Βάνα Πεφάνη: «Δεν θέλω να αποδείξω ότι μπορώ να ασκήσω εξουσία όπως ένας άντρας»
- 6 ΟΚΤ 2026
Η Βάνα Πεφάνη δεν χρειάζεται συστάσεις. Ηθοποιός, σκηνοθέτρια και καθηγήτρια υποκριτικής είναι μερικές από τις ιδιότητές της. Με την δεύτερη από αυτές τις ιδιότητες είναι που επιστρέφει σε λίγες ημέρες για να προτείνει μία ξεχωριστή θεατρική εμπειρία που αν δεν πρόλαβες να δεις πέρυσι, φέτος δεν πρέπει να αφήσεις την ευκαιρία να πάει χαμένη. Η Βάνα Πεφάνη σκηνοθετεί το Μένγκελε του Θανάση Τριαρίδη, το οποίο από την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου και για 7 μόνο παραστάσεις θα φιλοξενείται στη σκηνή του ΠΛΥΦΑ. Παράλληλα σκηνοθετεί και την κωμωδία Restart που θα παρουσιάζεται στο Θέατρο Συγγρού 33 από τις 14 Οκτωβρίου.
Με αφορμή την παράσταση Μένγκελε, που επιστρέφει στη σκηνή η Βάνα Πεφάνη μιλά στο LadyLike για την ανάγκη που της γεννήθηκε να καταπιαστεί με τη σκηνοθεσία, τις καθημερινές «εκατό μικρές αμφισβητήσεις» που δέχεται ως γυναίκα καλλιτέχνης, την πολυπλοκότητα που λείπει από τους γυναικείους ρόλους στην ελληνική τηλεόραση, το σκοτάδι και το φως που δεν είναι ανεξάρτητο από τις επιλογές και τις αποφάσεις που παίρνουμε κάθε στιγμή, τις ηθικές κόκκινες γραμμές της ως σκηνοθέτρια αλλά και την ευθύνη του να παρουσιάζεις ένα ελληνικό έργο στο εξωτερικό.
Βλέπεις, το Μένγκελε έχει ήδη ταξιδέψει στη Ζυρίχη το 2026 και τον Ιανουάριο του 2027 πρόκειται να παρουσιαστεί ξανά στο Bühne S – Theater im Bahnhof Stadelhofen. Ένα έργο που διαδραματίζεται σε ένα νυχτερινό δρομολόγιο τρένου, όπου ένας διοικητικός υπάλληλος και μια υποψήφια διδάκτορας Ιστορίας μοιράζονται το ίδιο κουπέ. Μια ξαφνική διακοπή ρεύματος τους οδηγεί σε ένα παιδικό παιχνίδι ρόλων: εκείνος γίνεται ο διαβόητος «Άγγελος του Θανάτου» Γιόζεφ Μένγκελε, ενώ εκείνη η Εσθήρ, εγγονή μιας Εβραίας επιζήσασας από τα πειράματά του. Το παιχνίδι σύντομα ξεπερνά τα όρια. Για τη Βάνα Πεφάνη το Μένγκελε είναι «ένας ενδιάμεσος τόπος». Ένας τρόπος να μιλήσουμε για τη βία, όχι τη μεγάλη και ιστορική, αυτή που δεν φωνάζει, την ατομική. Κι ίσως αυτή να είναι η πιο επίκαιρη στιγμή να μιλήσουμε όχι μόνο για τον φασισμό που πάντα ελλοχεύει αλλά και γι’ αυτή τη διαβρωτική, καθημερινή βία.
