BULLYING

Μπορούν να κάνουν κάτι οι εκπαιδευτικοί για την ενδοσχολική βία; Μιλάμε μαζί τους

Istock

«Ο νόμος λέει ότι όταν έχουμε εφημερία πρέπει να μπούμε να τους χωρίσουμε, αλλά δεν μπορούμε να τους αγγίξουμε. Πρέπει να μπω στη μέση, αλλά δεν πρέπει να τους ακουμπήσω». Μία random κουβέντα που άκουσα σε έναν άσχετο με τις σχολικές αίθουσες χώρο από μία γνωστή μου που δεν ήξερα ότι είναι εκπαιδευτικός σε Λύκειο, γέμισε ερωτηματικά το κεφάλι μου. Η ενδοσχολική βία εμφανίζεται συχνά πυκνά στις ειδήσεις και τα εγκλήματα που συμβαίνουν εντός των προαυλίων μοιάζει να αγριεύουν. Για όσους ζουν πλέον μακριά από τα σχολεία μοιάζει σαν ένα κομμάτι της στρεβλής κανονικότητας, όπως συχνά πυκνά δυστυχώς συμβαίνει με την πολλή μας έκθεση στη βία. Για όσους εργάζονται εκεί όμως; Πώς αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί την ενδοσχολική βία, και τι μπορούν να κάνουν τελικά απέναντι σε αυτό το φαινόμενο που δεδομένα είναι υπαρκτό και έντονο στην Ελλάδα.

Μίλησα με τον εκπαιδευτικό Διευθυντή Δημοτικού Σχολείου Φώτη Φειδά, και με 2 εκπαιδευτικούς της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης τη Γ.Π. και τη Μ.Σ., οι οποίοι θέλησαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, προσπαθώντας να φωτίσουμε το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας από την πλευρά των εκπαιδευτικών. Η UNESCO έχει ορίσει την πρώτη Πέμπτη του Νοεμβρίου ως Διεθνή Ημέρα κατά της Βίας και του Εκφοβισμού στο Σχολείο. Για το 2026 η Πέμπτη αυτή είναι σήμερα, 5 Νοεμβρίου. Κανονικά κάθε μέρα θα έπρεπε να είναι κατά της Βίας και του Εκφοβισμού στο Σχολείου. Ειδικά καθώς σχεδόν κάθε μέρα σε κάποιο από τα τόσα σχολεία της χώρας, οι εκπαιδευτικοί εκτός από τις ελλείψεις σε κτίρια και υποδομές και τις συχνά αντιφατικές πλευρές του νόμου που ορίζει τα καθήκοντά τους, έχουν να αντιμετωπίσουν και τη βία που εκδηλώνεται μπροστά τους.

3 εκπαιδευτικοί μάς μιλούν για την πραγματικότητα της ενδοσχολικής βίας

Τι έχει αλλάξει στην ενδοσχολική βία μέσα στα χρόνια;

Λίγοι τίτλοι ειδήσεων του 2026: «Ελευσίνα: Με σπασμένο χέρι μαθητής Δημοτικού – Τον έσπρωξαν συμμαθητές του», «Μεσολόγγι: Συνελήφθησαν δύο ανήλικοι για bullying σε συνομήλικό τους», «Νέο επεισόδιο ενδοσχολικής βίας στην Εύβοια: Άγρια επίθεση τριών μαθητριών σε συμμαθήτριά τους», «Ρόδος: Μαθητές υποχρέωσαν με τη βία παιδί δημοτικού να πιει νερό από την τουαλέτα», «Ηράκλειο: Άγριος ξυλοδαρμός 13χρονου από συμμαθητή του μέσα στο σχολείο τους».

Η βία υπάρχει στο περιβάλλον του σχολείου, δεν είναι κάτι σπάνιο, δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, είναι μία κουλτούρα που μοιάζει να επιβιώνει παρά τις πολιτικές που εξαγγέλλονται. Τι παρατηρούν ο δάσκαλος και οι καθηγήτριες με τις οποίες μίλησα να έχουν αλλάξει μέσα στα χρόνια που βρίσκονται στην εκπαίδευση; Είναι πιο έντονη η βία σήμερα, ή απλά τα περιστατικά τραβούν πιο εύκολα το ενδιαφέρον των media;

ενδοσχολική βία εκπαιδευτικοί Istock

«Αυτό που μπορούμε να διαπιστώσουμε τα τελευταία χρόνια, κυρίως μετά την πανδημία, είναι πως η ενδοσχολική βία πλήττει ολοένα και μικρότερες ηλικίες, παρότι οι έφηβοι δεν έχουν επίγνωση της επιθετικής συμπεριφοράς τους, είτε αυτή εκφράζεται ως λεκτική και ψυχολογική βία, είτε ως σωματική βία.

Συχνά, την εκλογικεύουν ως απάντηση σε κάποιο πείραγμα ή προσβολή ή την απενοχοποιούν, κάνοντας λόγο για αθώα “πλάκα” που κάνουν 2 φίλοι, όπου βέβαια, συνήθως, το ένα πρόσωπο σταθερά είναι ο θύτης και το άλλο πρόσωπο σταθερά το θύμα, που ανέχεται την πλάκα, προκειμένου να γίνει αποδεκτός από την παρέα ή να μην εξοβελιστεί από την ομάδα», μου λέει η Μ.Σ.

Η ίδια θεωρεί ότι το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν παίξει δραματικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη.

Μ.Σ., Καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: «Είναι βέβαιο πως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γενικότερα το διαδίκτυο που διαχέει αφειδώς κάθε μορφής βίας, έχουν παίξει δραματικό ρόλο στην ψυχοπνευματική ανάπτυξη των παιδιών και στην εμφάνιση ψυχικών διαταραχών».

