Το super skinny σώμα είναι πάλι μόδα, κι αυτό είναι πρόβλημα
- 20 ΜΑΙ 2026
Μεγάλωσα σε μια εποχή στην οποία η Kate Moss βρισκόταν σε όλα τα εξώφυλλα των περιοδικών μόδας και στις μέσα σελίδες πόζαραν μοντέλα που πολύ θα ήθελαν να πάρουν τη θέση της. Η Moss είχε δείκτη μάζας σώματος 15 με 16, την ώρα που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρούσε ότι ένας ΔΜΣ κάτω από 16 είναι ένδειξη υποσιτισμού. Και πράγματι, έτσι ήταν: όπως αναφέρει η ίδια, στις φωτογραφίσεις και τις επιδείξεις δεν της έδιναν να φάει και γι’ αυτό ήταν πάντα πολύ αδύνατη, σχεδόν αποστεωμένη, όπως επέβαλε ως πρότυπο ομορφιάς η βιομηχανία της μόδας. Εκείνη ήταν η εποχή του super skinny σώματος, ή, αλλιώς, του περιβόητου look «heroin chic», το οποίο έχει επιστρέψει ανησυχητικά.
Για τις λάτρεις της στατιστικής, στη φετινή εβδομάδα μόδας της Νέας Υόρκης, από τις 3.840 δημιουργίες που παρουσιάστηκαν, μόνο 20 φορέθηκαν από plus-size μοντέλα – ένα ποσοστό κατά 50% χαμηλότερο από την αντίστοιχη περσινή διοργάνωση. Το (πολύ) αδύνατο σώμα είναι παντού: στα κόκκινα χαλιά αλλά και στα social media, όπου ανταλλάσσονται συνεχώς συμβουλές για να πετύχεις τη βέλτιστη φυσική εμφάνιση (το λεγόμενο looksmaxxing), ακόμα και με σπάσιμο οστών ή εντελώς αβάσιμα, έως και επικίνδυνα hacks ομορφιάς. Οι ειδικοί χτυπούν καμπανάκι, αλλά το #SkinnyTok είχε δισεκατομμύρια views προτού το ίδιο το TikTok απαγορεύσει πέρυσι τις αναζητήσεις με αυτό το hashtag.
Η (σύντομη) παρένθεση του body positivity
Μέσα στη δεκαετία του 2010, (επαν)εμφανίστηκε η ιδέα του body positivity, δηλαδή ότι όλα τα σώματα είναι όμορφα και αποδεκτά. Για μερικά χρόνια[«επιτράπηκε» στις γυναίκες με καμπύλες και παραπάνω κιλά να δείξουν, να αγαπήσουν και να υπερασπιστούν το σώμα τους. Είχαν ως συμμάχους celebrities που μιλούσαν ντόμπρα για το θέμα, όπως η Mindy Kaling και η Lizzo, αλλά και τα brands μόδας και ομορφιάς, που προφανώς τις αγκάλιασαν όχι με τόσο «αθώες» αλλά μάλλον εμπορικές προθέσεις.
Το κίνημα του body positivity ξεκίνησε από το Instagram κάπου το 2012 (οι ρίζες του όμως βρίσκονται σε ακτιβιστικά κινήματα Αφροαμερικανών γυναικών στις αρχές του 1970). Έβαλε στο καθημερινό μας λεξιλόγιο άγνωστες μέχρι τότε λέξεις, όπως η συμπερίληψη και η ποικιλομορφία, που ακόμα κι αν έγιναν αντικείμενο χλευασμού, απενοχοποίησαν και απελευθέρωσαν τις γυναίκες. Στις πασαρέλες περπατούσαν επιτέλους μοντέλα με διάφορους σωματότυπους – ο Karl Lagerfeld, που κάποτε είχε πει «Δεν βλέπουμε ανορεξία στα αδύνατα μοντέλα. Απλώς έχουν λεπτά κόκαλα», θα έπρεπε να ζούσε έναν εφιάλτη. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν brands ομορφιάς όπως η Fenty από τη Rihanna και η Rare Beauty από τη Selena Gomez, που συμπεριελάμβαναν όλες τις γυναίκες και διεύρυναν τα πρότυπα ομορφιάς.