– Πόσο σημαντικό είναι να μιλάμε για τη φρίκη του ναζισμού τώρα, που στη δική μας επικαιρότητα αποφυλακίστηκε ο Ηλίας Κασιδιάρης και δηλώνει έτοιμος να επιστρέψει στην πρώτη γραμμή;
Είναι αναγκαίο, να προσέξουμε κάτι: ο ναζισμός δεν είναι μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που κοιτάζουμε και λέμε «τι φρικτοί άνθρωποι υπήρχαν τότε». Αν τον τοποθετήσουμε μόνο στο παρελθόν, έχουμε ήδη βρει έναν πολύ βολικό τρόπο να μην τον αναγνωρίζουμε στο παρόν. Η αποφυλάκιση ενός ανθρώπου που καταδικάστηκε για ηγετικό ρόλο σε εγκληματική οργάνωση και η δηλωμένη πρόθεσή του να επιστρέψει στην πολιτική δεν είναι απλώς μια είδηση. Είναι δοκιμασία της συλλογικής μας μνήμης.
Το επικίνδυνο είναι η επιστροφή μιας γλώσσας: η περιφρόνηση της δημοκρατίας, η κατασκευή εχθρών, η παρουσίαση της βίας σαν δύναμη. Ο φασισμός μπορεί να επιστρέψει επικοινωνιακά εκσυγχρονισμένος, μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και την αγανάκτηση μιας κοινωνίας.
Το Μένγκελε δεν λέει «κοιτάξτε τι έκαναν κάποτε τα τέρατα». Ρωτά τι επιτρέπουμε εμείς σήμερα να γίνει κανονικό. Γιατί η βαρβαρότητα δεν αρχίζει στον θάλαμο αερίων. Αρχίζει όταν δεχόμαστε ότι κάποια ανθρώπινη ζωή αξίζει λιγότερο.
– Πότε και πώς ξεκίνησε η σχέση σας με τη σκηνοθεσία; Τι είναι αυτό που περισσότερο απολαμβάνετε σε αυτή τη διαδικασία σε σχέση με την υποκριτική;
Δεν θυμάμαι ποια μέρα, ποια χρονιά ακριβώς, αλλά η σκηνοθεσία ξεκίνησε όταν άρχισα να γίνομαι ενοχλητική σαν ηθοποιός. Δεν μου αρκούσε να ξέρω πού μπαίνω, πού κάθομαι και γιατί κλαίω. Ήθελα να ξέρω γιατί ανεβαίνει το έργο, γιατί σήμερα και γιατί αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να βρίσκονται μαζί στο ίδιο δωμάτιο.
Κάποια στιγμή οι ερωτήσεις ξεπέρασαν τα όρια του δικού μου ρόλου και άρχισαν να αφορούν ολόκληρη την παράσταση. Στην υποκριτική βιώνεις τον κόσμο από μέσα. Στη σκηνοθεσία βρίσκεσαι ταυτόχρονα μέσα και έξω από αυτόν. Ακούς τη φωνή, αλλά ακούς και τη σιωπή γύρω της. Βλέπεις τον ηθοποιό, αλλά προσπαθείς να αισθανθείς και το βλέμμα του θεατή.
Αυτό που απολαμβάνω περισσότερο είναι η στιγμή όπου ένα δωμάτιο γεμάτο διαφορετικούς ανθρώπους αρχίζει να λειτουργεί σαν ένας κοινός εγκέφαλος. Μια ιδέα περνά από τον έναν στον άλλον, μεταμορφώνεται και επιστρέφει σε εσένα αγνώριστη. Τότε καταλαβαίνεις ότι η παράσταση δεν ανήκει πλέον σε κανέναν ξεχωριστά. Έχει αποκτήσει τη δική της μνήμη.
– Εσάς ποια είναι η στάση σας απέναντι στο σκοτάδι που υπάρχει στην κοινωνία μας; Ποιος είναι ο προσωπικός σας τρόπος να αντιστέκεστε;
Δεν πιστεύω σε μια αφηρημένη μάχη ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Το σκοτάδι βρίσκεται μέσα στις καθημερινές μας επιλογές: στο πότε σωπαίνουμε, ποια προσβολή αφήνουμε να περάσει, ποιον άνθρωπο αποφασίζουμε ότι δεν μας αφορά. Εκεί αρχίζει και η αντίσταση.
Βάνα Πεφάνη: «Ο προσωπικός μου τρόπος είναι να προσπαθώ να μην συνηθίζω. Να μην θεωρώ φυσιολογική τη βία επειδή επαναλαμβάνεται, την αδικία επειδή είναι θεσμική ή την ταπείνωση επειδή παρουσιάζεται ως χιούμορ».