«Μεταξύ άλλων συνεπειών, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η απώλεια της αθωότητας και η συρρίκνωση της παιδικής ηλικίας. Σαν τα παιδιά προτού προλάβουν να ζήσουν ως παιδιά, γίνονται “μικρομέγαλα”. Επίσης, αρνητική φαίνεται να είναι και η αυξανόμενη εξάρτηση από το κινητό τηλέφωνο, καθώς τους στερεί τον χρόνο επαφής με τον εαυτό τους και της ουσιαστικής σύνδεσης με τους γύρω τους», επισημαίνει η καθηγήτρια Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Καθηγήτρια σε γυμνάσιο και η Γ.Π. έχει διαπιστώσει στα χρόνια της εκπαιδευτικής της πορείας την αύξηση του φαινομένου. «Κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής μου πορείας, έχω παρατηρήσει αύξηση των περιστατικών ενδοσχολικής βίας, τόσο ως προς τη συχνότητα εμφάνισής τους όσο και ως προς την ποικιλία των μορφών τους», επισημαίνει.

«Ενώ παλαιότερα η ενδοσχολική βία εκδηλωνόταν κυρίως μέσα από λεκτικές αντιπαραθέσεις, προσβολές ή σωματική επιθετικότητα, σήμερα έχει αποκτήσει και νέες διαστάσεις, κυρίως λόγω της εκτεταμένης χρήσης του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ο διαδικτυακός εκφοβισμός, η διάδοση προσβλητικών σχολίων, φωτογραφιών ή βίντεο και ο αποκλεισμός μαθητών από διαδικτυακές ομάδες αποτελούν μορφές βίας που συχνά ξεπερνούν τα όρια του σχολικού χώρου και χρόνου», συμπληρώνει η Γ.Π.

Γ.Π. Καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: «Η ενδοσχολική βία έχει γίνει πιο σύνθετο φαινόμενο, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο αναγκαία τη συστηματική πρόληψη, την καλλιέργεια ενσυναίσθησης και την ενίσχυση των θετικών σχέσεων μεταξύ των μαθητών», συμπληρώνει η Γ.Π.

Ο Φώτης Φείδας, Διευθυντής σε δημοτικό σχολείο, επισημαίνει ότι η ενδοσχολική βία είναι ένα φαινόμενο που πάντα υπάρχει και «σε κάποιο βαθμό, θα συνεχίσει να υπάρχει». Εντοπίζει ωστόσο  αλλαγές μέσα στα χρόνια.

«Αυτό που έχει αλλάξει με τα χρόνια είναι κυρίως τα ερεθίσματα που δέχονται τα παιδιά και ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνουν τη συμπεριφορά τους. Σήμερα, τα παιδιά εκτίθενται σε πολύ περισσότερα αρνητικά ερεθίσματα, κυρίως μέσα από το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό, σε συνδυασμό με την έντονη ψυχολογική πίεση που συχνά βιώνουν και τη δυσκολία τους να αναγνωρίσουν και να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους, μπορεί να οδηγήσει σε πιο έντονες αντιδράσεις και επιθετικές συμπεριφορές», εξηγεί και συμπληρώνει ότι ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας που έχει αλλάξει κατά τη γνώμη του είναι «η στάση των παρατηρητών απέναντι σε ένα περιστατικό βίας».

«Παλαιότερα, όταν κάποιος γινόταν μάρτυρας μιας σύγκρουσης, ήταν πιο συνηθισμένο να προσπαθήσει να παρέμβει, να χωρίσει τα παιδιά ή να ενημερώσει κάποιον εκπαιδευτικό. Σήμερα, παρατηρώ ότι αρκετές φορές κυριαρχούν η σιωπή, η απάθεια και η αδιαφορία. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, αντί κάποια παιδιά να προσπαθήσουν να σταματήσουν μια σύγκρουση ή να ζητήσουν βοήθεια, επιλέγουν να τη βιντεοσκοπήσουν με το κινητό τους και στη συνέχεια να διαμοιράσουν το υλικό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μάλιστα, πολλές φορές φαίνεται να αντλούν μια μορφή αναγνώρισης ή επιβεβαίωσης μέσα από αυτή τη διαδικασία, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι με αυτόν τον τρόπο ενισχύουν τη βία και γίνονται και τα ίδια μέρος του προβλήματος», εξηγεί και θυμάμαι όλες τις φορές που έχω δει ακόμα και ενήλικες να αντιδρούν κατά τον ίδιο τρόπο. Η καταγραφή γίνεται πιο σημαντική από την παρέμβαση. Για τον Φώτη Φειδά είναι και η στάση όσων παρακολουθούν την επιθετική συμπεριφορά που πρέπει να μας προβληματίσει», τονίζει.

Φώτης Φείδας, Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου: «Η ενδοσχολική βία δεν αφορά μόνο εκείνον που την ασκεί και εκείνον που τη δέχεται, αλλά και όσους επιλέγουν να παραμένουν αμέτοχοι ή ακόμη χειρότερα να την αναπαράγουν».

Τι βλέπουν οι εκπαιδευτικοί στην αυλή του σχολείου;

Ο Φώτης Φείδας θεωρεί ότι οι εργαζόμενοι στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση είναι μάλλον τυχεροί καθώς τα φαινόμενα ενδοσχολικής βίας που καλούνται να διαχειριστούν δεν είναι συνήθως τόσο έντονα σε σχέση με αυτά που σημειώνονται μεταξύ παιδιών μεγαλύτερων ηλικιών.

Παράλληλα, όπως επισημαίνει «υπάρχει ένα πιο παιδαγωγικό και προστατευτικό πλαίσιο, που μας επιτρέπει να παρεμβαίνουμε έγκαιρα και να προσεγγίζουμε τα παιδιά με μεγαλύτερη ευαισθησία».

