Σας παρακαλώ, όχι άλλες μάνες
- 14 ΙΟΥΛ 2026
Ένα 6χρονο αγόρι νεκρό από πνιγμό στη Μεσσηνία. Ένας 20χρονος αυτιστικός νεκρός από πυρά αστυνομικών στο Άργος. Και πίσω από τις δύο πρόσφατες τραγωδίες, η σχεδόν αντανακλαστική αναζήτηση της ευθύνης σε μία μητέρα. Αντί ν’ ανοίξει επιτέλους μια ουσιαστική συζήτηση για τις ευθύνες της Πολιτείας, των θεσμών και της τρομακτικά πολυεπίπεδης έλλειψης εκπαίδευσης, η δημόσια σφαίρα δείχνει με το δάχτυλο 2 μητέρες που ήδη βιώνουν τη μεγαλύτερη απώλεια που μπορεί να γνωρίσει η ανθρώπινη φύση.
Στη Μεσσηνία και στην περίπτωση του 6χρονου αγοριού που πνίγηκε στην πισίνα ενοικιαζόμενης κατοικίας, όσο η καθαρίστρια μητέρα του εργαζόταν στον επάνω όροφο, το έκαναν οι αυτόκλητοι δικαστές του πληκτρολογίου. Τα γνωστά αφοπλιστικά ερωτήματα «Πού ήταν η μάνα;» «Γιατί δεν πρόσεχε;» εξαπολύθηκαν αντανακλαστικά επιχειρώντας να εξαντλήσουν άσκοπα μια συζήτηση που φτάνει εύκολα στα πιο νεκρωμένα κύτταρα ενός κοινωνικού κράτους που κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά. Στο Άργος, η ντροπιαστική απόδοση ευθυνών απέκτησε θεσμική υπόσταση, αυτή του δημάρχου της πόλης, ο οποίος από όλες τις διαθέσιμες τοποθετήσεις, έκανε pick σ’ αυτή της ένθερμης υπεράσπισης 2 αστυνομικών που άδειασαν 21 σφαίρες, πιθανότατα σε ευθεία βολή, πάνω σε έναν έντρομο 20χρονο- άοπλο- αυτιστικό με 89% αναπηρία καθώς πασχίζε απελπισμένα ν’ ανέβει έναν μαντρότοιχο για να σωθεί.
Την ώρα που ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, δήλωνε το αυτονόητο «αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας είναι να συλλαμβάνει εγκληματίες και όχι να σκοτώνει παιδιά», ο δήμαρχος Άργους-Μυκηνών και στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, Γιάννης Μαλτέζος, επέλεξε να μεταφέρει το επίκεντρο της συζήτησης στη μητέρα του 20χρονου Θοδωρή για να αναζητήσει ευθύνες.
Ως άλλος «βασιλικότερος του βασιλέως», ο δήμαρχος του Άργους δεν περιορίστηκε μόνο στην πλήρη στήριξή του προς τους δύο κατηγορούμενους αστυνομικούς, εκφράζοντας μάλιστα τον προβληματισμό του για την προφυλάκισή τους. Προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, διερωτώμενος πώς μια μητέρα άφησε έναν νέο άνθρωπο με αυτισμό να κυκλοφορεί οδηγώντας. Πάντα όλα είναι πιο βολικά όταν η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται στην ατομική ευθύνη.
Προβληματίστηκε ο δήμαρχος Άργους με την προφυλάκιση των 2 αστυνομικών που άδειασαν τα όπλα τους στον 20χρονο
Ο κος Μαλτέζος σε ψυχική κατάσταση πλήρους αναλγησίας μίλησε «έξω από τα δόντια και χωρίς στρογγυλέματα» επιχειρηματολογώντας με βαθύ το αίσθημα της απανθρωπιάς και με πολλά αχρείαστα “what if”.
«Τις τελευταίες ημέρες η πόλη μας βιώνει μια βαθιά κρίση μετά το τραγικό περιστατικό που κατέληξε στην απώλεια ενός 20χρονου συμπολίτη μας. Ως Δήμαρχος Άργους-Μυκηνών, ως νομικός αλλά και ως πολίτης αυτής της χώρας, οφείλω να μιλήσω έξω από τα δόντια και χωρίς στρογγυλέματα. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό για να κρυβόμαστε πίσω από λέξεις.