Και, βέβαια, αντιστέκομαι μέσα από τη δουλειά μου: επιλέγοντας ιστορίες που δεν επιτρέπουν στον θεατή να παραμείνει ασφαλής στη θέση του παρατηρητή. Δεν έχω την αυταπάτη ότι μια παράσταση ανατρέπει ένα σύστημα. Μπορεί όμως να χαλάσει για λίγο τη βολική του αφήγηση. Να δημιουργήσει μια ρωγμή. Η αντίσταση για μένα δεν είναι ηρωική χειρονομία. Είναι η καθημερινή άρνηση να παραδώσεις τη σκέψη, την ευαισθησία και την ευθύνη σου σε κάποιον άλλον.
– Είναι το θέατρο ένα μέσο αντίστασης σήμερα; Μπορεί να μετακινήσει πραγματικά τους ανθρώπους κατά την εμπειρία σας;
Το θέατρο δεν θα ρίξει μια κυβέρνηση και δεν θα σταματήσει έναν πόλεμο. Καλό είναι να μην υπερεκτιμούμε τον εαυτό μας- είμαστε άνθρωποι που φοράμε κοστούμια και ζητάμε από άλλους ανθρώπους να κλείσουν τα κινητά τους για 2 ώρες. Αλλά αυτό το τελευταίο δεν είναι καθόλου μικρό. Άγνωστοι άνθρωποι κάθονται μαζί, στο σκοτάδι, και παρακολουθούν το ίδιο γεγονός. Αναπνέουν μαζί. Γελούν και αμέσως ακούν το γέλιο των άλλων. Ξαφνικά η αντίδρασή τους γίνεται δημόσια.
Μια παράσταση μπορεί να μη σου αλλάξει άποψη. Μπορεί όμως να κάνει την άποψή σου λίγο λιγότερο βολική. Να σε κάνει να γελάσεις και, μισό δευτερόλεπτο αργότερα, να αναρωτηθείς γιατί γέλασες. Να σε αναγκάσει να παρατηρήσεις το σώμα σου: πότε σφίχτηκε, πότε θέλησες να φύγεις, πότε περίμενες από κάποιον άλλον να αντιδράσει. Αυτή είναι μια πραγματική μετακίνηση. Μικρή, σωματική και πιθανώς προσωρινή. Αλλά όλες οι μεγάλες μετακινήσεις αρχίζουν όταν κάτι μέσα μας δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει ακριβώς στην προηγούμενη θέση του.
– Στο δικό σας προσωπικό ταξίδι στη ζωή ποια είναι η πρώτη σημαντική στάση που ξεχωρίζετε;
Το Θέατρο Τέχνης. Ήταν η πρώτη φορά που μπήκα σε έναν χώρο και κατάλαβα ότι το θέατρο είχε υπάρξει πολύ πριν από εμένα και θα συνέχιζε να υπάρχει μετά από εμένα. Είναι μια πολύ χρήσιμη πληροφορία για έναν νέο ηθοποιό, επειδή συνήθως πιστεύει ότι μόλις ανακάλυψε την «πυρίτιδα».
Εκεί έμαθα τη σημασία της πειθαρχίας και της συλλογικής δουλειάς. Κατάλαβα ότι η δική σου υπέροχη στιγμή μπορεί να καταστρέφει τη σκηνή του άλλου. Ότι δεν έχει σημασία πόσο αληθινά κλαις, αν κανείς δεν ακούει τι λέγεται. Θυμάμαι, βέβαια, και τον φόβο. Την ανάγκη να αποδείξω ότι αξίζω να βρίσκομαι εκεί. Αλλά μέσα στον φόβο υπήρχε και κάτι πολύ καθαρό. Ήθελα να το κάνω αυτό. Όχι επειδή φανταζόμουν μια λαμπερή διαδρομή -ευτυχώς, γιατί θα είχα απογοητευτεί νωρίς. Αλλά επειδή πάνω στη σκηνή ένιωθα ότι το σώμα, η σκέψη και η φαντασία μπορούσαν για λίγο να είναι το ίδιο πράγμα.
