14 χρόνια χωρίς τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη γυναίκα που ήθελε να προσφέρει χαρά στον κόσμο

Δεν ήταν ντίβα, ήταν απλά ένας άνθρωπος που αγάπησε και αγαπήθηκε όσο λίγοι στην Ελλάδα από τον απλό κόσμο.

Η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν «μουρλοκερκυραία». Ίσως μάλιστα ο όρος αυτός που ακολουθεί τους κατοίκους του νησιού των Φαιάκων και περιγράφει την ιδιαίτερη κλίση της στην τέχνη και τη μουσική, το ξεχωριστό ταμπεραμέντο και την όρεξη για ζωή, να πρωτοεφευρέθηκε για εκείνη. Ανήκει στη λίστα εκείνων, των λιγοστών ανθρώπων που αυτό το κλισέ που γράφουμε συχνά για μεγάλους star, το πηγαίο χιούμορ, περιγράφει με ακρίβεια την πραγματικότητα. Στο group των ηθοποιών που γέμιζαν τους ρόλους με κάτι από εκείνους και τελικά προσέφεραν στον κόσμο κάτι μοναδικό.

Η Ρένα Βλαχοπούλου κατάφερε να διαπεράσει το χρόνο, να ακουμπήσει νέους ανθρώπους που θεωρητικά δεν μοιράζονται τίποτα με την ιστορία της, με την εποχή στην οποία μεγάλωσε και έλαμψε. Κι όμως, ο τρόπος της μοιάζει να μην έχει όρια στο πέρασμα των δεκαετιών. Πέρασαν κιόλας 14 χρόνια από την ημέρα που έφυγε από την ζωή.

Πέθανε στις 7 το απόγευμα της Πέμπτης 29 Ιουλίου 2004, στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Το ιατρικό ανακοινωθέν ανέφερε ως αιτία θανάτου αιφνίδια ανακοπή καρδιάς. Στις 30 Ιουλίου του 2004 η σορός της εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι του Αγίου Λαζάρου από το Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Το Σάββατο 31 Ιουλίου του 2004 η κηδεία της πραγματοποιήθηκε από το Α' Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη, υπό τη συνοδεία της μπάντας της Φιλαρμονικής Εταιρείας "Μάντζαρος" που ήρθε από την Κέρκυρα, με παρουσία πολλών συναδέλφων της και απλού κόσμου. Την ημέρα της κηδείας της όλα τα καταστήματα στην Κέρκυρα παρέμειναν κλειστά ως ένδειξη πένθους.

Δεν ήμουν βεντέτα, δεν μου αρέσουν αυτά. Τι θα πει βεντέτα. Ένας άνθρωπος ήμουν που προσφέρει μια χαρά στον κόσμο και ο κόσμος του προσφέρει το χειροκρότημά του, την αγάπη του

Αυτά έλεγε σε συνέντευξή της πίσω στη δεκαετία του '90. Και πράγματι, η Ρένα Βλαχοπούλου προσέφερε χαρά. Στο βίντεο που ακολουθεί, μιλούν για εκείνη οι συντελεστές της σειράς "Mamma mia", από τα πρώτα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης, στον ΑΝΤ1, όπου πρωταγωνίστρια ήταν φυσικά η μεγάλη αρτίστα του ελληνικού κινηματογράφου.

Φτωχή με αρχοντική καταγωγή

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Σύμφωνα όμως με το βιβλίο του Κώστα Παπασπήλιου "Πινακοθήκη γέλιου", η Βλαχοπούλου εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Μακέδου στην Αθήνα, στα 23 της χρόνια δηλαδή το 1940.

Ο πατέρας της, Γιάννης Βλαχόπουλος, ανήκε στην αριστοκρατία του νησιού, ενώ η μητέρα της, Καλλιόπη, ήταν κόρη κάποιας υπηρέτριας που εργαζόταν στο σπίτι των Βλαχόπουλων. Οι γονείς της αγαπήθηκαν και, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειας του νέου που τον αποκλήρωσε, παντρεύτηκαν κι έκαναν εννιά παιδιά. Η Ρένα ήταν το πέμπτο παιδί και πήγαινε συχνά με τον πατέρα της στο αρχοντικό του κόντε Θεοτόκη, όπου υπήρχε πιάνο αλλά και μια δισκοθήκη με δίσκους των 78 στροφών. Εκεί θα έχει την πρώτη της επαφή με τη μουσική και το τραγούδι.

Σε ηλικία 16 χρονών, τραγούδησε για πρώτη φορά σε κάποιο ζαχαροπλαστείο της Σπιανάδας, όπου το 1938 γνώρισε και ερωτεύτηκε τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ, Κώστα Βασιλείου

Σε ηλικία 16 χρονών, τραγούδησε για πρώτη φορά σε κάποιο ζαχαροπλαστείο της Σπιανάδας, όπου το 1938 γνώρισε και ερωτεύτηκε τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου. Μαζί μετακόμισαν στην Αθήνα όπου παντρεύτηκαν το καλοκαίρι του επόμενου έτους. Το 1940, λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου, οι Ιταλοί βομβάρδισαν την Κέρκυρα. Τότε σκοτώθηκαν και οι δύο γονείς της. Με τον Βασιλείου χώρισε και το 1942 παντρεύτηκε τον τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλο.