Από το plus-size στο zero-size
Μια δεκαετία μετά, επιστρέψαμε στα κιλά μας. Για την ακρίβεια, στα λιγοστά κιλά της Ariana Grande και της Cynthia Erivo, που τα οστά τους πετάγονταν από το σώμα τους όταν προωθούσαν το Wicked. Στα κιλά της Kim Kardashian, που φορούσε φόρμες εφίδρωσης και έκανε αυστηρή δίαιτα για να χωρέσει σε ένα ιστορικό φόρεμα της Marilyn Monroe με το οποίο θα εμφανιζόταν στο Met Gala. Και, βέβαια, στα κιλά των content creators, που ειδικά μετά τις καραντίνες για τον COVID, από τις οποίες βγήκαμε με παραπάνω κιλά, μετρούν ευλαβικά τις θερμίδες, προτείνουν ακραίες δίαιτες και φτιάχνουν διαιτητικές συνταγές με ρίζες και άλλα τέτοια, που θα έτρωγε μόνο κάποιος άνθρωπος που είχε χαθεί σε ένα δάσος της Σκανδιναβίας για να επιβιώσει.
Μέχρι να μπλοκαριστεί, το hashtag #SkinnyTok ήταν γεμάτο με βίντεο όπου κορίτσια γύρω στα 20 προέβαλλαν το λιποβαρές σώμα και τις περιοριστικές διατροφικές τους συνήθειες με captions του τύπου «Δεν χρειάζεται να φας μια λιχουδιά. Δεν είσαι σκύλος» και «Αν το στομάχι σου γουργουρίζει, προσποιήσου ότι σε χειροκροτά». Δεν υποκύπτουν όμως μόνο οι νεαρές γυναίκες στο πρότυπο του super skinny σώματος: έρευνες δείχνουν ότι οι διατροφικές διαταραχές έχουν αυξηθεί στις γυναίκες άνω των 50.
Σε μια συνέντευξη πριν από την πρεμιέρα του The Devil Wears Prada 2, η Meryl Streep μίλησε προβληματισμένη απ’ όσα είχε δει πρόσφατα στις επιδείξεις μόδας: «Μου έκανε εντύπωση όχι το πόσο όμορφα και νέα –όλοι μου φαίνονται νέοι πια– ήταν τα μοντέλα, αλλά το πόσο ανησυχητικά αδύνατα. Νόμιζα ότι αυτό το ζήτημα είχε λυθεί εδώ και χρόνια. Η Anne [Hathaway] το παρατήρησε κι εκείνη και απευθύνθηκε στους παραγωγούς, οι οποίοι τη διαβεβαίωσαν ότι τα μοντέλα που θα εμφανίζονταν στην ταινία μας δεν θα ήταν τόσο σκελετωμένα!».
Για την επαναφορά της κουλτούρας του super skinny σώματος δεν ευθύνονται αποκλειστικά οι ενέσεις αδυνατίσματος. Αναγνωρίζω ότι είναι σωτήριες για εκατομμύρια ανθρώπους που προσπαθούν να χάσουν κιλά για λόγους υγείας. Το πρόβλημα ξεκινά από το ότι το πρότυπο του αδύνατου σώματος, αλλά και των αδύνατων χαρακτηριστικών στο πρόσωπο, αλέθονται από τη γλώσσα του wellness, της αυτοβελτίωσης και της μακροζωίας και σερβίρονται ως κανονικότητα. Με απλά λόγια, από παντού λαμβάνεις το μήνυμα ότι πρέπει να λιμοκτονείς γιατί αυτό σημαίνει αυτοφροντίδα.
Το οξύμωρο είναι ότι το κυνήγι αυτής της «καλύτερης εκδοχής του εαυτού μας», που περιλαμβάνει και το αδύνατο σώμα, μας κάνει να μετράμε εμμονικά θερμίδες, να συγκρινόμαστε με κάθε content creator που δίνει συμβουλές για looksmaxxing, να παραγγέλνουμε από το Internet αμφιβόλου προέλευσης σκευάσματα και να διαστρεβλώνουμε την εικόνα του σώματός μας (πολύ συζητιέται επίσης η δερμορεξία, μια διαταραχή που σχετίζεται με την εμμονική επιδίωξη του αψεγάδιαστου δέρματος). Να μην ησυχάζουμε ποτέ, να μην απολαμβάνουμε τίποτα και να βάζουμε τον εαυτό μας σε κίνδυνο. Αν ζούσε, ο μόνος που θα ήταν ικανοποιημένος απ’ αυτή την εξέλιξη θα ήταν ο Lagerfeld, που όπως και άλλοι σχεδιαστές (σαν εκείνους που δεν τάιζαν τη Moss!) θεωρούσε ότι τα ρούχα του δείχνουν όμορφα μόνο σε πολύ αδύνατες γυναίκες.