– Η συντροφικότητα είναι ένας «σταθμός» διαρκείας πολλών ετών για εσάς. Αποζητάτε τη σταθερότητα στην προσωπική σας ζωή ως αντίβαρο ίσως στη ρευστότητα της επαγγελματικής ζωής ενός καλλιτέχνη;
Ναι, αλλά η σταθερότητα δεν σημαίνει ότι δύο άνθρωποι κάθονται ακίνητοι στον ίδιο καναπέ για πολλά χρόνια. Αυτό μοιάζει με αναμονή σε δημόσια υπηρεσία.
Για μένα συντροφικότητα σημαίνει ότι υπάρχει ένας άνθρωπος που γνωρίζει πολλές εκδοχές σου. Σε έχει δει πριν από την πρεμιέρα, μετά την αποτυχία, μέσα στην αμφιβολία, αλλά και τη στιγμή που έχεις πειστεί ότι μόλις δημιούργησες το χειρότερο έργο του δυτικού πολιτισμού. Και περιμένει ήρεμα μέχρι να συνέλθεις.
Η ζωή του καλλιτέχνη έχει μεγάλη ρευστότητα. Κάθε δουλειά τελειώνει και κάθε ομάδα που γίνεται «οικογένεια» συνήθως διαλύεται μόλις τελειώσουν οι παραστάσεις. Είναι πολύτιμο να υπάρχει μια σχέση που δεν εξαρτάται από την επιτυχία της στιγμής.
Βάνα Πεφάνη: «Η διάρκεια χρειάζεται κίνηση. Δεν μένεις με τον ίδιο άνθρωπο. Μένεις με έναν άνθρωπο που αλλάζει, ενώ αλλάζεις κι εσύ. Το δύσκολο και το όμορφο είναι να συνεχίζετε να αναγνωρίζετε ο ένας τον άλλον».
– Μεγαλώνοντας τι είναι αυτό που εκτιμάτε περισσότερο στους ανθρώπους που βρίσκονται στη ζωή σας, είτε στον σύντροφό σας είτε σε ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεστε;
Εκτιμώ την αξιοπιστία. Τον άνθρωπο που παραμένει παρών όταν η κατάσταση παύει να είναι ευχάριστη ή συμφέρουσα. Στο θέατρο είναι εύκολο να μιλάμε για οικογένεια, αγάπη και συλλογικότητα. Η πραγματική σχέση φαίνεται όταν υπάρχει αποτυχία, σύγκρουση, οικονομική δυσκολία ή διαφωνία.
Εκτιμώ τους ανθρώπους που μπορούν να συγκρουστούν χωρίς να επιδιώκουν την εξόντωση του άλλου. Που μπορούν να διαφωνήσουν χωρίς να ακυρώσουν όλη τη διαδρομή που προηγήθηκε. Και εκείνους που ξέρουν να μοιράζονται την ευθύνη, όχι μόνο την επιτυχία. Μεγαλώνοντας έχω λιγότερη υπομονή με τον ναρκισσισμό και μεγαλύτερη τρυφερότητα απέναντι στην ανθρώπινη αδυναμία. Δεν με ενδιαφέρει να έχω δίπλα μου αλάνθαστους ανθρώπους. Με ενδιαφέρουν όσοι μπορούν να αναγνωρίσουν το λάθος τους, να ζητήσουν συγγνώμη και να αλλάξουν. Η ικανότητα μετακίνησης είναι για μένα βαθύτερη αρετή από την εικόνα της τελειότητας.
