ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Η Άννα Κουρουπού λέει για την κατάθλιψη αυτό που κανείς δεν λέει: «Δεν πιάνεται φίλη»

NDPPHOTO / ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΡΕΑΣ

«Η απόσταση από το μαξιλάρι μέχρι το πάτωμα μοιάζει αδιανόητη». Η Άννα Κουρουπού περιγράφει με μία μακροσκελή ανάρτησή της στο Instagram τη δική της μάχη με το «μαύρο πλάσμα» της κατάθλιψης, σε μια εξομολόγηση χωρίς ψεύτικες αισιοδοξίες, που αποδομεί τον μύθο του «λειτουργικού» ανθρώπου.

Υπάρχει μια λέξη-παγίδα που χρησιμοποιούμε πολύ συχνά όταν μιλάμε για την ψυχική υγεία: «λειτουργικός». Είναι αυτή η βολική ταμπέλα που βάζουμε σε ανθρώπους που σηκώνονται το πρωί, πάνε στη δουλειά τους, γελούν στα τραπέζια, σχεδιάζουν το επόμενο βήμα τους και -κυρίως- δεν αναστατώνουν το περιβάλλον τους. Μας καθησυχάζει. Αν κάποιος παράγει, αν κάποιος χαμογελάει, σημαίνει πως είναι καλά. Η Άννα Κουρουπού αποφάσισε να διαλύσει αυτή την αυταπάτη με μια ανάρτηση στο Instagram που συμπυκνώνει όση αλήθεια αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε. Χωρίς γύψο, χωρίς αίμα, χωρίς μια απεικονιστική εξέταση για να αποδείξεις ότι πονάς, η κατάθλιψη παραμένει συχνά μια αόρατη ασθένεια. Κι όπως κάθε τι αόρατο, είναι εξαιρετικά εύκολο να υποτιμηθεί.

Η «λειτουργικότητα» ως προσωπικός εξαναγκασμός

Η εξομολόγηση της Άννας Κουρουπού δεν προσπαθεί να λείανει τις γωνίες. Περιγράφει την πραγματικότητα που ζουν εκατομμύρια άνθρωποι με κατάθλιψη: τη μετάβαση από τη μέρα που «τα καταφέρνεις» στη μέρα που ακόμα και η απόσταση από το μαξιλάρι μέχρι το πάτωμα φαντάζει βουνό.

«Υπάρχουν φορές που βρίσκομαι με ανθρώπους που αγαπώ. Τους ακούω να μιλούν, να γελούν, να προσπαθούν να με πλησιάσουν. Κι εγώ χαμογελάω όσο χρειάζεται… και μέσα μου παρακαλάω σιωπηλά να φύγουν», γράφει χαρακτηριστικά η Άννα Κουρουπού.

Το «μαύρο πλάσμα» που δεν γίνεται φίλος

Σε μια εποχή που συχνά κατακλυζόμαστε από επιφανειακά τσιρότα τοξικής αισιοδοξίας που θέλουν να «αγκαλιάσουμε τα σκοτάδια μας» η Άννα Κουρουπού θέτει ένα σαφές όριο:

«Κάποτε προσπάθησα να την κάνω φίλη μου. Να τη δεχτώ, να τη γνωρίσω, να μάθω να ζω μαζί της. Αλλά δεν πιάνεται φίλη. Οι φίλοι δεν σε απομονώνουν από όσους αγαπάς. Δεν σου αδειάζουν το σώμα. Δεν σου κλέβουν τη φωνή».

Η περιγραφή της για το «μικρό μαύρο πλάσμα» μέσα στο στήθος, που σωπαίνει για να σε κάνει να πιστέψεις ότι έφυγε και μετά απλώνει τεράστια φτερά για να σου κλέψει το φως, την ανάσα και τη μνήμη του ποιος ήσουν πριν, αποτυπώνει την αλήθεια της κατάθλιψης, που δεν υποχωρεί επειδή είσαι «δυνατή/ός».

Η ελπίδα δεν είναι πυροτέχνημα

Ένα από τα πιο δυνατά σημεία της ανάρτησης της Άννας Κουρουπού, είναι το ότι στην κατάθλιψη δεν υπάρχει happy end ή μια εύκολη συμβουλή. Υπάρχει μόνο η πεισματική παρουσία.