ενδοσχολική βία εκπαιδευτικοί Istock

Μιλώντας για το πιο ακραίο περιστατικό που έχει τύχει να χρειαστεί να διαχειριστεί στην καριέρα του ο ίδιος περιγράφει: «Ένα από τα πιο σοβαρά περιστατικά που έχουμε κληθεί να αντιμετωπίσουμε αφορούσε τον επαναλαμβανόμενο διαδικτυακό εκφοβισμό μαθητή, μέσα από την ανάρτηση φωτογραφιών του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίες συνοδεύονταν από απρεπή σχόλια, υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς και προσβλητικές εκφράσεις. Ήταν ένα περιστατικό που μας προβλημάτισε ιδιαίτερα, καθώς η έκθεση του παιδιού δεν περιοριζόταν στο σχολικό περιβάλλον, αλλά συνεχιζόταν και εκτός σχολείου, επηρεάζοντας την ψυχολογία και τις σχέσεις του με τους συμμαθητές του».

Οι εργαζόμενες στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Γυμνάσιο- Λύκειο) Γ.Π. και Μ.Σ Μοιράζονται πιο έντονα περιστατικά με τη σειρά τους, υποστηρίζοντας όσα έλεγε νωρίτερα ο Φώτης Φείδας περί «τύχης».

«Ένα από τα πιο σοβαρά περιστατικά ενδοσχολικής βίας που κλήθηκα να διαχειριστώ συνέβη πριν από περίπου 14 χρόνια, σε Γυμνάσιο μιας μικρής επαρχιακής κοινότητας. Το περιστατικό αφορούσε 3 μαθητές. Ο ένας, ο οποίος αντιμετώπιζε σημαντικές μαθησιακές δυσκολίες και είχε περιορισμένες γνωστικές ικανότητες, ασκούσε συστηματικά σωματική βία σε έναν συμμαθητή του, επίσης ιδιαίτερα ευάλωτο, με σημαντικές μαθησιακές και γνωστικές δυσκολίες. Όπως διαπιστώθηκε, η επιθετική αυτή συμπεριφορά εκδηλωνόταν έπειτα από παρότρυνση ενός τρίτου μαθητή, ο οποίος ουσιαστικά υποκινούσε τον εκφοβισμό», λέει η Γ.Π.

Γ.Π.: «Το περιστατικό συστηματικής σωματικής ενδοσχολικής βίας αποκαλύφθηκε όταν η μητέρα του μαθητή που δεχόταν τη βία παρατήρησε μώλωπες στα χέρια του παιδιού της και ενημέρωσε τη Διεύθυνση του σχολείου».

Η διαχείριση του παραπάνω περιστατικού ήταν σύνθετη, «ιδιαίτερα λεπτή και απαιτητική», λέει. «Έπρεπε αφενός να προστατευθεί άμεσα ο μαθητής που υφίστατο τον εκφοβισμό και αφετέρου να αντιμετωπιστεί η συμπεριφορά των άλλων δύο μαθητών, χωρίς να προκληθούν εντάσεις μεταξύ των οικογενειών, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια μικρή τοπική κοινωνία», περιγράφει για την περιπλοκότητα της κατάστασης.

«Ακολούθησε μια συντονισμένη, επίμονη και διακριτική προσπάθεια από τη Διεύθυνση και τους εκπαιδευτικούς, με συζητήσεις και συνεργασία με τις εμπλεκόμενες οικογένειες. Τελικά, η οικογένεια του μαθητή που υποκινούσε τα περιστατικά, και ο οποίος είχε παρουσιάσει και άλλες σοβαρές δυσκολίες συμπεριφοράς στο σχολικό περιβάλλον, συναίνεσε στη μετεγγραφή του σε Γυμνάσιο γειτονικής κοινότητας. Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στην εκτόνωση της κατάστασης και στον τερματισμό των συγκεκριμένων περιστατικών.

Αυτό που θεωρώ σημαντικό να επισημάνω είναι ότι το περιστατικό συνέβη σε μια εποχή κατά την οποία δεν υπήρχε η σημερινή δυνατότητα υποστήριξης από σχολικούς ψυχολόγους και άλλους εξειδικευμένους επαγγελματίες. Η ευθύνη της διαχείρισης τέτοιων σύνθετων καταστάσεων βάραινε σχεδόν αποκλειστικά τη Διεύθυνση και τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι καλούνταν να ενεργήσουν αξιοποιώντας την παιδαγωγική τους εμπειρία, τη συνεργασία και την προσωπική τους ευαισθησία», τονίζει η Γ.Π. και καταλήγει:

«Εκτιμώ ότι, παρά τις δυσκολίες και την έλλειψη εξειδικευμένων υποστηρικτικών δομών, καταφέραμε να διαχειριστούμε αποτελεσματικά τη συγκεκριμένη κρίση. Ωστόσο, δεν θα έλεγα ότι διαθέταμε όλα τα απαραίτητα εργαλεία. Η εμπειρία αυτή ανέδειξε για μένα πόσο αναγκαία είναι η παρουσία ειδικών επιστημόνων στο σχολείο, όχι μόνο για την αντιμετώπιση περιστατικών βίας, αλλά και για την ουσιαστική υποστήριξη όλων των εμπλεκόμενων μαθητών, ιδιαίτερα εκείνων που παρουσιάζουν αυξημένη ευαλωτότητα».

ενδοσχολική βία εκπαιδευτικοί Istock

Για τη Μ.Σ. ένα από τα ακραία περιστατικά στο οποίο υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, ήταν «η προσπάθεια ενός μαθητή να γυρίσει ανάποδα έναν συμμαθητή του και να τον ρίξει στον κάδο απορριμμάτων, με κίνδυνο τον σοβαρό τραυματισμό του. Η χλευαστική και ταπεινωτική διάθεση του παιδιού που έκανε αυτήν την πράξη ήταν πραγματικά σοκαριστική».