– Από την εποχή που αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός τι έχει μείνει αναλλοίωτο μέσα σας μέχρι σήμερα;
Η περιέργεια. Η ανάγκη να καταλάβω γιατί ένας άνθρωπος κάνει κάτι που εξωτερικά μοιάζει ακατανόητο. Δεν πιστεύω ότι ο ηθοποιός πρέπει να δικαιώνει τον χαρακτήρα του, αλλά οφείλει να ανακαλύπτει τη λογική του-ακόμη κι όταν αυτή είναι σκοτεινή ή αποκρουστική. Έχει μείνει επίσης αναλλοίωτη η αγωνία πριν από την έκθεση. Η εμπειρία δεν με κάνει άφοβη. Φόβος σημαίνει ότι αυτό που πρόκειται να συμβεί δεν σου είναι αδιάφορο. Το ζήτημα είναι να μη ζητάς από τον φόβο την άδεια να προχωρήσεις.
Και έχει μείνει η χαρά του παιχνιδιού. Παρά την ευθύνη, την κούραση, την παραγωγή, τα οικονομικά και όλα όσα συσσωρεύονται γύρω από μια παράσταση, στο κέντρο υπάρχει κάτι πολύ απλό: άνθρωποι που μπαίνουν σε έναν άδειο χώρο και συμφωνούν να φανταστούν κάτι μαζί. Αν κάποτε πάψω να φοβάμαι, να απορώ ή να διασκεδάζω μέσα σε αυτή τη διαδικασία, τότε μάλλον θα πρέπει να κάνω κάτι άλλο. Ίσως κοσμήματα. Αν και, όπως έμαθα από το RESTART, που σκηνοθετώ τώρα, ούτε αυτό είναι ασφαλές επάγγελμα.
– Ως γυναίκα καλλιτέχνης με άποψη και γνώση υπήρξε στιγμή στην πορεία σας που έπρεπε να αποδείξετε διπλά την αξία σας σε σχέση με άντρες συναδέλφους σας;
Πολλές φορές. Και το πιο κουραστικό είναι ότι σπάνια εμφανίζεται κάποιος για να σου πει καθαρά: «Δεν σε εμπιστεύομαι επειδή είσαι γυναίκα». Θα ήταν σχεδόν ανακουφιστικό. Συνήθως εκφράζεται μέσα από εκατό μικρές αμφισβητήσεις.
Ένας άντρας σκηνοθέτης που επιμένει, «γνωρίζει τι θέλει». Μια γυναίκα που επιμένει, «έχει νεύρα» ή «είναι παράλογη». Ένας άντρας που αλλάζει γνώμη, είναι ευέλικτος. Μια γυναίκα που αλλάζει γνώμη, δεν είναι προετοιμασμένη. Είναι ένα παιχνίδι του οποίου οι κανόνες μετακινούνται διαρκώς. Για αρκετό καιρό πίστευα ότι η λύση ήταν να είμαι διπλά προετοιμασμένη, διπλά εργατική και να μη δείχνω ποτέ αμφιβολία. Αλλά αυτό είναι επίσης μια παγίδα, γιατί η καλλιτεχνική διαδικασία χρειάζεται κυρίως, αμφιβολία.
Βάνα Πεφάνη: «Σήμερα δεν θέλω να αποδείξω ότι μπορώ να ασκήσω εξουσία όπως ένας άντρας. Θέλω να δημιουργώ ένα δωμάτιο στο οποίο η σαφήνεια δεν απαιτεί φόβο και η ηγεσία δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος πρέπει να είναι ο εξυπνότερος από τους άλλους, κάθε λεπτό».
– Τηλεόραση με ποιους όρους θα κάνατε ξανά; Τι είναι αυτό που λείπει από την ελληνική μυθοπλασία το 2026;
Θα έκανα, με χαρά, ξανά τηλεόραση αν υπήρχε ένας ρόλος που δεν περιγράφεται μόνο ως «δυναμική γυναίκα», «μητέρα του πρωταγωνιστή» ή «μυστηριώδης πρώην». Οι γυναίκες μπορούν να είναι δυναμικές, μητέρες και πρώην, αλλά καλό είναι να διαθέτουν και νευρικό σύστημα.
