τα δικά της όρια και να επιστρέψει με τους δικούς της όρους σε αυτό που αγαπά. Κι αυτό το restart το απολαμβάνει.

Όταν πια βρεθήκαμε καθισμένες οκλαδόν στη σκηνή και πατήθηκε το record της μαγνητοφώνησης, η Μαρία Διακοπαναγιώτου είχε υφάνει γύρω μας ένα κουκούλι οικειότητας, σύνδεσης και ενσυναίσθησης που δεν γινόταν να μην αισθανθώ. Κι ήθελα να τη γνωρίσω καλύτερα όχι απλά και μόνο γιατί ήμουν απέναντί της για μία συνέντευξη, αλλά επειδή με ενδιέφερε πραγματικά να τη μάθω.

Αυτά είναι τα δικά της λόγια:

Η Μαρία Διακοπαναγιώτου δεν ξέρει τι σημαίνει «δύσκολο παιδί»

«Έχω γεννηθεί στη Ρόδο. Ο μπαμπάς μου ήταν δάσκαλος, κι αν και δεν έχω ανάμνηση, ζήσαμε έναν χρόνο στην Τήλο. Είμαι από την Κω, οπότε μείναμε πολλά χρόνια και εκεί κι έπειτα φύγαμε με τη μαμά γιατί είναι τελωνειακός και πήρε μετάθεση στην Αθήνα. Εδώ είχαμε μείνει σε διάφορα μέρη.

Θυμάμαι να λέω πρώτη φορά ότι θα γίνω ηθοποιός, πολλά χρόνια πριν. Ήταν αφού είχα τελειώσει το σχολείο, γιατί αρχικά καμία σχέση δεν είχα, για μπαλαρίνα πήγαινα. Ήμουν σε μία φάση που έφευγα από το σχολείο και από το σπίτι και η μαμά μου με έγραψε σε μία θεατρική ομάδα. Κι άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου μέσα σε άλλα πράγματα. Θυμάμαι, ότι κάναμε την Ισμήνη του Ρίτσου και μάς είπε ο δάσκαλος “Κάν’ τε το όπως θέλετε”. Εγώ τότε έγραφα τραγούδια, ράπαρα και το έκανα έτσι. Και πήρα την επιβεβαίωση ότι είναι ωραίο αυτό που έκανα. Άρχισα λοιπόν να βλέπω τον εαυτό μου πιο πολύ μέσα σε αυτό. Κι έπειτα με πήγε στην Επίδαυρο, η μητέρα μου πάλι, και με μάγεψε όλο αυτό. Ήταν κάπως ντόμινο μέχρι να πω “αυτό θέλω να κάνω”».

Μαρία Διακοπαναγιώτου: «Ήμουν πολύ δύσκολη ως παιδί. Ασχέτως που το λέει η μητέρα μου, το λέω κι εγώ. Τώρα πια όμως που είμαι σε αυτή την ηλικία κάνω σκέψεις κι αναρωτιέμαι τι θα πει και “δύσκολη” για ένα παιδί; Λογικό δεν είναι να έχει αντίδραση; Φαντάσου ένα παιδί που είναι συνέχεια ήσυχο. Κι αυτό περίεργο είναι».

«Εγώ δεν μεγάλωσα εύκολα. Θέλω να πω οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν 4 χρονών. Με άφηνε η μαμά μου πολύ συχνά μόνη και έλεγε ας πούμε στη γειτόνισσα να με προσέχει, που έμενε από κάτω. Επιπλέον με έκανε όταν ήταν 20 χρονών, πολύ μικρή. Μεγαλώσαμε παρέα. Όταν πήγαινε στη δουλειά, ερχόταν κάθε μία ώρα στο σπίτι να δει αν ζω ή αν πέθανα. Θέλω να πω, όλο αυτό είναι και για τις 2 μας πολύ τραυματικό. Έχω μεγαλώσει έτσι, οπότε όλα αυτά γράφονται σε ένα παιδί που τώρα τα βλέπει εκ των υστέρων, τώρα του έρχονται οι πληροφορίες δεν ξέρει πώς είναι τα πράγματα και δεν αφομοιώνονται εκείνη τη στιγμή. Την επεξεργασία την κάνεις χρόνια μετά, κι αν την κάνεις.