Υπάρχουν κατάλληλα εργαλεία διαχείρισης για τους εκπαιδευτικούς ώστε να αντιμετωπίζουν τέτοια ακραία περιστατικά; Η Γ.Π. επεσήμανε ότι δεν ένιωσε να υπήρχαν όταν τα χρειάστηκε πριν από 14 χρόνια στο Γυμνάσιο όπου εργαζόταν. Για τον Φώτη Φείδα στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση: «τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση».

Φώτης Φείδας: «Πλέον υπάρχει ένα πιο οργανωμένο θεσμικό πλαίσιο για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της ενδοσχολικής βίας και του εκφοβισμού. Μέσα από το πρωτόκολλο πρόληψης, κάθε σχολική μονάδα μπορεί να διαμορφώνει μια συγκεκριμένη πολιτική, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις διαστάσεις και τις παραμέτρους της σχολικής λειτουργίας».

«Παράλληλα, το πρωτόκολλο διαχείρισης μας δίνει τη δυνατότητα να αξιολογούμε το επίπεδο σοβαρότητας κάθε περιστατικού και να προχωρούμε στις κατάλληλες ενέργειες με πιο συστηματικό και οργανωμένο τρόπο», εξηγεί.

Παρότι σημαντική πολύ η ύπαρξή τους, η αλήθεια είναι ότι «τα πρωτόκολλα δεν αρκούν», όπως θα πει ο Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου. «Χρειάζεται ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, αλλά κυρίως σταθερή και καθημερινή παρουσία διεπιστημονικών ομάδων σε κάθε σχολική μονάδα, με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς. Σήμερα υπάρχει ο θεσμός της ΕΔΥ, που αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, όμως στη δική μας περίπτωση η παρουσία της περιορίζεται σε μία ημέρα την εβδομάδα. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν επαρκεί για να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες της σχολικής κοινότητας». Όπως λέει η βία δεν εμφανίζεται συγκεκριμένες ημέρες της εβδομάδας. Και τα εργαλεία παρότι περισσότερα σήμερα, δεν καλύπτουν όλα τα κενά. «Για μένα, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να έχουμε ένα πρωτόκολλο για να αντιμετωπίσουμε τη βία όταν εμφανιστεί, αλλά να έχουμε και τους ανθρώπους, τον χρόνο και τις κατάλληλες συνθήκες για να την προλαμβάνουμε», σχολιάζει ο Φώτης Φειδάς.

Τι μπορεί να κάνει ένας εκπαιδευτικός όταν εντοπίζει περιστατικά ενδοσχολικής βίας;

Ο Φώτης Φείδας περιγράφει τη διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση που ένας εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση αντιληφθεί ένα περιστατικό ενδοσχολικής βίας. «Όταν εντοπίζουμε ένα τέτοιο περιστατικό, οφείλουμε να παρεμβαίνουμε άμεσα, με ψυχραιμία και διακριτικότητα, διασφαλίζοντας πρώτα απ’ όλα την ασφάλεια και την προστασία των παιδιών. Είναι σημαντικό να ακούμε προσεκτικά όλους τους εμπλεκόμενους, χωρίς να βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα, και να δημιουργούμε ένα κλίμα εμπιστοσύνης, ώστε τα παιδιά να αισθάνονται ότι μπορούν να μιλήσουν χωρίς φόβο.

Στη συνέχεια, ακολουθούμε τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα διαχείρισης της ενδοσχολικής βίας και ενημερώνουμε τη διεύθυνση του σχολείου και τους αρμόδιους εκπαιδευτικούς.

Παράλληλα, προχωρούμε σε προσεκτική και διακριτική ενημέρωση των γονέων τόσο του παιδιού που δέχτηκε τη βία όσο και του παιδιού που την άσκησε, με στόχο τη συνεργασία και όχι την απόδοση ευθυνών ή τον στιγματισμό. Ιδιαίτερη σημασία δίνουμε και στην προστασία του παιδιού που μας μετέφερε την πληροφορία ή υπήρξε μάρτυρας του περιστατικού, ώστε να μη φοβηθεί ότι θα στοχοποιηθεί επειδή μίλησε. Όπου χρειάζεται, ενημερώνεται και η οικογένειά του, με σεβασμό στην εμπιστευτικότητα και στις ανάγκες προστασίας του.

Επιπλέον, ενημερώνουμε και συνεργαζόμαστε με τη διεπιστημονική ομάδα, ώστε να αξιολογηθεί η σοβαρότητα του περιστατικού και να σχεδιαστούν οι κατάλληλες παιδαγωγικές και υποστηρικτικές παρεμβάσεις. Είναι σημαντικό να υπάρχει συντονισμός και κοινή γραμμή αντιμετώπισης, γιατί τέτοιες καταστάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά από έναν εκπαιδευτικό μόνο του».

Όπως λέει ωστόσο, η διαχείριση του περιστατικού δεν σταματά εκεί καθώς χρειάζεται και το απαραίτητο follow up. «Χρειάζεται να παρακολουθούμε την εξέλιξη της κατάστασης, να στηρίζουμε τα παιδιά και να διασφαλίζουμε ότι το περιστατικό δεν επαναλαμβάνεται.

Istock

Παράλληλα, θεωρώ ότι η ουσιαστικότερη δουλειά γίνεται καθημερινά μέσα στην τάξη, μέσα από την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης, του σεβασμού, της αποδοχής της διαφορετικότητας και της διαχείρισης των συναισθημάτων. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δίνουμε και στον ρόλο των παρατηρητών, ώστε τα παιδιά να κατανοήσουν ότι δεν πρέπει να παραμένουν αμέτοχα, αλλά να αναφέρουν τέτοια περιστατικά σε έναν ενήλικα που εμπιστεύονται».