«Ίσως, λοιπόν, η ελπίδα να μην είναι ένα εκτυφλωτικό φως στο τέλος του δρόμου. Ίσως να είναι κάτι πολύ μικρότερο και πολύ πιο πεισματάρικο: μια χαραμάδα που δεν κατάφερε ακόμη να κλείσει».

Γιατί έχει σημασία αυτό το μοίρασμα της Άννας Κουρουπού

Η Άννα Κουρουπού είναι μια γυναίκα που έχει αποδείξει στην πράξη τι σημαίνει επιβίωση. Πέρασε μέσα από βία, περιθωριοποίηση και καταστάσεις που θα μπορούσαν να την είχαν εξαφανίσει και δεν τους έκανε τη χάρη. Κι όμως, παραδέχεται πως «το μικρό μαύρο πλάσμα» της κατάθλιψης καταφέρνει μερικές μέρες να τη κάνει να νιώθει ανίκανη ακόμα και να τραβήξει τις κουρτίνες.

Όταν άνθρωποι με αποδεδειγμένο «τσαγανό» μοιράζονται την ευαλωτότητά τους δημόσια, συμβαίνουν στα μάτια μου τουλάχιστον 2 πράγματα:

  • Αποδομείται ο μύθος της «αδυναμίας»: Η κατάθλιψη δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα. Μπορεί να γονατίσει ακόμα και τους πιο σκληρούς επιζώντες.
  • Σπάει η απομόνωση: Κάποιος που διαβάζει αυτές τις γραμμές από το κρεβάτι του, νιώθοντας ενοχές επειδή «δεν έχει λόγο να είναι έτσι», καταλαβαίνει ότι δεν είναι ο μόνος.

Όσο μιλάμε ανοιχτά για την ψυχική υγεία χωρίς ωραιοποιήσεις, χωρίς ξύλινη γλώσσα, αλλά με τη αλήθεια ανθρώπων που παλεύουν καθημερινά, τόσο το σκοτάδι δεν έχει νικήσει. Όχι ακόμη.

Ολόκληρη η ανάρτηση της Άννας Κουρουπού

«Η κατάθλιψη είναι μια αόρατη ασθένεια.
Κι ίσως γι’ αυτό τόσο εύκολα την υποτιμούν όσοι δεν τη γνωρίζουν.
Επειδή δεν αφήνει πάντα πληγές που φαίνονται. Χωρίς γύψο, χωρίς αίμα, δεν είναι μια εξέταση που τη σηκώνεις ψηλά και να λες: «Ορίστε. Να η απόδειξη ότι πονάω».
Μπορεί μια μέρα να με δεις να μιλάω, να γελάω, να δουλεύω, να σχεδιάζω το επόμενο βήμα μου.
Να είμαι «λειτουργική» – αυτή η βολική λέξη που καθησυχάζει τους γύρω μας.
Και την επόμενη μέρα να μην αντέχω ούτε το φως του ήλιου.
Να μη θέλω να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ούτε νυστάζω ,ούτε βαριέμαι.
Απλά ακόμη και η απόσταση από το μαξιλάρι μέχρι το πάτωμα μοιάζει αδιανόητη.

Να ανοίγω τα μάτια και να νιώθω ήδη εξαντλημένη από μια μέρα που δεν έχει καν αρχίσει.
Υπάρχουν φορές που βρίσκομαι με ανθρώπους που αγαπώ. Τους ακούω να μιλούν, να γελούν, να προσπαθούν να με πλησιάσουν. Κι εγώ χαμογελάω όσο χρειάζεται, απαντώ όσο μπορώ και μέσα μου παρακαλάω σιωπηλά να φύγουν.
Και φυσικά τους αγαπώ.