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1967 παντρεύτηκε τον επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη. Ο γάμος τους έγινε στη Μητρόπολη Αθηνών και ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κοσμικά γεγονότα της χρονιάς. Με τον Λαφαζάνη έζησαν αγαπημένοι ως τον θάνατό της. Από κανένα γάμο της δεν απέκτησε παιδιά.

Τα χρόνια στο βαριετέ

Στα τέλη της δεκαετίας του '30, το βαριετέ «Όασις», στο Ζάππειο, όπου ο Μίμης Τραϊφόρος παρουσίαζε νέους καλλιτέχνες, η Ρένα δοκίμασε τις ικανότητές της στο τραγούδι. Εντυπωσίασε τον Τραϊφόρο, που της ζήτησε να τραγουδά εκεί μονίμως. Πράγματι, την άλλη μέρα πήγε να τραγουδήσει στο βαριετέ φορώντας δανεική τουαλέτα, που την πάτησε και έπεσε κάτω.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, το τραγούδι «Μικρή Χωριατοπούλα» διασκευάζεται και γνωρίζει ακόμα πιο μεγάλη επιτυχία ως «Κορόιδο Μουσολίνι»

Σημείωσε επιτυχία τραγουδώντας τη «Μικρή Χωριατοπούλα», δηλαδή το ιταλικό τραγούδι "Reginella Campagnola" του Έλντο ντι Λατζάρο που διασκεύασε στα ελληνικά ο Πωλ Μενεστρέλ. Λίγους μήνες αργότερα, κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, το τραγούδι διασκευάζεται και πάλι από τον Γιώργο Οικονομίδη και γνωρίζει ακόμα πιο μεγάλη επιτυχία ως «Κορόιδο Μουσολίνι». Εμφανίζεται για πρώτη φορά ως τραγουδίστρια στο θέατρο Μοντιάλ του Μακέδου, στην οδό Πανεπιστημίου σε επιθεώρηση με τη Σοφία Βέμπο, τις αδελφές Καλουτά, τον Μάνο Φιλιππίδη, την Ηρώ Χαντά, τον Μίμη Κοκκίνη και τη Γεωργία Βασιλειάδου. Παράλληλα ξεκινά να ηχογραφεί δίσκους γραμμοφώνου στην Οντεόν.

 

Η γνωριμία με τον ελληνικό κινηματογράφο

Αν και το 1953 εμφανίστηκε στην τουρκική ταινία Ανατολίτικες νύχτες, όπου λέγεται ότι τραγούδησε και πάλι το Θα σε πάρω να φύγουμε (η ταινία αυτή δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα), η κινηματογραφική της καριέρα ξεκίνησε ουσιαστικά το 1956 με την ταινία Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες. Παραγωγός ο Αμερικανός Πίτερ Μέλας και σκηνοθέτης ο Γιάννης Πετροπουλάκης. Πρόκειται για την ιστορία μιας Κερκυραίας που έρχεται στην Αθήνα. Δίπλα της πρωταγωνίστησαν οι Νίκος Ρίζος, Στέφανος Στρατηγός, Κούλης Στολίγκας, Άννυ Μπωλ. Στην ταινία αυτή τραγούδησε μεταξύ άλλων και το Μαζί σου για πάντα σε μουσική Μενέλαου Θεοφανίδη, το οποίο κυκλοφόρησε και σε δίσκο 78 στροφών. Η ταινία θα έχει μεγάλη επιτυχία, ξεπερνώντας τα 100.000 εισιτήρια.

Το 1959, στο Πρώτο Φεστιβάλ Τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, τραγούδησε το «Είσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας» των Κώστα Καπνίση - Θάνου Σοφού. Το 1960, ντουέτο με τον Γιάννη Βογιατζή, τραγούδησαν το «Πρώτο χελιδόνι». Ηχογράφησε αρκετά τραγούδια για τη δισκογραφία αλλά και για τις εκπομπές του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, τραγουδώντας Αττίκ, Ιακωβίδη, Σπάθη, Κατσαρό, Μωράκη, Πλέσσα, Μουζάκη και Μάνο Χατζιδάκι. Παράλληλα εμφανίστηκε σε επιθεωρήσεις και σε νυχτερινά κέντρα.

 

Το 1963 πρωταγωνίστησε στις ταινίες Ένα κορίτσι για δύο (500.000 εισιτήρια) και Κάτι να καίει (750.000 εισιτήρια, πρώτη εκείνη τη χρονιά σε εισπράξεις). Για τη δεύτερη ταινία, ο Μίμης Πλέσσας της είχε γράψει τις επιτυχίες: Γλυκειά ζωή, Άνοιξε άνοιξε, Ό δρόμος είναι δύσκολος, Όπου και αν πάω.