Βάνα Πεφάνη: «Από την ελληνική μυθοπλασία μού λείπουν επίσης τα πραγματικά κοινωνικά σώματα. Οι άνθρωποι έχουν επάγγελμα, τάξη, οικονομική πίεση, πολιτική ιστορία. Δεν υπάρχουν σε ένα ουδέτερο, καλαίσθητο περιβάλλον».
Μου λείπουν γυναίκες που δεν ορίζονται μόνο από τη σχέση τους με έναν άντρα και ιστορίες που τολμούν να κοιτάξουν τη σύγχρονη Ελλάδα χωρίς νοσταλγία ή τουριστικό φίλτρο. Δεν μας λείπει το ταλέντο. Μας λείπουν συχνά ο χρόνος, η εμπιστοσύνη και η διάθεση να διακινδυνεύσουμε μια πραγματική αποτυχία.
– Το «Μένγκελε» θα ταξιδέψει και πάλι στη Ζυρίχη. Πόσο συγκινητικό είναι για εσάς να παρουσιάζετε ένα ελληνικό έργο στο εξωτερικό;
Είναι συγκινητικό να βλέπεις ένα κείμενο να περνά τα σύνορα της γλώσσας του και να εξακολουθεί να δημιουργεί εικόνες μέσα στους ανθρώπους. Στη Ζυρίχη αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ακούγονται οι λέξεις, αλλά τα σώματα παραμένουν εκεί. Η αναπνοή, η παύση, ο φόβος, η απόσταση ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς δεν χρειάζονται μετάφραση. Ανακαλύπτεις ότι το θέατρο επικοινωνεί συχνά μέσα από πράγματα παλαιότερα από τη γλώσσα. Παράλληλα, ο τόπος αλλάζει την παράσταση. Το Μένγκελε δεν ακούγεται με τον ίδιο τρόπο στην Αθήνα και στη Ζυρίχη. Κάθε πόλη φέρνει μέσα στην αίθουσα τη δική της ιστορία, τις δικές της σιωπές και τις δικές της ενοχές.
Το ουσιαστικό για μένα είναι ότι ένα έργο γραμμένο στην Ελλάδα δημιουργεί στη Ζυρίχη μια προσωρινή κοινότητα θεατών γύρω από μια κοινή ευθύνη. Δεν πηγαίνουμε εκεί για να αφηγηθούμε στους Ευρωπαίους τι έκαναν οι πρόγονοί τους. Πηγαίνουμε ως μέρος της ίδιας Ευρώπης που εξακολουθεί να κατασκευάζει σύνορα, αποκλεισμούς και κατηγορίες ανθρώπων των οποίων η ζωή θεωρείται λιγότερο άξια προστασίας.
– Αν μπορούσατε να ξεχωρίσετε ένα σχόλιο που έχετε δεχθεί από το κοινό γι’ αυτή την παράσταση και θα θέλατε να το ξέρουν οι άνθρωποι που θα έρθουν να τη δουν, ποιο θα ήταν αυτό;
Ένας θεατής μού είπε μετά την παράσταση: «Περίμενα συνεχώς ότι κάποιος θα το σταματήσει. Μετά κατάλαβα ότι κι εγώ καθόμουν εκεί και περίμενα».
Δεν έχει σημασία αν αυτές ήταν ακριβώς οι λέξεις. Σημασία έχει η θέση που περιγράφουν. Ο θεατής περίμενε από έναν χαρακτήρα, από τη σκηνοθεσία, να παρέμβει. Και κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι η δική του αναμονή αποτελούσε μέρος του γεγονότος. Αυτό θα ήθελα να γνωρίζουν όσοι έρθουν. Δεν θα παρακολουθήσουν μια αναπαράσταση του Άουσβιτς ούτε μια βιογραφία του Μένγκελε. Θα βρεθούν μπροστά σε έναν μηχανισμό που χρειάζεται ανθρώπους για να συνεχίσει: κάποιον που δίνει την εντολή, κάποιον που την εκτελεί και κάποιους που παρακολουθούν περιμένοντας να παρέμβει ένας άλλος. Η παράσταση δεν κατηγορεί τον θεατή. Του υπενθυμίζει όμως ότι βρίσκεται πραγματικά μέσα στην αίθουσα.