Ευτυχώς εγώ την έχω κάνει την επεξεργασία μου για όλα αυτά, έχω συγχωρέσει διάφορα. Οπότε ναι, τι θα πει και “δύσκολο παιδί”; Για τα δεδομένα αυτά ήμουν μια χαρά».

Μια ηθοποιός- αθλήτρια

«Πάντως είχα από μικρή την ανάγκη να εκφράζομαι. Ήθελα να χορεύω, ζωγράφιζα ή όταν ήμουν στη γιαγιά μου, στο βενζινάδικο που είχε, θυμάμαι ότι “έκανα” δικαστήριο, έπαιζα τους δικηγόρους, τους δικαστές κλπ. Θυμάμαι επίσης ότι έβλεπα 2 πράγματα συνέχεια στην ΕΡΤ όσο ήμουν στη γιαγιά μου: Μιούζικαλ και αθλητικά, οποιοδήποτε άθλημα.

Όλα αυτά έχουν γραφτεί και στον τρόπο που επεξεργάζομαι έναν ρόλο και τι ηθοποιός είμαι και την ώρα της πρόβας και το πώς θέλω να γίνονται τα πράγματα. Είμαι στο μυαλό μου κάπως ηθοποιός- αθλητής ας πούμε. Θέλω τα πράγματα να έχουν μια πειθαρχία αλλά και αυτοσχεδιασμό. Μου αρέσει το οργανωμένο χάος. Επίσης μου είναι πιο οικείο όταν προσεγγίζω κάποιους ρόλους που έχουν μέσα τραγούδι. Είναι κάπως σαν να ξεκλειδώνει μια ράγα διαφορετική και μπαίνει ο ρόλος και κάνει “κλακ” και πάει. Δεν με τρομάζει όταν έχει τραγούδι».

«Γενικά μ’ αρέσει και να σκηνοθετώ. Έχω κάνει μία παράσταση της Μυρτώς Βασιλείου, μετά έχουμε πει με τον Πάνο να σκηνοθετήσω κάτι για εκείνον στο οποίο δεν θα παίξω, μου αρέσει πολύ. Είναι μέσα στα σχέδιά μου, δεν είναι ότι δεν θα ξαναγίνει. Είναι ανάγκη για μένα, τόσο έντονη σαν φυσική ανάγκη. Άνοιξα έναν καινούργιο κύκλο».

Τα πολύ απαραίτητα «όχι»

«Είχα να δουλέψω 2,5 χρόνια, γιατί κάποια στιγμή έπιασα ταβάνι. “Κάηκα”, δεν ήθελα τίποτα δηλαδή. Μου έρχονταν οι άνθρωποι με προτάσεις κι έλεγα “όχι” αλλά δεν καταλάβαινα γιατί έλεγα όχι. Είχα “καεί”, ήμουν σαν τρομοκρατημένη. Η αλήθεια είναι ότι κάτι ήθελα να αλλάξει. Ζορίστηκα πολύ οικονομικά κι ευτυχώς με βοήθησε ο σύντροφός μου και η μητέρα μου, αλλά μου έκανε καλό για το τι θέλω εγώ. Ξεκαθάρισε τα πράγματα για τα όρια και στον εαυτό μου και στους άλλους. Τι θέλω; Να δουλέψω πιο πολύ, να παλέψω πιο πολύ και να μην συμβιβάζομαι».

«Καταρχάς άρχισα να έχω προσωπική ζωή. Δεν είναι ότι έχω μετανιώσει για πράγματα που έκανα. Κι αν έχω μετανιώσει, δεν ήταν για την επιλογή του να το κάνω, αλλά στη διάρκεια που είδα ότι δεν ήταν όπως το φανταζόμουν, παικτικά ή σκηνοθετικά ή οι άνθρωποι μπορεί να είναι κακοποιητικοί ας πούμε και δεν μπορείς να φύγεις έτσι ξαφνικά και απλά.

Όλο αυτό άρχισε να γίνεται πολύ συχνά και είναι αυτό που σου λέω “κάηκε” το κεφάλι μου, γιατί μεγαλώνω και θέλω να κάνω τα πράγματα όπως θέλω, με τους δικούς μου όρους. Είναι πραγματικά restart και πόση χαρά έχω γι’ αυτό».