Ακολουθούν το 1964 οι ταινίες Η χαρτοπαίχτρα (μεταφορά στον κινηματογράφο του θεατρικού έργου του Δημήτρη Ψαθά, 600.000 εισιτήρια, τρίτη ταινία εκείνη τη χρονιά σε εισπράξεις, μαζί με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, Σαπφώ Νοταρά, Κώστα Βουτσά) και Κορίτσια για φίλημα (750.000 εισιτήρια, πρώτη ταινία σε εισπράξεις εκείνη τη χρονιά, στην οποία τραγούδησε σε μουσική Μίμη Πλέσσα τις επιτυχίες Κοντά σου, Ελλάδα μου, Γελά γαλάζιος ο ουρανός, H Αθήνα τη νύχτα.

 

Το 1965 πρωταγωνίστησε στις ταινίες Φωνάζει ο κλέφτης και Ραντεβού στον αέρα, με τους Κώστα Βουτσά, Ελένη Προκοπίου, Μάρθα Καραγιάννη, κ.α.. Στην τελευταία, η Βλαχοπούλου πρωταγωνίστησε σε διπλό ρόλο ενσαρκώνοντας τη «Τζένη Σταθάτου» καθώς και τον εαυτό της. Εκεί θα ερμηνεύσει για δεύτερη φορά το περιβόητο Έχω στενάχωρη καρδιά και το Φεύγουν τα χρόνια. Σε όλες αυτές τις ταινίες σκηνοθέτης είναι ο Γιάννης Δαλιανίδης.

Το 1965 της έγινε η πρόταση να συμπρωταγωνιστήσει στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, Μία τρελλή τρελλή οικογένεια και να ενσαρκώσει την περίφημη «Πάστα Φλώρα» πλάι στους Αλέκο Αλεξανδράκη και Τζένη Καρέζη. Αρνήθηκε διότι, όπως δήλωσε σε συνέντευξη της μεταγενέστερα, ήταν μικρή σε ηλικία τότε για να υποδυθεί τη μητέρα της Τζένης και έτσι ο ρόλος αυτός δόθηκε στη Μαίρη Αρώνη, η οποία τον ερμήνευσε με μεγάλη επιτυχία. Ίσως να ήταν λάθος θα συμπληρώσει η Ρένα στην συγκεκριμένη συνέντευξη.

Ένα χρόνο πριν, το 1966, έφυγε από τη Φίνος Φιλμ και πήγε στην εταιρεία Καραγιάννης - Καρατζόπουλος. Η συμφωνία προέβλεπε διπλάσια αμοιβή για τη Ρένα και ποσοστά στα κέρδη. Τη χρονιά αυτή γύρισε τη Βουλευτίνα και το 1967 το Βίβα Ρένα υποδυόμενη σε διπλό ρόλο την άπορη και άσημη λαϊκή τραγουδίστρια «Ρένα Παπαλιού» και τη διεθνούς φήμης Ιταλίδα τραγουδίστρια «Πεπίτα Ντι Κορφού».

 

Το 1968 υποδύθηκε τη «Ζηλιάρα» στην ομώνυμη ταινία, μια γυναίκα που ζηλεύει παθολογικά, χωρίς λόγο και αιτία, τον σύζυγο της. Τα γυρίσματα της ταινίας ξεκίνησαν με συμπρωταγωνιστή και κινηματογραφικό «θύμα σύζυγο» τον Νίκο Σταυρίδη που, για άγνωστους μέχρι σήμερα λόγους, αποχώρησε και ολοκληρώθηκαν με τον Γιώργο Κωνσταντίνου. Και στις τρεις ταινίες της σ' αυτήν εταιρία, σκηνοθέτης ήταν ο Κώστας Καραγιάννης ενώ τη μουσική έγραψε ο Γιώργος Κατσαρός.

Το 1969 επέστρεψε στη Φίνος Φιλμ με την ταινία Παριζιάνα που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Δαλιανίδης. Από την εν λόγω ταινία έχει περάσει στην ιστορία τη ατάκα «Σούζη τρως και ψεύδεσαι και τρως».

 

Ακολούθησαν το 1970 οι ταινίες Μια τρελή σαραντάρα και Η θεία μου η χίπισσα, το 1971 οι Μια Ελληνίδα στο χαρέμι και Ζητείται επειγόντως γαμπρός (σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου) και το 1972 η Κόμισσα της Κέρκυρας και η Η Ρένα είναι οφσάιντ του Αλέκου Σακελλάριου (190.000 εισιτήρια). Από το 1972 ο ελληνικός κινηματογράφος εισήλθε σε περίοδο παρακμής, λόγω κυρίως της τηλεόρασης. Η Ρένα Βλαχοπούλου για τα επόμενα επτά χρόνια δεν γύρισε ταινίες.

SHARE

ΕΓΓΡΑΦΗ

LADYLIKE NEWSLETTER

Όσα θέλει μία γυναίκα στο email της

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