Είναι ο σύντροφός σου «μαμάκιας»; Καιρός να μάθεις την αλήθεια
- 29 ΝΟΕ 2025
Αν κάτι απαιτούν οι σχέσεις για να λειτουργούν αποτελεσματικά, αυτό είναι σίγουρα προσπάθεια και συναισθηματική ωριμότητα. Αυτό συνεπάγεται σεβασμό, καλή επικοινωνία, ειλικρίνεια, υποχωρήσεις, εμπιστοσύνη, αμοιβαία κατανόηση σε βάθος ως προς τις ανάγκες του συντρόφου και όχι εγωισμός. Όλα αυτά δεν είναι αυτονόητα, ενώ υπάρχουν και παράγοντες «αγκάθι» σε μια σχέση, οι οποίοι μπορεί να μη γίνονται αντιληπτοί με «γυμνό» ή αλλιώς «αθώο» μάτι. Ένας τέτοιος παράγοντας και δυστυχώς όχι τόσο πρωτόγνωρος (ειδικά στην Ελλάδα), είναι η επιρροή της μητέρας στον γιο της. Ναι καλά κατάλαβες, θα αναλύσουμε τους «μαμάκηδες».
Πριν συνεχίσουμε όμως, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Το να είναι κανείς κοντά σε έναν γονέα δεν αποτελεί από μόνο του πρόβλημα και δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι «μαμάκιας», όπως υπογραμμίζει και η θεραπεύτρια Rachel Sussman. «Πολλοί άντρες στέλνουν μηνύματα ή μιλούν με τους γονείς τους κάθε μέρα. Αυτό από μόνο του δεν είναι red flag».
Ο «μαμάκιας», όμως, από πολιτισμική άποψη, είναι κάτι διαφορετικό: δεν είναι απλώς ένας στοργικός, αφοσιωμένος γιος, αλλά ένας συναισθηματικά ανώριμος άντρας του οποίου ο δεσμός με τη μητέρα του επηρεάζει κάθε πτυχή της ζωής του, μετατρέποντας αυτό που θα έπρεπε να είναι μια στενή συντροφική σχέση σε μια υπόθεση 3 ατόμων.
Παράγοντες που ενισχύουν το φαινόμενο στην Ελλάδα
O πολιτισμός και οι οικογενειακές αξίες: Στην Ελλάδα η οικογένεια είναι παραδοσιακά πολύ δεμένη. Οικογένεια σημαίνει «σπίτι», προστασία, φροντίδα. Δεν είναι ασυνήθιστο οι γιοι να ζουν μαζί με τους γονείς τους μέχρι που παντρευτούν, ή να έχουν καθημερινή επικοινωνία με τη μαμά τους. Αυτό δημιουργεί συχνά σχέσεις εξάρτησης, που αλλού μπορεί να θεωρούνται ασυνήθιστες.
Οικονομικοί λόγοι: Η οικονομική δυσκολία (υψηλή ανεργία, ακριβά ενοίκια) οδηγεί πολλούς νέους άντρες να μένουν στο πατρικό σπίτι για μεγαλύτερο διάστημα.
Η σχετική θεωρία του Sigmund Freud
Ο διακεκριμένος Αυστριακός φυσιολόγος, νευρολόγος και ψυχίατρος, ο οποίος υπήρξε ο θεμελιωτής της ψυχανάλυσης, Sigmund Freud, ανέπτυξε τη δική του θεωρία, που αφορά τη σχέση γιου-μητέρας, το λεγόμενο «οιδιπόδειο σύμπλεγμα».
Το «οιδιπόδειο σύμπλεγμα» περιγράφει την ψυχολογική φάση κατά την παιδική ηλικία (περίπου 3–6 ετών) όπου το παιδί νιώθει ασυνείδητη έλξη προς τον γονέα του αντίθετου φύλου και ανταγωνιστικά συναισθήματα προς τον γονέα του ίδιου φύλου. Κανονικά, αυτή η φάση πρέπει να «λύεται», όταν το παιδί ταυτίζεται με τον γονέα του ίδιου φύλου, μαθαίνει κοινωνικούς κανόνες και αναπτύσσει υγιείς σχέσεις με άλλους.
Αν η επίλυση του «οιδιπόδειου συμπλέγματος» δεν ολοκληρωθεί, ο άντρας μπορεί να κρατά μια συναισθηματική «δέσμευση» στη μητέρα του, κάτι που κάνει τη σχέση με την/τον σύντροφο λιγότερο ισότιμη, γιατί υπάρχει πάντα ένας «τρίτος» στο παιχνίδι (η μητέρα).