Μαρία Διακοπαναγιώτου: «Θα δούμε τι θα γίνει και τι θα μου φέρει αυτό το restart, αλλά μέχρι τώρα το χαίρομαι. Δεν γίνεται, πρέπει να χαρούμε και λίγο. Δεν είμαστε εδώ μόνο για να παιδευτούμε».

 

Οι σχέσεις εντός και εκτός δουλειάς

«Στη δουλειά μου εκ των πραγμάτων τα πράγματα αλλάζουν συνέχεια κι έχω κουρδίσει τον εαυτό μου έτσι. Τώρα αν με ρωτάς τι δεν μου αρέσει να αλλάζει, θα σου πω ότι δεν μου αρέσει που τα πράγματά μου είναι παντού. Μένω με τον φίλο μου έναν χρόνο κι έχω ακόμα κάποια πράγματα στο δικό μου σπίτι, έχω και στης μάνας μου. Με κούρασε αυτό, τώρα θέλω να έχω τα πραγματάκια μου μαζί σε έναν χώρο».

Μαρία Διακοπαναγιώτου: «Εγώ νομίζω ότι οι ηθοποιοί, με όλο αυτό που ζούμε το κάθε 2 μήνες, κάθε 6 μήνες, κάθε έναν χρόνο να αλλάζει η δουλειά, έχουμε συγκεκριμένο νευρικό σύστημα. Είμαστε κουρδισμένοι στο ότι τα πράγματα τελειώνουν. Κι αυτό μπορεί να είναι ένα έργο ή και μια φιλία που έχεις κάνει στο θέατρο».

«Μπορούν να δημιουργηθούν σταθερές σχέσεις και μέσα στο θέατρο. Με τον Πάνο Παπαδόπουλο είμαστε πάρα πολλά χρόνια φίλοι. Τον Άγγελο Τριανταφύλλου, που γνωριστήκαμε στον Λάκη Λαζόπουλο κι έπειτα συνεχίσαμε μαζί, φτιάξαμε μια μπάντα, έπειτα συνεργαστήκαμε και με τον Νίκο Καραθάνο, τον θεωρώ αδελφό μου. Με κάποιους ανθρώπους υπάρχει μία σύνδεση που μπορεί να μην είναι ότι μιλάμε κάθε μέρα στο τηλέφωνο, αλλά δεν κόβεται».

«Ο σύντροφός μου είναι εκτός χώρου. Δεν ήμουν από αυτούς που έλεγα “ποτέ με ηθοποιό” δεν βλέπω επαγγέλματα. Βέβαια, επειδή έχω υπάρξει με ηθοποιούς είναι λίγο δύσκολα γιατί είμαστε ταραγμένοι. Μπράβο στους ανθρώπους που έχουν βρει το άλλο τους μισό μέσα στο επάγγελμα, αλλά νομίζω ότι δεν έχει να κάνει με αυτό. Έχει να κάνει με το πόσο ο άλλος νιώθει πιο γειωμένος στην ύπαρξή του.

Εγώ σε αυτή τη σχέση νιώθω γειωμένα, δεν νιώθω ταραχή που για μένα είναι πολύ σημαντικό. Εννοείται ότι έχουμε τα θέματά μας όπως όλα τα ζευγάρια, αλλά είμαστε 4 χρόνια μαζί, επικοινωνούμε, μερικές φορές δεν επικοινωνούμε αλλά και πάλι όταν συμβαίνει αυτό το επικοινωνούμε και κάπως περνάει (γέλια)».

Μαρία Διακοπαναγιώτου, ένα control freak που μαθαίνει να αφήνει τον έλεγχο

«Ξεκίνησα να δουλεύω με το που τέλειωσα το σχολείο. Τώρα είμαι 44. Κάποια από αυτά που ονειρευόμουν στη δουλειά τα έχω ζήσει. Μέχρι λίγο καιρό πριν σκεφτόμουν “Αχ ρε γαμώτο δεν έχω προλάβει να κάνω πράγματα” και τώρα ακόμα μερικές φορές. Αλλά όσο πιο πολύ περνάει ο χρόνος, νιώθω πιο πολύ ότι είμαι τυχερή και ευγνώμων. Έχω κάνει αυτά που ήθελα, όχι πράγματα γενικών, αλλά αυτά που ήθελα εγώ. Και μου λέω “Μην τρελαίνεσαι Μαράκι, γιατί δεν είναι όλα στον έλεγχό σου”. Δηλαδή, πώς να σ’ το πω, εδώ ο κόσμος καίγεται, δεν θα κάθομαι να σκέφτομαι “Α, γιατί έγινε αυτό;”. Έξω βρέχει, δεν θα βραχώ άμα βγω;