Φώτης Φείδας: «Ο ρόλος μας δεν είναι απλώς να σταματήσουμε μια βίαιη συμπεριφορά εκείνη τη στιγμή, αλλά να προστατεύσουμε τα παιδιά, να αναζητήσουμε τα βαθύτερα αίτια και να συμβάλουμε στην αλλαγή των συμπεριφορών που οδηγούν στη βία».

Για τη Μ.Σ. είναι κρίσιμη στη διαχείριση «η συνεργασία με την οικογένεια του μαθητή/της μαθήτριας, ο διάλογος με τον μαθητή και η νουθεσία του», αλλά και η διερεύνηση των αιτιών που οδήγησαν στη συμπεριφορά του: «και κατά πόσο αυτή προέρχεται από βιώματα εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος».

«Συχνά βέβαια, οι βίαιες και αποκλίνουσες συμπεριφορές είναι επαναλαμβανόμενες. Στις περιπτώσεις αυτές, γίνεται αισθητή η ανάγκη σταθερής παρουσίας ψυχολόγου ή κοινωνικού λειτουργού στο σχολικό περιβάλλον», συμπληρώνει.

«Ο διάλογος δεν θα πρέπει να περιορίζεται μεταξύ μαθητή –κηδεμόνων- διδασκόντων, αλλά με αφορμή το όποιο συμβάν, να γίνεται συζήτηση στην τάξη με όλα τα παιδιά. Είναι σημαντικό να γνωρίζουν όλοι οι μαθητές α) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους β) πώς να βάζουν όρια γ) την εφαρμογή βασικών κανόνων συμπεριφοράς του τύπου “ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσεις”. Η επικοινωνία μεταξύ μαθητών και δασκάλων πρέπει να είναι τακτική και ειλικρινής, ιδιαίτερα στην εποχή μας που οι οικογενειακές συνθήκες (πολύωρη εργασία γονέων, πολλές δραστηριότητες των παιδιών) δεν αφήνουν πολλά χρονικά περιθώρια επαφής και επικοινωνίας μεταξύ των μελών της οικογένειας. Μοιάζει πλέον η συγκέντρωση γύρω από το οικογενειακό τραπέζι να είναι πολυτέλεια! Και βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε πως οι εκπαιδευτικοί καλούνται να καλύψουν κενά της διαπαιδαγώγησης των παιδιών από τους γονείς τους. Γονείς που δεν έχουν χρόνο να παρατηρήσουν αλλαγές στη συμπεριφορά των παιδιών τους ή που αρνούνται να τις δουν, είναι σύνηθες φαινόμενο», επισημαίνει η Μ.Σ.

ενδοσχολική βία εκπαιδευτικοί Istock

Για τη Γ.Π. «Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι καθοριστικός, τόσο στην πρόληψη όσο και στην έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση περιστατικών ενδοσχολικής βίας». Η προϋπόθεση για να παρέμβει ουσιαστικά είναι κατά τα λεγόμενά της «η οικοδόμηση μιας σχέσης εμπιστοσύνης με τους μαθητές και τις μαθήτριές του».

«Τα παιδιά πρέπει να αισθάνονται ότι μπορούν να απευθυνθούν στον εκπαιδευτικό τους χωρίς φόβο, ντροπή ή ανησυχία ότι θα εκτεθούν ή ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί. Πρέπει να γνωρίζουν ότι θα τα ακούσει με προσοχή, θα τα αντιμετωπίσει με σεβασμό, θα πάρει στα σοβαρά όσα του εμπιστεύονται και θα ενεργήσει για την προστασία τους.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα, καθώς οι μορφές της ενδοσχολικής βίας έχουν αλλάξει. Πολλά περιστατικά, ιδιαίτερα εκείνα που σχετίζονται με τον διαδικτυακό εκφοβισμό, εκδηλώνονται έξω από τον σχολικό χώρο και συχνά παραμένουν αθέατα για τους εκπαιδευτικούς. Επομένως, ακόμη και ένας έμπειρος και ευαισθητοποιημένος εκπαιδευτικός δεν είναι πάντα σε θέση να αντιληφθεί τι πραγματικά συμβαίνει στις σχέσεις μεταξύ των μαθητών/τριών», τονίζει η Γ.Π.

Η ίδια περιγράφει πώς μπορεί να κινηθεί ο εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση όταν αντιληφθεί ένα περιστατικό ενδοσχολικής βίας: «Από τη στιγμή που ένα περιστατικό έρχεται στην αντίληψή του, ο εκπαιδευτικός οφείλει να ενημερώσει τη Διεύθυνση, τον/την σύμβουλο σχολικής ζωής, τις οικογένειες και τους αρμόδιους ειδικούς (σχολικός ψυχολόγος), ώστε να υπάρξει ουσιαστική αντιμετώπιση και όχι απλώς μια προσωρινή εκτόνωση της κατάστασης και κυρίως να προστατευθεί ο/η μαθητής/τρια», εξηγεί.

Για τη Γ.Π. προκειμένου να υπάρχει αποτέλεσμα πρέπει να παίξουν εξ’ αρχής το ρόλο τους και οι γονείς. Η τοποθέτησή της παρακάτω είναι που μας οδηγεί και στο επόμενο ερώτημα. Πώς αντιδρούν οι γονείς όταν ο εκπαιδευτικός τους ενημερώνει για το τι συμβαίνει στο σχολείο.