– Μιλώντας για ηθική κι ευθύνη μέσα από το «Μένγκελε», οι δικές σας ηθικές κόκκινες γραμμές ποιες είναι;
Δεν πιστεύω στην ταπείνωση σαν μέθοδο. Αν ένας ηθοποιός πρέπει να φοβάται τον σκηνοθέτη για να είναι «ανοιχτός», τότε δεν είναι ανοιχτός. Είναι φοβισμένος. Πρόκειται για εντελώς διαφορετικό πράγμα και συνήθως φαίνεται πάνω στη σκηνή.
Δεν δέχομαι επίσης το επιχείρημα ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα επειδή ο σκοπός είναι καλλιτεχνικός. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ελευθερία, αξιοπρέπεια και ανθρώπινα δικαιώματα στην παράσταση, ενώ στην πρόβα αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους σαν αναλώσιμο υλικό.
Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι αλάνθαστη. Η ηθική δεν είναι μια ταυτότητα που αποκτάς μία φορά και την επιδεικνύεις. Είναι καθημερινός έλεγχος της εξουσίας που έχεις. Για μένα ευθύνη σημαίνει να μπορεί ο άλλος να πει «όχι» χωρίς να φοβάται ότι θα τιμωρηθεί, θα γελοιοποιηθεί ή θα χάσει τη δουλειά του. Εκεί κρίνεται στην πράξη κάθε ωραία διακήρυξη.
– Έχετε πει ότι δεν θα συνεργαζόσασταν με ανθρώπους που έχουν κατηγορηθεί για κακοποιητικές συμπεριφορές. Τι ελπίζατε να έχει αλλάξει στον χώρο μετά από αυτές τις υποθέσεις και τι διαπιστώνετε να έχει αλλάξει πραγματικά;
Ήλπιζα ότι θα σταματούσαμε να πιστεύουμε στον μύθο του μεγάλου καλλιτέχνη που δικαιούται να καταστρέφει τους γύρω του επειδή είναι ιδιοφυΐα. Είναι ένας πολύ βολικός μύθος, κυρίως για τον μεγάλο καλλιτέχνη. Κάτι έχει αλλάξει. Οι άνθρωποι μιλούν ευκολότερα και διαθέτουν πια τις λέξεις για να περιγράψουν συμπεριφορές που παλαιότερα θεωρούνταν φυσιολογικό μέρος της δουλειάς. Το «έτσι είναι αυτός» δεν λειτουργεί πλέον τόσο εύκολα σαν κώδικας δεοντολογίας.
Βάνα Πεφάνη: «Αλλά ο χώρος ξεχνά γρήγορα. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν χρήματα, γνωριμίες ή ένα μεγάλο όνομα. Ξαφνικά αρχίζει η συζήτηση για τη δεύτερη ευκαιρία, συχνά πριν δοθεί πραγματική πρώτη ευκαιρία στους ανθρώπους που κατήγγειλαν την κακοποίηση».
Η Δικαιοσύνη αποφασίζει για την ποινική ευθύνη. Η προσωπική και επαγγελματική ευθύνη, όμως, δεν εξαντλείται στην ποινική απόφαση. Έχω δικαίωμα και υποχρέωση να επιλέγω τις συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζομαι. Δεν θεωρώ ότι η συνεργασία με οποιονδήποτε είναι απόδειξη αντικειμενικότητας. Μερικές φορές η άρνηση συνεργασίας είναι ο μόνος συγκεκριμένος τρόπος να πεις ότι όσα διακηρύσσεις έχουν πραγματικό κόστος.
Info: «Μένγκελε», του Θανάση Τριαρίδη σε σκηνοθεσία Βάνας Πεφάνη, στο ΠΛΥΦΑ από τις 7 Οκτωβρίου 2026. Με πρωταγωνιστές τους: Γιώργο Νάσιο και Εύα Πιάδη και σε ζωντανή μουσική επιμέλεια (Live Textures) του Orestis. Εισιτήρια και περισσότερες πληροφορίες εδώ.