Τι υποστήριζε ο Benjamin McLane Spock;
Ο Benjamin McLane Spock, Αμερικανός παιδίατρος, συγγραφέας και κοινωνικός ακτιβιστής, έγινε παγκοσμίως γνωστός με το βιβλίο του Baby and Child Care (1946), το οποίο άλλαξε ριζικά τη φιλοσοφία ανατροφής παιδιών προωθώντας μια πιο ζεστή, τρυφερή και ευέλικτη προσέγγιση.
Τόνιζε ότι οι γονείς πρέπει να εμπιστεύονται το ένστικτό τους, να ανταποκρίνονται στις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού και να καλλιεργούν έναν ασφαλή δεσμό, υπογραμμίζοντας όμως ότι η στοργή πρέπει πάντα να συνοδεύεται από ενίσχυση της αυτονομίας. Διαφορετικά μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική εξάρτηση, κάτι που στη σύγχρονη καθημερινή γλώσσα θα μπορούσε να σχετίζεται με το φαινόμενο των «μαμάκηδων».
Πώς μπορεί μια μητέρα να κάνει τον γιο της «μαμάκια»;
Όλοι γνωρίζουμε τη σχέση που αναπτύσσει η Ελληνίδα μάνα με τον γιο της. Το πρόβλημα προκύπτει όταν εκείνος δεν είναι πλέον παιδί και εξακολουθεί να μην κόβει η μητέρα του τον «ομφάλιο λώρο».
Καμιά φορά η μητέρα βασίζεται συναισθηματικά στον γιο, λες και είναι ο σύντροφός της – όχι με ανάρμοστο τρόπο, αλλά με βαρύ συναισθηματικό φορτίο. Επίσης, όταν ο γιος δείχνει ανεξαρτησία (σχέση, δουλειά, μετακόμιση), η μητέρα μπορεί να νιώθει απόρριψη ή απώλεια και να αντιδρά αρνητικά.
Έτσι, ανεξαρτήτως του αν η μητέρα του ζει ή όχι, ο γιος καταλήγει να βολεύεται και να αναμένει αντίστοιχη φροντίδα από την/τον σύντροφό του, η οποία δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον γονεϊκό ρόλο.
Υπάρχουν σαφή σημάδια ότι η αγάπη μεταξύ ενός άντρα με τη μητέρα του υπερβαίνει τα όρια, καταλαμβάνοντας εξολοκλήρου την καρδιά του και περιορίζοντας τον χώρο για οποιαδήποτε άλλη σχέση. 7 σημάδια σου παρουσιάζουμε παρακάτω.
7 σημάδια ότι έχεις σχέση με έναν «μαμάκια»
Συγκρίσεις με τη μητέρα του
Αναφέρεται συχνά στη μητέρα του. Στο μαγείρεμα, στην καθαριότητα του σπιτιού ή στη συμπεριφορά της, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η/ο σύντροφός του ποτέ δεν είναι αρκετή.
Αίσθηση αδικίας και απαίτηση φροντίδας
Νιώθει ότι μόνο εκείνος εργάζεται σκληρά, ότι πιέζεται και ότι όλοι οι άλλοι του χρωστάνε φροντίδα και κατανόηση, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του, ανεξάρτητα από την προσπάθεια ή την κούρασή της.
Υπερπροστασία της μητέρας και ευαισθησία στην κριτική
Αν αναφέρεις κάποια συνθήκη στην οποία σε έκανε να αισθανθείς άβολα η μητέρα του ή υπερέβει προσωπικά σου όρια, αντιδρά με μούτρα ή θυμό, υπερασπιζόμενος υπερβολικά την εικόνα της. Από την άλλη, αν εσύ έχεις δεχθεί κριτική από τη μητέρα του, είτε αυτό αφορά εξωτερική εμφάνιση, καταγωγή, επάγγελμα κτλπ., τότε την δικαιολογεί ή υποτιμά την ενόχλησή σου με αδιαφορία.
Έλλειψη ανεξαρτησίας και έλλειψη ορίων
Παρουσιάζεται ως αποφασιστικός, αλλά στην πραγματικότητα δεν παίρνει αποφάσεις χωρίς να συμβουλευτεί τη μητέρα του ή βρίσκει άλλα πρόσωπα που αναλαμβάνουν τον ρόλο της. Από την επιλογή διαμερίσματος, το προσωπικό του ραντεβού στον γιατρό, μέχρι και τις διακοπές σας. Σύμφωνα με ειδικό, αυτή η υπερβολική εξάρτηση οφείλεται σε ασαφή όρια ή έλλειψη ανεξαρτησίας και υπονομεύει την ικανότητα του ζευγαριού να παίρνει κοινές αποφάσεις ως ομάδα.