«Στο σημείο αυτό θεωρώ σημαντικό να αναφερθώ και στον ρόλο της οικογένειας στη διαμόρφωση της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτικών. Όταν οι γονείς αμφισβητούν συστηματικά το έργο των εκπαιδευτικών, απαξιώνουν τον παιδαγωγικό τους ρόλο ή καλλιεργούν μια αρνητική εικόνα για το σχολείο μπροστά στα παιδιά τους, είναι πολύ πιθανό να κλονίζεται και η εμπιστοσύνη των ίδιων των μαθητών προς τους εκπαιδευτικούς τους. Ένα παιδί που μεγαλώνει με την αντίληψη ότι ο εκπαιδευτικός δεν είναι άξιος εμπιστοσύνης δύσκολα θα στραφεί σε αυτόν όταν αντιμετωπίσει μια δύσκολη κατάσταση, όπως ένα περιστατικό εκφοβισμού. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι γονείς δεν έχουν δικαίωμα να ασκούν κριτική ή να εκφράζουν προβληματισμούς για τη λειτουργία του σχολείου. Η κριτική, όμως, χρειάζεται να είναι εποικοδομητική και να βασίζεται στον διάλογο και στον αμοιβαίο σεβασμό», επισημαίνει.

Γ.Π.: «Η εμπιστοσύνη των παιδιών προς τους εκπαιδευτικούς οικοδομείται τόσο μέσα στο σχολείο όσο και στο οικογενειακό περιβάλλον. Γι’ αυτό η ουσιαστική συνεργασία σχολείου και οικογένειας αποτελεί βασική προϋπόθεση για να αισθάνονται οι μαθητές ασφαλείς και να γνωρίζουν ότι υπάρχουν ενήλικες στους οποίους μπορούν να απευθυνθούν όταν χρειάζονται βοήθεια».

Κεφάλαιο ενημέρωση γονέων

Στο παρελθόν η στιγμή κατά την οποία οι εκπαιδευτικοί θα ενημέρωναν τους γονείς για την πρόοδο και τη διαγωγή σου ήταν πηγή άγχους. Τους μαθητές τους έτρωγε το στρες κι οι καθηγητές και οι δάσκαλοι ήταν authority figures που οι γονείς έτειναν να ακολουθούν τις συμβουλές τους «Ευαγγέλιο». Έχουμε περάσει στο άλλο άκρο όπως συχνά οι επικριτές του gentle parenting λένε; Τείνουν οι γονείς να αμφισβητούν τους εκπαιδευτικούς όταν τους μιλάνε για την επιθετικότητα των παιδιών τους ή συνεργάζονται;

Μ.Σ.: «Οι γονείς πολύ συχνά μοιάζουν να εκπλήσσονται όταν ενημερώνονται για τη συμπεριφορά των παιδιών τους ή τείνουν να τα δικαιολογούν».

«Όχι σπάνια, κατηγορούν τους διδάσκοντες πως αδικούν ή στοχοποιούν τα παιδιά τους. Είναι αμυντικοί, πράγματι πολλές φορές. Λίγοι είναι εκείνοι που δεν στέκονται με δυσπιστία απέναντι στους εκπαιδευτικούς και συνεργάζονται μαζί τους με αίσθημα εμπιστοσύνης για το καλό των παιδιών τους», απαντά η Μ.Σ. στο ερώτημα.

Για τη Γ.Π. η ύπαρξη ή μη ουσιαστικής επικοινωνίας γονέων και παιδιού παίζει μεγάλο ρόλο στην αντίδραση των πρώτων. «Αρκετά συχνά διαπιστώνω μια αρχική απροθυμία να αποδεχτούν ότι το παιδί τους μπορεί να έχει εκδηλώσει προβληματική ή επιθετική συμπεριφορά. Ορισμένοι γονείς αντιδρούν αμυντικά, αμφισβητούν τα γεγονότα ή ακόμη και τις προθέσεις των εκπαιδευτικών, θεωρώντας ότι το παιδί τους αδικείται ή στοχοποιείται. Η στάση αυτή συχνά συνδέεται με τη δυσκολία ορισμένων οικογενειών να θέσουν σαφή όρια, να διαχειριστούν δύσκολες συμπεριφορές ή να αποδεχτούν ότι το παιδί τους χρειάζεται υποστήριξη. Δεν θεωρώ, βέβαια, ότι όλες οι οικογένειες αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο ούτε ότι η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στους γονείς. Θα ήθελα, ωστόσο, να τονίσω ότι οι εκπαιδευτικοί, στη μεγάλη τους πλειονότητα, είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι απέναντι στις δυσκολίες των μαθητών τους και αντιμετωπίζουν τέτοιες καταστάσεις με υψηλό αίσθημα ευθύνης, ενσυναίσθηση και ειλικρινές ενδιαφέρον για την ευημερία κάθε παιδιού», επισημαίνει η καθηγήτρια Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Γ.Π.: «Οι εκπαιδευτικοί, στην μεγάλη πλειοψηφία τους, δεν επιδιώκουν να κατηγορήσουν ή να τιμωρήσουν ένα παιδί, αλλά να κατανοήσουν τις αιτίες της συμπεριφοράς του και να το βοηθήσουν ουσιαστικά».

Για εκείνη «Χρειάζεται υπομονή, επιμονή και ειλικρινής διάλογος, ώστε οι γονείς να αντιληφθούν ότι ο εκπαιδευτικός δεν βρίσκεται απέναντί τους, αλλά δίπλα τους, με κοινό στόχο το συμφέρον του παιδιού. Όταν σχολείο και οικογένεια αμφισβητούν το ένα το άλλο αντί να συνεργάζονται, εκείνοι που τελικά ζημιώνονται περισσότερο είναι οι ίδιοι οι μαθητές/τριες. Αντίθετα, όταν οικοδομηθεί μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ακόμη και μια δύσκολη κατάσταση μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για μια ουσιαστική αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού».