Η απόφαση για την προφυλάκιση των δύο αστυνομικών μάς γεμίζει προβληματισμό. Η προφυλάκιση, σύμφωνα με τον νόμο, δεν είναι προκαταβολή ποινής ούτε μέσο ικανοποίησης της κοινής γνώμης. Είναι ένα ακραίο περιοριστικό μέτρο που εφαρμόζεται όταν ο κατηγορούμενος είναι ύποπτος φυγής ή ύποπτος τέλεσης νέων αδικημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, μιλάμε για δύο οικογενειάρχες, δύο στελέχη με πάνω από 20 χρόνια έντιμης υπηρεσίας στην πρώτη γραμμή, χωρίς καμία σκιά στο παρελθόν τους. Δεν υπήρχε βέβαια κανένα προηγούμενο με το θύμα, ούτε καμία πρόθεση. Υπήρξε μια στιγμή ακραίας έντασης στο πεδίο. Ηθικά και νομικά, η προφυλάκισή τους μοιάζει περιττή και γεννά την εύλογη υποψία ότι η μεγάλη δημοσιότητα βάρυνε στην κρίση των δικαστών. Οι δικαστές, όμως, πρέπει να κρίνουν με το γράμμα του νόμου και όχι υπό το βάρος της τηλεοπτικής δημοσιότητας.
Από την άλλη πλευρά, ακούσαμε τη μητέρα του θανόντος να αναφέρεται στα σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς και την ιδιαιτερότητα του παιδιού της. Εννοείται ότι ένας νέος άνθρωπος χάθηκε και αυτό είναι ένα τραγικό γεγονός που δεν επιδέχεται σχετικοποίησης.
Το ερώτημα όμως είναι αμείλικτο: Όταν γνωρίζεις ότι ένας νέος άνθρωπος αντιμετωπίζει τέτοια προβλήματα, πώς τον αφήνεις να κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης, οδηγώντας επικίνδυνα και θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο ζωής αθώους πολίτες; Τι έκανες για να αποτρέψεις ένα τέτοιο συμβάν; Πώς διαφυλάσσεται αντίστοιχα η κοινωνία; Αν εκείνη τη μέρα το όχημα αυτό παρέσυρε και σκότωνε ένα παιδί στους δρόμους του Άργους (μια πιθανότητα απολύτως ορατή με βάση τη συμπεριφορά του) τι θα λέγαμε σήμερα;
Η δουλειά των αστυνομικών του δρόμου είναι καθημερινός πόλεμος. Αντιμετωπίζουν την παραβατικότητα με ελλιπή μέσα, χαμηλούς μισθούς και ανάγκη για περισσότερη εκπαίδευση. Αν ως κοινωνία τούς “σταυρώνουμε” σε κάθε λάθος χειρισμό κάτω από συνθήκες ακραίας πίεσης, το μήνυμα που στέλνουμε είναι καταστροφικό: τους αναγκάζουμε να αδρανήσουν. Αν συνεχίσουμε έτσι, αύριο ο κλέφτης θα είναι μέσα στο σπίτι μας, θα καλούμε την αστυνομία και εκείνοι θα έρχονται μετά από μισή ώρα, απλά για να καταγράψουν το συμβάν, επειδή κανείς δεν θα ρισκάρει πλέον να βάλει το χέρι του στη φωτιά.
Το Άργος χρειάζεται αστυνόμευση. Χρειάζεται μια αστυνομία με κύρος και αυτοπεποίθηση, στην οποία ο πολίτης θα μπορεί να στηριχτεί τη δύσκολη στιγμή.
Εκφράζω την απόλυτη και ειλικρινή μου στήριξη στους δύο αστυνομικούς και στις οικογένειές τους, που δοκιμάζονται σκληρά. Έχουμε εμπιστοσύνη στην ελληνική Δικαιοσύνη ότι στην πορεία της υπόθεσης θα επικρατήσει η νομική ορθότητα και η ψυχραιμία, μακριά από κραυγές και σκοπιμότητες.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΛΤΕΖΟΣ
ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΑΡΓΟΥΣ- ΜΥΚΗΝΩΝ»
Τι θα γινόταν αν ο 20χρονος έθετε σε κίνδυνο αθώους ανθρώπους; αναρωτιέται ο Γιάννης Μαλτέζος. Προφανώς δεν θα μάθουμε ποτέ κύριε δήμαρχε.
Η δήλωση του δημάρχου Άργους ξεπερνά τα όρια μιας διαφορετικής νομικής προσέγγισης. Είναι μια πολιτική δήλωση με βαθύ κοινωνικό αποτύπωμα.
Όταν ένας δημόσιος λειτουργός μεταφέρει το βάρος της συζήτησης από την κρατική διαχείριση ενός θανατηφόρου περιστατικού στη συμπεριφορά μιας μητέρας, στέλνει ένα μήνυμα που ενισχύει τον κοινωνικό στιγματισμό των ανθρώπων με αναπηρία και των οικογενειών τους. Άλλωστε, πάντα είναι πιο βολικό να κατηγορούν μία γυναίκα.