Εκείνη τη στιγμή όμως θέλω να πέσω ακόμη πιο βαθιά στο λαγούμι μου.
Να κλείσω κάθε χαραμάδα, να μη με βλέπει κανείς και να μη χρειάζεται να προσποιούμαι ότι υπάρχω κανονικά.
Έχω διαγνωστεί με κατάθλιψη. Κάνω θεραπεία. Γνωρίζω το όνομά της, αναγνωρίζω κάποια από τα σημάδια της. Όμως αυτό δεν την κάνει λιγότερο άγρια.
Στο μυαλό μου έχει τη μορφή ενός μαύρου, πλάσματος μέσα στο στήθος μου. Μικροσκοπικού, σχεδόν ακίνδυνου. Κάποιες μέρες σωπαίνει τόσο καλά, που νομίζω πως έφυγε.
Και τότε, ξαφνικά, ανοίγει τεράστια φτερά.
Τα απλώνει μέσα μου και σκεπάζει τα πάντα.
Το φως.
Την ανάσα.
Τη σκέψη.
Την επιθυμία.

Ακόμη και τη μνήμη του ποια ήμουν πριν εμφανιστεί. Και με καθηλώνει κάτω από το βάρος της, σαν να μου ψιθυρίζει ότι όλα όσα έχω καταφέρει δεν έχουν καμία σημασία.
Την πολεμάω με ένα σωρό τεχνάσματα. Σηκώνομαι με το ζόρι. Βγαίνω έξω. Δουλεύω. Μιλάω. Γελάω. Φοράω το πρόσωπο της δυνατής και μερικές φορές καταφέρνω να την ξεγελάσω.
Αλλά η σκιά της κρατάει λογαριασμό.

Κι όταν επιστρέφει, μου ζητάει πίσω κάθε ανάσα που της έκλεψα — διπλή.
Σαν να με τιμωρεί επειδή τόλμησα για λίγο να πιστέψω ότι μπορώ να ζήσω χωρίς εκείνη.
Αυτό είναι που με ισοπεδώνει περισσότερο: η αδυναμία μου μπροστά της.

Γιατί στη ζωή μου έμαθα να τα καταφέρνω μόνη μου. Να επιβιώνω. Να σηκώνομαι όταν με έριχναν. Να συνεχίζω όταν όλα έλεγαν να σταματήσω. Πέρασα μέσα από ανθρώπους, καταστάσεις και βία που προσπάθησαν να με εξαφανίσουν — και δεν τους έκανα τη χάρη.
Κι όμως, υπάρχουν μέρες που αυτό το μικρό μαύρο πλάσμα μέσα στο στήθος μου με κάνει να αισθάνομαι ανίκανη ακόμη και να τραβήξω τις κουρτίνες.
Κάποτε προσπάθησα να την κάνω φίλη μου. Να τη δεχτώ, να τη γνωρίσω, να μάθω να ζω μαζί της.
Αλλά δεν πιάνεται φίλη.

Οι φίλοι δεν σε απομονώνουν από όσους αγαπάς. Δεν σου αδειάζουν το σώμα. Δεν σου κλέβουν τη φωνή.
Δεν σε πείθουν ότι είσαι βάρος και ύστερα χρησιμοποιούν τη σιωπή σου ως απόδειξη ότι κανείς δεν σε χρειάζεται.
Δεν ξέρω αν κάποτε θα τη νικήσω οριστικά. Δεν θέλω να πω μεγάλα λόγια ούτε να κολλήσω πάνω στην πληγή μια αισιόδοξη φράση, λες και είναι τσιρότο.
Ξέρω μόνο ότι μέχρι σήμερα, όσες φορές άνοιξε τα τεράστια φτερά της, κάποια στιγμή τα ξανάκλεισε.
Κι εγώ ήμουν ακόμη εδώ.

Τσακισμένη μερικές φορές. Εξαντλημένη. Θυμωμένη με την αδυναμία μου. Αλλά εδώ.
Ίσως, λοιπόν, η ελπίδα να μην είναι ένα εκτυφλωτικό φως στο τέλος του δρόμου. Ίσως να είναι κάτι πολύ μικρότερο και πολύ πιο πεισματάρικο: μια χαραμάδα που δεν κατάφερε ακόμη να κλείσει.

Και όσο υπάρχει αυτή η χαραμάδα, όσο ένα κομμάτι μου -έστω το πιο μικρό – εξακολουθεί να περιμένει το φως, δεν έχει νικήσει εκείνη.
Όχι ακόμη».

Exit mobile version