ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ρωτήσαμε τη «Γραμμή Ζωής» αν η κακοποίηση των ηλικιωμένων συμβαίνει κυρίως από τα παιδιά τους και η απάντηση είναι σοκαριστική

iStock

1 στους 6 ηλικιωμένους (60+) βιώνει κάποια μορφή κακοποίησης. 2 στους 3 εργαζόμενους σε ιδρύματα φροντίδας παραδέχονται κακοποιητική συμπεριφορά. Αυτά τα νούμερα έχουν σημασία κάθε μέρα, όχι μόνο την Παγκόσμια Ημέρα Ευαισθητοποίησης κατά της Κακοποίησης Ηλικιωμένων. Γιατί δεν μιλάμε πιο συχνά για την κακοποίηση ηλικιωμένων; Συχνά συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες και μένει «αόρατη». Κακοποίηση ηλικιωμένων είναι και οι απειλές, η ταπείνωση, η κοινωνική απομόνωση και η λεκτική βία, η παραμέληση. 60% των δραστών είναι μέλη της οικογένειας (σύζυγοι ή παιδιά). Οι κακοποιητές έχουν τα κλειδιά του σπιτιού μας. 

Η έρευνα δείχνει ότι οι ηλικιωμένοι που υφίστανται κακοποίηση πεθαίνουν νωρίτερα σε σχέση με αυτούς που δεν κακοποιούνται.Η προστασία των ηλικιωμένων δεν είναι ευθύνη του ενός. Είναι συλλογικό χρέος όλων μας. Με αφορμή την  Παγκόσμια Ημέρα Ευαισθητοποίησης κατά της Κακοποίησης Ηλικιωμένων μιλήσαμε με την Ιφιγένεια Μίγκα (Πρόεδρος Εξελεγκτικής Επιτροπής και Υπεύθυνη Κοινωνικής Υπηρεσίας στη Γραμμή Ζωής). 

– Μπορείτε να μου πείτε το πιο συνηθισμένο πράγμα που σας λένε οι ηλικιωμένοι που σας καλούν (ή τα άτομα που κάνουν την καταγγελία); Είναι θύματα οικονομικής, λεκτικής ή σωματικής κακοποίησης;

Η κακοποίηση των ηλικιωμένων παραμένει ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα που συχνά εξελίσσεται μακριά από τα βλέμματα της κοινωνίας. Σωματική βία, ψυχολογική πίεση, οικονομική εκμετάλλευση, παραμέληση και εγκατάλειψη στερούν από χιλιάδες ανθρώπους το δικαίωμα να ζουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Στην πλειοψηφία τους οι ηλικιωμένοι κακοποιούνται με όλα τα είδη και μορφές κακοποίησης ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί σημαντικά τα περιστατικά παραμέλησης και οικονομικής εκμετάλλευσης. 

Δυστυχώς όμως, παρόλο που τα περιστατικά κακοποίησης ηλικιωμένων αυξάνονται δραματικά, οι πολίτες που θέλουν να καταγγείλουν κακοποίηση διστάζουν επειδή φοβούνται τις επιπτώσεις που μπορεί να διαταράξουν την προσωπική ή οικογενειακή τους ηρεμία. Οι ηλικιωμένοι που μας καλούν ενώ περιγράφουν με λεπτομέρειες την κακοποίηση που βιώνουν, αρνούνται να προχωρήσουν σε καταγγελία επειδή είναι πολύ φοβισμένοι αλλά και συναισθηματικά φορτισμένοι. 

κακοποίηση ηλικιωμένων
N

Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να υπάρχει το αντίστοιχο υποστηρικτικό περιβάλλον που θα ενθαρρύνει τον ηλικιωμένο ή θα τον βοηθήσει να απομακρυνθεί από την πηγή κακοποίησης και στη συνέχεια κάποιος συγγενής ή φίλος να προχωρήσει σε καταγγελία. Οι κακοποιήσεις των ηλικιωμένων μπορεί να συμβαίνουν πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά η πολιτεία θα πρέπει κάποια στιγμή να κοιτάξει αυτό το τόσο μεγάλο και οδυνηρό κεφάλαιο με σοβαρότητα και να θεσπίσει νόμους που θα προστατεύουν τους ηλικιωμένους από κάθε τύπο επίδοξου κακοποιητή. Οι διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι η πλειονότητα των περιστατικών συμβαίνει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον και συχνά από άτομα που ο ηλικιωμένος εμπιστεύεται. 

Ιφιγένεια Μίγκα: «Eκτιμάται ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό των περιστατικών κακοποίησης καταγγέλλεται, καθώς πολλοί ηλικιωμένοι φοβούνται, ντρέπονται ή δεν θέλουν να “εκθέσουν” τα παιδιά και τους συγγενείς τους».