Ήμουν control freak μέχρι κάποια ηλικία και εποχή, κι αυτό δεν φεύγει απλά αλλάζει ένταση. Το σημαντικό είναι να αναγνωρίζεις ότι τώρα υπερφορτώνεται γενικότερα το σύστημα και να πεις στον εαυτό σου “Ωραία, ηρέμησε”. Ή ακόμα κι αν είναι να κράξεις τον εαυτό σου, μην το κάνεις με βρισιές και ουρλιαχτά. Πες του “Ωραία, δεν ήταν αυτό, έκανες λάθος. Αλλά και τι έγινε; Η πρώτη είσαι ή η τελευταία;”.

Είναι πολύ βασικό τελικά το να σου μιλήσεις καλά. Δεν γίνεται γιατί είμαστε σε πολύ άγριες εποχές. Είναι αυτό, ότι τελικά όσο πάει μόνο εσένα έχεις. Όχι να σε έχεις όλη την ώρα και να σε χαϊδεύεις, αλλά δεν γίνεται και το αντίθετο όλη την ώρα. Γιατί κάποια στιγμή κιόλας οι άνθρωποι που στηρίζεσαι πάνω τους ή όλοι αυτοί που έχεις κάνει σχέση, θα φύγουν. Βέβαια δεν μπορείς να ζεις και με αυτό όλη την ώρα, τον φόβο της απώλειας».

«Το να χάνεις ανθρώπους που αγαπάς είναι ζόρι. Και πάλι άμα ρωτήσεις κάποιους θα σου πουν“Έτσι είναι η ζωή και η ροή των πραγμάτων”. Κι επειδή έτσι είναι η φυσική ροή πρέπει κι εγώ να είμαι cool; Δεν την καταλαβαίνω αυτή την άνεση και χαίρομαι γι΄αυτό».

«Είμαι αυτός ο άνθρωπος, έτσι συναναστρέφομαι και με τους ρόλους μου, δεν μπορεί να είναι όλα παγωμένα και αποστασιοποιημένα κι ένα “έλα μωρές και τι έγινε”. Είναι και λίγο πρόβλημα αυτό αν το λες συνέχεια. Δεν γίνεται να πηγαίνεις σε όλα παρακάτω. Πρέπει να μπαίνεις και μέσα στο πρόβλημα, μπορεί να χρειαστεί να πονέσεις λίγο. Πρέπει και λίγο να συγκρουστείς».

 

Οι δικές της «Καρέκλες»

«Στις Καρέκλες είμαι συν-σκηνοθέτης. Ήταν ιδέα του Πάνου, με τον οποίο έχουμε πολλά κοινά. Όλα αυτά που σου λέω 8 στα 10 τα έχει και ο Πάνος. Όλο αυτό με τη μοναξιά, που είναι και θέμα του έργου, δεν είναι ότι νιώθουμε μόνοι τώρα, αλλά το να νιώθεις μόνος ακόμα κι όταν είσαι και με κόσμο είναι κάτι υπαρξιακό, κυτταρικό που δεν μπορείς να το εξηγήσεις. Αυτό μας ένωσε.

Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που παίζω την παράσταση είναι τόσο μέσα μου που δεν μπορώ να το δω απ’ έξω, από απόσταση. Είναι δυο άνθρωποι μεγάλης ηλικίας. Είναι μόνοι τους τόσα χρόνια μένουν στη θάλασσα μόνοι τους. Έχω βάλει εγώ να έχω για pet ένα ψαράκι το οποίο 73 χρόνια προφανώς είναι νεκρό, αλλά δεν το διώχνω. Εφευρίσκουν αόρατους ανθρώπους για να μπορούν να μιλήσουν, να μην τρελαθούν και στο τέλος έρχεται η ελευθερία για μένα. Εκεί που συνειδητοποιούν για ποιο λόγο το έχουν κάνει. Τελειώνει όλο αυτό και φεύγουν από αυτό τον κόσμο, όντας συνειδητοποιημένοι και ελεύθεροι. Το κείμενο έχει μέσα και πολύ χιούμορ, αλλιώς δεν μπορεί να υπάρξει η ζωή. Είναι βασικό συστατικό».

