OPINIONS

“Στο μέλλον, που θα ‘ναι όλα καλά”

Πριν τρία χρόνια, επιστρέφοντας από ένα μικρό ταξίδι τους Παξούς, έγραψα μέσα στο φεριμπότ ένα κείμενο για το μπλογκ μου. «Στο μέλλον, που θα ‘ναι όλα καλά», ήταν ο τίτλος. Κλεμμένος από το τραγούδι του Morrissey ‘In the future, when all is well’.

Είχα περάσει όμορφα, είχα ξεκουραστεί, είχα δει τα πιο γαλάζια θαλασσινά νερά στη ζωή μου και την πιο λευκή άμμο. Η κρίση είχε αρχίσει, τα πρώτα, δεύτερα, τρίτα μέτρα είχαν επιβληθεί, το μέλλον εξακολουθούσε να είναι αβέβαιο, αλλά εγώ νόμιζα πως κάποια στιγμή, θα υπήρχε ομαλοποίηση της κατάστασης και, σε κάποια χρόνια, θα είχαμε αφήσει την κρίση πίσω μας.

Συνήθως δεν είμαι αισιόδοξη, αλλά τότε, γι’ αυτά τα 15 λεπτά που έγραφα εκείνο το κείμενο, νόμιζα πως κάτι, κάπως, κάποτε, θα συνέβαινε κι όλα σιγά σιγά θα έμπαιναν σε μια τάξη.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Κάθε μέρα ακούγαμε ένα ακόμα άσχημο νέο, κάθε μήνα τα μέσα ενημέρωσης ούρλιαζαν για ένα επαπειλούμενο ‘πιστωτικό γεγονός’ και κάθε στιγμή ζούσαμε παρατηρώντας πράγματα που δεν έβγαζαν νόημα.

Οι περισσότεροι δεν ξέρουμε πολλά πράγματα από οικονομικά. Για μένα είναι πολύ περίπλοκες έννοιες: πολλή ανεφάρμοστη θεωρία σε συνδυασμό με πολλά εφαρμοσμένα δημοσιονομικά μοντέλα, που προσαρμόστηκαν στο πλαίσιο των εκάστοτε συνθηκών, συμφερόντων και πολιτικών προοπτικών.

Από το 2010 διαβάζω τα οικονομικοπολιτικά άρθρα και προσπαθώ να καταλάβω, να δω ποιος έχει (το περισσότερο) δίκιο, γιατί έπρεπε να επιβληθούν τέτοια μέτρα λιτότητας, γιατί άλλες χώρες μπήκαν και βγήκαν από τα δικά τους μνημόνια σε δυο – τρία χρόνια, ενώ εμείς έπρεπε να συνεχίσουμε να εφαρμόζουμε κι άλλα σκληρά μέτρα, να υποφέρουμε κι άλλο, να πληρώνουμε συνέχεια και να ζούμε με ένα τρομοκρατημένο υποσυνείδητο.

Οι εξηγήσεις «φταίνε οι κυβερνήσεις μας και οι πολιτικές τους», «φταίνε οι Ευρωπαίοι και οι πολιτικές τους», «φταίει το κακό μας ριζικό», δε μου αρκούσαν. Εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω. Και μου έκανε εντύπωση, γιατί μεγάλωσα σ’ ένα περιβάλλον με βαθιά πολιτικοποιημένους ανθρώπους, απ’ όλες τις παρατάξεις και ποτέ δεν έμεινα εκτός της πολιτικής πραγματικότητας.

Το προηγούμενο Σάββατο, πετάχτηκα στον ύπνο μου στις 7:20 το πρωί, ενώ είχα κοιμηθεί πολύ αργά το βράδυ της Παρασκευής. Πήγα στο σαλόνι, άνοιξα την τηλεόραση, έμαθα τα νέα. Παρακολούθησα το μεγαλύτερο μέρος των συνεδριάσεων της Βουλής, διάβασα ό,τι πρόλαβα, συζήτησα με τους φίλους μου και προσπάθησα να σκεφτώ.

Δε θα κρίνω εδώ το δημοψήφισμα ως νομικός. Έχουν ήδη γραφτεί σχετικές απόψεις από ανθρώπους που μελετούν το Σύνταγμα και το πολίτευμα επί δεκαετίες. Δε θα μιλήσω για τους καβγάδες στα κανάλια, στα social media και τους δρόμους. Ούτε για τις ουρές στα ΑΤΜ, ούτε για τα μισοάδεια ράφια που είδα σήμερα στο σούπερ μάρκετ. Ούτε γι’ αυτούς που κουνάνε επιδεικτικά το δαχτυλάκι μπροστά σε οποιονδήποτε άνθρωπο θεωρούν πως δεν έχει – για οποιονδήποτε λόγο – δικαίωμα να πει την άποψή του για την επικαιρότητα.

Ένα πράγμα θέλω, όμως, να πω. Όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου, το pattern με το οποίο λειτουργούμε ως ομάδες, ως κοινωνία, ως χώρα, είναι ένα. Πέρα και πάνω απ’ όλα, δεν είμαστε μόνο αριστεροί, δεξιοί, κεντρώοι ή απολιτίκ. Είμαστε, διαχρονικά, κατώτεροι των περιστάσεων.

Άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο. Κάποιοι, λίγοι, έχουν σταθεί κατά καιρούς και στο ύψος τους. Δε θέλω να τσουβαλιάσω τους πάντες και τα πάντα, απ’ όποιο πολιτικό χώρο κι αν προέρχονται.

Κι αυτό δε σχετίζεται με το τι ψηφίσαμε και πότε. Σχετίζεται με το συλλογικό μας κουσούρι να μην παραδεχόμαστε ποτέ τα λάθη μας και να βαριόμαστε ν’ ασχοληθούμε σοβαρά με την ερμηνεία τους και την προσπάθεια διόρθωσής τους.

Τώρα, είναι η τελευταία μας ευκαιρία. Σε περίπτωση που πράγματι γίνει το δημοψήφισμα, να ενημερωθούμε όσο καλύτερα μπορούμε πριν πάμε να ψηφίσουμε. Να κουραστούμε διαβάζοντας και προσπαθώντας να καταλάβουμε τις δεκάδες σελίδες των προτάσεων επί των οποίων καλούμαστε να αποφασίσουμε. Να ανταλλάξουμε απόψεις. Να μη σκοτωθούμε μεταξύ μας, ευχόμενοι ο ένας στον άλλο «ψόφο», εξαιτίας της απόφασης που θα πάρει καθένας για το τι θα ψηφίσει.

Ανεξαρτήτως της όποιας στάσης των πολιτικών, Ελλήνων και Ευρωπαίων, να σταθούμε ατομικά και συλλογικά, για μια φορά, στο ύψος των περιστάσεων.

Θαύματα δεν υπάρχουν στην οικονομία. Δεν υπάρχουν γενικώς. Δεν ξέρω σε ποιο μέλλον θα είναι καλύτερα τα πράγματα. Ξέρω, όμως, ότι δε θέλω να περιφέρομαι για τα επόμενα χρόνια μέσα κι έξω από τους τοίχους, μονολογώντας τον στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη «Μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;»

Ψυχραιμία και προσπάθεια.