 

Η κακοποίηση των ηλικιωμένων δεν είναι οικογενειακή υπόθεση. Είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αξιοπρέπειας και κοινωνικής ευθύνης. Η σιωπή προστατεύει τον θύτη. Η καταγγελία μόνο προστατεύει τον ηλικιωμένο.

– Είναι η αδιαφορία για την υγεία και την καθημερινότητα ενός ηλικιωμένου από μέλη της οικογένειας του, μια μορφή κακοποίησης; 

Η κακοποίηση ηλικιωμένων είναι κάθε πράξη που προκαλεί πόνο, φόβο, ταπείνωση, πείνα, στέρηση βασικών δικαιωμάτων και εκμετάλλευση σε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο. Η κακοποίηση μπορεί να είναι σωματική, ψυχολογική, οικονομική και παραμέληση των βασικών αναγκών του. Στα πλαίσια λοιπόν αυτά και η παραμέληση της υγιεινής του ηλικιωμένου είναι μορφή κακοποίησης και μάλιστα ιδιαίτερα επικίνδυνη για την ζωή του.

– Έχετε στοιχεία που δείχνουν ότι η κακοποίηση ηλικιωμένων έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια; Κι αν ναι, γιατί; 

Ναι, δυστυχώς οι αναφορές και οι καταγγελίες για κακοποίηση ηλικιωμένων φαίνεται να αυξάνονται τα τελευταία χρόνια, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Οι βασικότεροι λόγοι είναι:

  • Η γήρανση του πληθυσμού

Υπάρχουν πλέον περισσότεροι ηλικιωμένοι από ποτέ. Όσο αυξάνεται ο αριθμός τους, αυξάνονται και τα περιστατικά κακοποίησης που καταγράφονται.

  • Η οικονομική πίεση

Η οικονομική κρίση, η ανεργία και η ακρίβεια έχουν δημιουργήσει εντάσεις μέσα στις οικογένειες. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι συντάξεις των ηλικιωμένων αποτελούν το μοναδικό σταθερό εισόδημα του νοικοκυριού, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική εκμετάλλευση.

  • Η εξάρτηση των ηλικιωμένων

Άτομα με άνοια, κινητικές δυσκολίες ή σοβαρά προβλήματα υγείας εξαρτώνται από τρίτους για την καθημερινή τους φροντίδα. Όταν ο φροντιστής είναι εξουθενωμένος, ανεπαρκώς εκπαιδευμένος ή κακοπροαίρετος, αυξάνεται ο κίνδυνος παραμέλησης ή κακοποίησης.

  • Η κοινωνική απομόνωση

Πολλοί ηλικιωμένοι ζουν μόνοι τους ή έχουν περιορισμένες κοινωνικές επαφές. Η μοναξιά και η απομόνωση μειώνουν τις πιθανότητες να εντοπιστεί έγκαιρα η κακοποίηση.

  • Η επιβάρυνση των οικογενειακών φροντιστών

Πολλοί συγγενείς φροντίζουν ηλικιωμένους χωρίς υποστήριξη, ανάπαυση ή οικονομική βοήθεια. Η εξουθένωση μπορεί να οδηγήσει σε λεκτική, ψυχολογική ή και σωματική βία.

  • Η αύξηση της άνοιας

Νοσήματα όπως η Νόσος Alzheimer και άλλες μορφές άνοιας αυξάνονται. Οι ασθενείς είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε οικονομική, ψυχολογική και σωματική κακοποίηση.

  • Ψηφιακές και τηλεφωνικές απάτες

 Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σημαντικά η οικονομική κακοποίηση μέσω τηλεφωνικών απατών, ψεύτικων επενδύσεων, ηλεκτρονικών μηνυμάτων και εξαπάτησης ηλικιωμένων.

– Γιατί δεν καταγράφεται από τις Αρχές το φαινόμενο της κακοποίησης ηλικιωμένων σε όλο το μέγεθός του; Η υποκαταγραφή δεν κάνει το πρόβλημα μεγαλύτερο;

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους οι Αρχές δεν βλέπουν ολόκληρη την εικόνα:

  • Ο ηλικιωμένος δεν καταγγέλλει

Πολλοί ηλικιωμένοι: φοβούνται αντίποινα, εξαρτώνται οικονομικά ή πρακτικά από τον θύτη, ντρέπονται, δεν θέλουν να «στείλουν το παιδί τους στη φυλακή», θεωρούν την κακοποίηση «οικογενειακή υπόθεση», πιστεύουν ότι δεν θα τους πιστέψει κανείς.

  • Οι επαγγελματίες δεν αναφέρουν πάντα τα περιστατικά

Γιατροί, νοσηλευτές, κοινωνικοί λειτουργοί, εργαζόμενοι σε δομές φροντίδας ή ακόμη και γείτονες συχνά: δεν είναι εκπαιδευμένοι να αναγνωρίζουν τα σημάδια, φοβούνται τη νομική εμπλοκή, δεν γνωρίζουν τη διαδικασία καταγγελίας, θεωρούν ότι κάποιος άλλος θα αναλάβει.