Ανάλογης έντασης μεροληψία και στην υπεράσπιση της προφυλάκισης των δύο αστυνομικών από τον δήμαρχο Άργους. Ακούσαμε ότι είναι οικογενειάρχες. Ότι υπηρετούν περισσότερα από 20 χρόνια. Ότι εργάζονται σε δύσκολες συνθήκες, με χαμηλούς μισθούς και ελλιπή μέσα. Ενδιάμεσα ακούσαμε και έναν θόρυβο, σαν πλυντήριο σε λειτουργία ξεπλύματος.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ο 20χρονος Θοδωρής δεν επιτέθηκε στους αστυνομικούς τη στιγμή των πυροβολισμών. Προσπαθούσε να διαφύγει πεζός, σκαρφαλώνοντας έναν μαντρότοιχο. Η ίδια η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. παραδέχθηκε ότι υπήρξαν επιχειρησιακά λάθη.
Αν, λοιπόν, υπήρξαν λάθη, τα ερωτήματα είναι αναπόφευκτα. Πόσο επαρκώς εκπαιδεύονται τα σώματα ασφαλείας όταν ακόμη και η ίδια η ηγεσία τους αναγνωρίζει επιχειρησιακά λάθη;
Πώς καταλήγει μια επιχείρηση καταδίωξης ενός άοπλου ανθρώπου σε δεκάδες πυροβολισμούς; Αυτό είναι το ερώτημα που οφείλει να απαντά με κάθε αυστηρότητα μια ευνομούμενη πολιτεία. Α, και να επιλέγει με σωστά κριτήρια τα πρόσωπα που την υπηρετούν σε θέσεις εξουσίας. Ρατσιστές και μισανάπηροι δεν χωράνε σε καρέκλες.
Η ίδια μετατόπιση ευθύνης εμφανίστηκε και στη Μεσσηνία
Ένα εξάχρονο παιδί έχασε τη ζωή του πέφτοντας σε πισίνα ενοικιαζόμενου καταλύματος. Και αμέσως εμφανίστηκε το γνωστό ερώτημα: «Πού ήταν η μάνα;». Τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί περιγράφουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που κατασκεύασαν πολλοί σχολιαστές. Μια 32χρονη μονογονέας, που εργαζόταν σε δύο δουλειές, ως καθαρίστρια και σε καφετέρια, προσπαθώντας να επιβιώσει μαζί με το παιδί της. Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι πήρε το παιδί μαζί στη δουλειά επειδή δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Γιατί δεν υπήρχαν δομές. Δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα για φύλαξη. Δεν υπήρχε ένα κράτος πρόνοιας που να μπορεί να στηρίξει ουσιαστικά μια εργαζόμενη μητέρα.
Άνθρωποι που τη γνωρίζουν μιλούν για μια αφοσιωμένη μητέρα που πάλευε καθημερινά να καλύψει τις ανάγκες του παιδιού της. Κι όμως, αντί να συζητήσουμε για τις συνθήκες που οδηγούν μια γυναίκα να μεγαλώνει μόνη της ένα παιδί δουλεύοντας εξαντλητικά ωράρια, αρκεστήκαμε να τη δικάσουμε από την ασφάλεια του πληκτρολογίου.
Στο Άργος, η μητέρα εμφανίζεται ως υπεύθυνη επειδή δεν συγκράτησε τον αυτιστικό γιο της. Στη Μεσσηνία, επειδή δεν μπορούσε να βρίσκεται ταυτόχρονα στη δουλειά και δίπλα στο παιδί της. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, η συζήτηση απομακρύνεται από τα πραγματικά ερωτήματα.
Πόσο αποτελεσματικό είναι το κοινωνικό κράτος όταν μια μονογονέας αναγκάζεται να παίρνει μαζί της το 6χρονο παιδί της στη δουλειά επειδή δεν υπάρχει καμία εναλλακτική;
Η ενοχοποίηση της μάνας είναι το εύκολο άλλοθι.
Όσο η δημόσια συζήτηση αποπροσανατολίζεται για να περιστραφεί τελικά γύρω από τις προσωπικές ευθύνες δύο γυναικών που έχασαν τα παιδιά τους, τόσο λιγότερες ευθύνες θα αποδίδονται σε μία Πολιτεία που αποτυγχάνει να προστατεύσει ακόμα και τους πιο ευάλωτους.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μοναδικό κοινό σημείο των δύο τραγωδιών: η κοινωνία βρήκε πολύ γρήγορα ποια μάνα θα κατηγορήσει, αλλά εξακολουθεί να δυσκολεύεται να κοιτάξει κατάματα τις δικές της ευθύνες.