Ο Φώτης Φείδας από πλευράς του επισημαίνει ότι η συνεργασία με τους γονείς «αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την αποτελεσματική διαχείριση περιστατικών ενδοσχολικής βίας και εκφοβισμού».

Κατά τη δική του εμπειρία «οι αντιδράσεις των γονέων ποικίλλουν και συχνά επηρεάζονται από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη συμπεριφορά του παιδιού τους, αλλά και από τη συναισθηματική τους εμπλοκή».

Istock

«Υπάρχουν γονείς που είναι ιδιαίτερα συνεργάσιμοι, αναγνωρίζουν τη σοβαρότητα της κατάστασης και επιδιώκουν από κοινού με το σχολείο να βρεθεί μια λύση. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η αρχική αντίδραση είναι η άρνηση, η αμφισβήτηση ή η προσπάθεια υποβάθμισης του περιστατικού. Ειδικά όταν πρόκειται για το παιδί που έχει εκδηλώσει επιθετική συμπεριφορά, ορισμένοι γονείς δυσκολεύονται να αποδεχτούν ότι το παιδί τους μπορεί να έχει εμπλακεί σε ένα τέτοιο περιστατικό. Συχνά υιοθετούν μια αμυντική στάση, θεωρώντας ότι η ενημέρωση από το σχολείο αποτελεί κριτική προς τους ίδιους ή αμφισβήτηση του γονεϊκού τους ρόλου.

Από την άλλη πλευρά, οι γονείς του παιδιού που έχει δεχτεί τη βία είναι συνήθως συναισθηματικά φορτισμένοι, εκφράζουν έντονη ανησυχία και πολλές φορές απαιτούν άμεσες λύσεις. Είναι απόλυτα κατανοητό να θέλουν να προστατεύσουν το παιδί τους, ωστόσο χρειάζεται να διατηρηθεί ένα κλίμα ψυχραιμίας και συνεργασίας, ώστε η διαχείριση να είναι ουσιαστική και παιδαγωγικά αποτελεσματική», εξηγεί ο Φώτης Φειδάς.

Υπάρχει όμως αποτέλεσμα όταν τελικά συνεργαστούν σχολείο και γονείς; «Πιστεύω πως ναι, όταν υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη, συνέπεια και κοινή στάση μεταξύ σχολείου και οικογένειας. Ακόμη και γονείς που αρχικά εμφανίζονται αμυντικοί, πολλές φορές μέσα από τον διάλογο και τη συστηματική επικοινωνία μπορούν να αναγνωρίσουν το πρόβλημα και να συνεργαστούν».

«Το ζητούμενο δεν είναι να αναζητήσουμε ποιος γονέας ή ποιο παιδί φταίει, αλλά να διαμορφώσουμε μια κοινή παιδαγωγική στάση. Η οικογένεια και το σχολείο δεν πρέπει να λειτουργούν ως δύο αντίπαλες πλευρές, αλλά ως συνεργάτες με κοινό στόχο την ολόπλευρη ανάπτυξη και την ψυχοσυναισθηματική ασφάλεια του παιδιού», επισημαίνει ο ίδιος.

Τι πρέπει να αλλάξει για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο;

Ένα σύνθετο φαινόμενο όπως η ενδοσχολική βία έχει και σύνθετο τρόπο αντιμετώπισης. Οι εκπαιδευτικοί με τους οποίους μιλήσαμε συμφωνούν σε αυτό. Ο καθένας έχει τη δική του άποψη να εισφέρει στο τι χρειάζεται να αλλάξει στην εκπαίδευση το 2026 για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για ουσιαστική αντιμετώπιση της βίας στα σχολεία.

Γ.Π., Καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: «Πιστεύω ότι, για να περιοριστούν ουσιαστικά τα φαινόμενα ενδοσχολικής βίας, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη και στην καλλιέργεια ενός σχολικού περιβάλλοντος που βασίζεται στον αλληλοσεβασμό, την ενσυναίσθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και την εμπιστοσύνη. Θεωρώ απαραίτητη τη σταθερή παρουσία ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών στα σχολεία, τη συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και την υλοποίηση βιωματικών δράσεων που ενισχύουν τις κοινωνικές δεξιότητες των μαθητών.

Καθοριστικής σημασίας, ωστόσο, θεωρώ την ουσιαστική συνεργασία σχολείου και οικογένειας, καθώς και τον σεβασμό προς το εκπαιδευτικό έργο. Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να λειτουργούν ως σύμμαχοι, με κοινό στόχο την ολόπλευρη ανάπτυξη και την προστασία των παιδιών. Όταν ο παιδαγωγικός ρόλος των εκπαιδευτικών αμφισβητείται ή απαξιώνεται συστηματικά, υπονομεύεται η σχέση εμπιστοσύνης που είναι απαραίτητη για να αισθάνονται οι μαθητές ασφαλείς και να αναζητούν βοήθεια όταν τη χρειάζονται. Ο αμοιβαίος σεβασμός, η ειλικρινής επικοινωνία και η διάθεση συνεργασίας αποτελούν ικανή και αναγκαία συνθήκη για την αποτελεσματική πρόληψη της βίας.

Στην κατεύθυνση αυτή, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική την οργάνωση και συστηματική λειτουργία Σχολών Γονέων, που θα παρέχουν ενημέρωση, καθοδήγηση και υποστήριξη σε θέματα διαπαιδαγώγησης, οριοθέτησης και διαχείρισης δύσκολων συμπεριφορών».

Γ.Π.: «Η ενδοσχολική βία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσα στις σχολικές αίθουσες. Χρειάζεται ένας ισχυρός δεσμός συνεργασίας σχολείου, οικογένειας και Πολιτείας με αμοιβαία εμπιστοσύνη, σεβασμό και κοινή ευθύνη απέναντι στα παιδιά μας».