Ο μη σεβασμός στα όρια από τη μητέρα ενός συντρόφου γίνεται ακόμα πιο ευαίσθητο ζήτημα, όταν υπάρχουν παιδιά και ασκείται κριτική ως προς την ανατροφή τους, ή όταν εισέρχεται στο σπίτι του ζευγαριού απροειδοποίητα.
Αδυναμία πρωτοβουλιών
Τείνει να βασίζεται σχεδόν για τα πάντα σε εσένα, αποποιούμενος την προσωπική ευθύνη με φράσεις όπως «Δεν μου το υπενθύμισες». Επίσης όπως προαναφέραμε, στην Ελλάδα ο μεγαλύτερος πληθυσμός τείνει να μένει περισσότερο καιρό με τους γονείς του, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι (όχι όλοι) να επωφελούνται από τη συνθήκη και να δέχονται τη φροντίδα της μητέρας ακόμα και στα πιο απλά.
Δυσκολία στην επικοινωνία
Αντί να διαχειρίζεται τα προβλήματα, συχνά κλείνεται και αποφεύγει κάθε ουσιαστική συζήτηση. Αδυνατεί να συζητήσει ανοιχτά και ώριμα, καθώς δεν έχει μάθει να «ξεβολεύεται» και να φεύγει από τη θέση του «παιδιού», αναλαμβάνοντας τον ρόλο του ενήλικα.
Ενημέρωση πρώτα στη μητέρα
Η μητέρα γνωρίζει με λεπτομέρειες κάθε κίνησή του. Ακόμα, μπορεί να ζητάει τη γνώμη πρωτίστως της μητέρας του και τη δική σου σε 2η φάση.
Η τοποθέτηση της Ψυχολόγου – Συστημικής Ψυχοθεραπεύτριας, Άννα Βαμβακερού σχετικά με τον «μαμάκια»
«Η λέξη ”μαμάκιας” δεν αποτελεί έναν επιστημονικό όρο, αλλά περισσότερο θα λέγαμε πως είναι μία κοινωνικά φορτισμένη έννοια που χρησιμοποιείται στην ελληνική καθημερινότητα σε μία προσπάθεια περιγραφής ενός συνόλου χαρακτηριστικών που συνήθως φέρει ένας άντρας (π.χ. δυσκολία λήψης αποφάσεων, μειωμένη αυτονομία και ανεξαρτησία) και υποθέτεται πως εδράζονται κυρίαρχα στην σχέση μητέρας-γιου.
Εξέχουσα σημασία έχει η διάκριση των 2 ρόλων μεταξύ ”γιου” και ”συντρόφου”, καθώς φαίνεται πως συχνά τα όρια ανάμεσα στο γονεϊκό (γονείς-γιος) και το ζευγαρικό σύστημα δεν έχουν διαφοροποιηθεί επαρκώς ή και δεν έχουν διαπραγματευθεί στα πλαίσια της ενηλικίωσης.
Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως δεν πρόκειται για έναν αγώνα κυριαρχίας μεταξύ μητέρας και συντρόφου και αξίζει να αναρωτηθούμε το πώς η διατήρηση της έννοιας του “μαμάκια” συντηρεί το συγκεκριμένο μοτίβο αλληλεπίδρασης, γιατί μοιάζει σαν να πρέπει να γίνει μία επιλογή, την στιγμή που φαίνεται να υπάρχει ανάγκη για την συνειδητοποίηση της νέας πραγματικότητας (ύπαρξη μίας ερωτικής σχέσης) και την δημιουργία νέων όρων και πλαισίων, όπου οι 2 σχέσεις θα μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς η μία να εξοντώνει την άλλη.
Ωστόσο, ο βαθμός στον οποίο αυτή η κατάσταση βιώνεται ως ”πρόβλημα” διαφέρει μεταξύ των ζευγαριών και χρειάζεται κάθε άτομο να αναγνωρίζει τα προσωπικά του όρια, χωρίς να νιώθει πως οφείλει να ανέχεται συμπεριφορές που υπερβαίνουν το αίσθημα ασφάλειας και σεβασμού στη σχέση».