«Σίγουρα θα έβαζα “καρέκλες” στο σπίτι μου για να ξαναδώ τη γιαγιά μου που δεν την πρόλαβα πολύ και πέθανε πάρα πολύ μικρή από καρκίνο. Μου λείπει, θα την ήθελα τη γιαγιά μου. Εννοείται θα έβαζα “καρέκλα” για μάνα μου, τη θεία μου τη Βούλα, λίγοι είναι οι άνθρωποι που είναι στον στενό πυρήνα. Είναι αυτοί που με έχουν μεγαλώσει, με έχουν μαλώσει, με έχουν αγαπήσει. Επίσης προφανώς δεν θέλω ποτέ για κανέναν λόγο να χάσω τον σκύλο μου. Θα ήθελα επίσης να έχω φίλους που δεν είχα και θα ήθελα να ήταν και λίγο ζωολογικός κήπος. Συνδέομαι πολύ, κατευθείαν με τα ζώα, δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, είναι κάτι παραπάνω από ότι τα αγαπώ, αισθάνομαι πιο πολύ κάτι κοινό μαζί τους μεγαλώνοντας. Δεν ξέρω τι, θα μας το πει ένας ψυχολόγος (γέλια)».

Η Μαρία Διακοπαναγιώτου δεν σκέφτεται ότι μεγαλώνει

«Δεν το σκέφτομαι το γήρας. Πάω ανάλογα τα σημάδια δηλαδή. Ξαφνικά βλέπω ότι κρέμασα εδώ, ότι μεγάλωσα εκεί. Εντάξει μού λέω, “Τι περίμενες; Είσαι τόσο, κάτι δεν θα κρέμαγε;”. Το μεγάλωμα όμως έχει και απόλαυση, στο πώς ηρεμούν τα πράγματα μέσα μας».

«Μεγαλώνοντας, θέλω να πείσω τον εαυτό μου να κοινωνικοποιείται λίγο πιο πολύ. Γιατί κάθομαι μέσα χωρίς να συναναστρέφομαι με ανθρώπους και αυτό δεν κάνει καλό, γερνάει ο εγκέφαλος.

Πρέπει να έχουμε οι άνθρωποι κοινωνική ζωή, πρέπει να επικοινωνούμε γιατί όλα αυτά ξεφεύγουν και γίνονται νευρώσεις. Πρέπει να δημιουργούμε σχέσεις, όχι σώνει και ντε, αλλά κάτι έναν καφέ, ένα σινεμά, να κάνουμε πράγματα. Μια βόλτα στη θάλασσα με έναν άνθρωπο καινούργιο, να τον ρωτήσουμε “τι κάνεις;”. Αυτό θέλω. Το διαπραγματεύομαι».

Ο κόσμος ως ατέλειωτο θέατρο του παραλόγου

«Κάθε μέρα νιώθω ότι ο κόσμος είναι θέατρο του παραλόγου. Γι’ αυτό κλείνω την τηλεόραση λίγο να ηρεμήσω. Βάζω ταινίες γιατί αλλιώς θα τρελαθώ. Έχω υπερενσυναίσθηση κι ό,τι βλέπω νιώθω ότι το παθαίνω κι αυτό μου κάνει κακό. Οπότε περισσότερο αποφεύγω να βλέπω πλέον πράγμα και ευτυχώς γιατί κοιτάω λίγο και την υγεία μου».

Μαρία Διακοπαναγιώτου: «Στη σκηνή η ενσυναίσθηση πρέπει να είναι η βενζίνη μας. Εγώ όλα αυτά τα κάνω βενζίνη για να μπορώ να ανταπεξέλθω, και την ενσυναίσθηση και τις φοβίες, όλα».

Info: «Οι Καρέκλες», Κεντρική Σκηνή- Θέατρο του Νέου Κόσμου. Τελευταίες παραστάσεις την Πέμπτη 26/3 στις 21: 00, την Παρασκευή 27/3 στις 21:00, το Σάββατο 28/3 στις 18:15 και την Κυριακή 29/3 στις 21:15. Εισιτήρια εδώ.