Φώτης Φείδας, Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου: «Χρειάζεται πρωτίστως να επαναπροσδιορίσουμε τον ίδιο τον ρόλο του σχολείου μέσα στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα.

Δυστυχώς, έχω την αίσθηση ότι η εποχή έχει ξεπεράσει σε αρκετά σημεία το σημερινό σχολείο. Εξακολουθούμε να λειτουργούμε μέσα σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που συχνά δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ραγδαίες κοινωνικές, τεχνολογικές και πολιτισμικές αλλαγές. Τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον έντονων ερεθισμάτων, συνεχούς πληροφόρησης, κοινωνικών αντιφάσεων και αυξημένης ψυχολογικής πίεσης, ενώ το σχολείο εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να είναι προσανατολισμένο στη μετάδοση γνώσεων και στην κάλυψη της διδακτέας ύλης, αφήνοντας συχνά σε δεύτερη μοίρα την κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των μαθητών.

Παράλληλα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι η βία αποτελεί ένα ευρύτερο κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο εκδηλώνεται και στο σχολικό περιβάλλον. Το σχολείο δεν λειτουργεί αποκομμένο από την κοινωνία, αλλά αντανακλά τις αξίες, τις αντιφάσεις, τις ανισότητες και τις συμπεριφορές της. Επομένως, δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε την ενδοσχολική βία ως ένα μεμονωμένο εκπαιδευτικό πρόβλημα, χωρίς να εξετάζουμε το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται.

Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν και οι χρόνιες ελλείψεις σε κτιριακές υποδομές, η υποστελέχωση των σχολικών μονάδων και η ανεπαρκής παρουσία εξειδικευμένου προσωπικού.

bullying iStock

Θεωρώ ότι οι υλικοτεχνικές συνθήκες και η επάρκεια του ανθρώπινου δυναμικού δεν είναι ζητήματα ανεξάρτητα από τη σχολική βία. Ένα σχολείο με περιορισμένους χώρους, πολυπληθή τμήματα, ελλείψεις προσωπικού και εκπαιδευτικούς που καλούνται καθημερινά να ανταποκριθούν σε πολλαπλούς ρόλους δυσκολεύεται αντικειμενικά να εξασφαλίσει τις συνθήκες ουσιαστικής πρόληψης, εξατομικευμένης υποστήριξης και έγκαιρης παρέμβασης.

Ιδιαίτερα σημαντική θεωρώ τη δημιουργία σταθερών διεπιστημονικών ομάδων σε κάθε σχολική μονάδα, με καθημερινή παρουσία ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών. Ο θεσμός της ΕΔΥ αποτελεί ένα θετικό βήμα, ωστόσο η παρουσία της για μία μόνο ημέρα την εβδομάδα, όπως συμβαίνει στη δική μας σχολική μονάδα, δεν επαρκεί για να ανταποκριθεί στις σύνθετες ψυχοκοινωνικές ανάγκες των μαθητών.

Ασφαλώς, τα πρωτόκολλα πρόληψης και διαχείρισης της ενδοσχολικής βίας αποτελούν σημαντικά θεσμικά εργαλεία. Ωστόσο, δεν μπορούμε να απαιτούμε από το σχολείο να αναλαμβάνει ολοένα περισσότερες κοινωνικές και παιδαγωγικές ευθύνες, χωρίς ταυτόχρονα να του εξασφαλίζουμε τους αναγκαίους ανθρώπινους και υλικούς πόρους.

Παράλληλα, θεωρώ απαραίτητη την ουσιαστική αναβάθμιση της κοινωνικής και συναισθηματικής αγωγής, τη συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και την ενίσχυση της συνεργασίας σχολείου και οικογένειας. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε ένα σχολικό περιβάλλον που θα καλλιεργεί την ενσυναίσθηση, την αποδοχή, την υπευθυνότητα και την ικανότητα ειρηνικής διαχείρισης των συγκρούσεων.

Πάνω απ’ όλα, όμως, πιστεύω ότι πρέπει να επαναφέρουμε στο επίκεντρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας το ίδιο το παιδί και τις πραγματικές του ανάγκες. Να έχουμε τον χρόνο και τη δυνατότητα να το παρατηρούμε, να το στηρίζουμε και να το ακούμε, ακόμη και μέσα από τη σιωπή του».

Φώτης Φείδας: «Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο με αποσπασματικές λύσεις και ένα σχολείο που λειτουργεί συχνά στα όρια των δυνατοτήτων του».

«Χρειαζόμαστε ένα σύγχρονο, συμπεριληπτικό και ουσιαστικά υποστηριζόμενο σχολείο, που θα μπορεί να λειτουργεί προληπτικά και να συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας με λιγότερη βία και περισσότερο σεβασμό στον άνθρωπο».

Μ.Σ., Καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: «Πυροσβεστικές και γρήγορες λύσεις δεν υπάρχουν. Η ενίσχυση του κύρους των εκπαιδευτικών, ώστε η φωνή τους να έχει επίδραση σε γονείς και μαθητές, τα μαθήματα Ηθικής φιλοσοφίας από το νηπιαγωγείο, οι υποστηρικτικές δομές από ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, θα μπορούσαν να βελτιώσουν την κατάσταση».

Μ.Σ.: «Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως το σχολείο είναι κύτταρο ενός οργανισμού, της κοινωνίας ολόκληρης. Όταν η κοινωνία βιάζεται και εκβιάζεται με πολλούς τρόπους και συνακόλουθα οδηγείται σε βίαιες εκτονώσεις, πώς θα παραμείνει το κύτταρο υγιές;».