  • Δεν υπάρχει ενιαίο σύστημα καταγραφής

Η Αστυνομία καταγράφει ένα περιστατικό ως «ενδοοικογενειακή διαφορά», το νοσοκομείο ως «ατύχημα», η κοινωνική υπηρεσία ως «κοινωνικό πρόβλημα». Έτσι χάνονται πολύτιμα δεδομένα και δεν προκύπτει η πραγματική διάσταση της κακοποίησης ηλικιωμένων.

  • Δυσκολία απόδειξης

Η ψυχολογική, λεκτική, οικονομική κακοποίηση και η παραμέληση αφήνουν λίγα ή καθόλου εμφανή ίχνη. Είναι πολύ πιο εύκολο να καταγραφεί ένα κάταγμα παρά η καθημερινή ταπείνωση ή η στέρηση φαρμάκων.

  • Άνοια και γνωστικές διαταραχές

Όταν ένας ηλικιωμένος πάσχει από άνοια, πολλές φορές οι καταγγελίες του αμφισβητούνται ή αποδίδονται λανθασμένα στην ασθένεια.

– Τι προκαλεί η υποκαταγραφή;

Η υποκαταγραφή όμως δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: Φαίνονται λιγότερα περιστατικά. Οι αρμόδιοι θεωρούν ότι το πρόβλημα είναι μικρό. Δεν διατίθενται επαρκείς πόροι και προσωπικό. Δεν δημιουργούνται εξειδικευμένες υπηρεσίες. Οι καταγγελίες παραμένουν λίγες. Το πρόβλημα συνεχίζει να κρύβεται.

Με απλά λόγια: «Ό,τι δεν καταγράφεται, δεν αναγνωρίζεται. Και ό,τι δεν αναγνωρίζεται, δεν αντιμετωπίζεται».

Γι’ αυτό πολλοί διεθνείς οργανισμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, επισημαίνουν ότι τα επίσημα στοιχεία αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Η πραγματική έκταση της κακοποίησης ηλικιωμένων είναι σημαντικά μεγαλύτερη από αυτή που εμφανίζουν οι επίσημες στατιστικές. Για αυτό στη «Γραμμή Ζωής», η συστηματική καταγραφή κάθε αναφοράς, ακόμη και όταν δεν καταλήγει σε ποινική διαδικασία, είναι πολύτιμη. Τα στοιχεία αυτά μπορούν να αναδείξουν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος και να στηρίξουν αιτήματα προς τα Υπουργεία, τις Εισαγγελίες και την Αστυνομία για πιο αποτελεσματική προστασία των ηλικιωμένων.

– Υπάρχει έμφυλο στοιχείο στην κακοποίηση;

Ναι, υπάρχει σαφές έμφυλο στοιχείο στην κακοποίηση ηλικιωμένων, αν και συχνά δεν αναδεικνύεται όσο θα έπρεπε.

Οι ηλικιωμένες γυναίκες εμφανίζονται συχνότερα ως θύματα, κυρίως επειδή:

  • Ζουν περισσότερο από τους άνδρες και επομένως αποτελούν μεγαλύτερο ποσοστό του πολύ ηλικιωμένου πληθυσμού.
  • Είναι συχνότερα χήρες και ζουν μόνες.
  • Έχουν συχνότερα χαμηλότερα εισοδήματα και μεγαλύτερη οικονομική εξάρτηση.
  • Είναι πιθανότερο να αντιμετωπίζουν χρόνια προβλήματα υγείας ή αναπηρίες που αυξάνουν την εξάρτησή τους από τρίτους.
  • Πολλές έχουν βιώσει έμφυλη βία σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους, η οποία συνεχίζεται και στην τρίτη ηλικία.

Ιφιγένεια Μίγκα: «Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι η βία κατά των ηλικιωμένων γυναικών συχνά αποτελεί συνέχεια της ενδοοικογενειακής βίας που υπήρχε επί δεκαετίες μέσα στον γάμο ή στην οικογένεια. Δεν ξεκινά απαραίτητα στα 70 ή στα 80 χρόνια· πολλές φορές απλώς γίνεται πιο έντονη όταν η γυναίκα γίνεται πιο ευάλωτη».

Από την άλλη πλευρά, οι ηλικιωμένοι άντρες επίσης υφίστανται κακοποίηση, αλλά συχνά: διστάζουν ακόμη περισσότερο να καταγγείλουν, ντρέπονται να παραδεχθούν ότι είναι θύματα, εμφανίζονται συχνότερα ως θύματα οικονομικής εκμετάλλευσης ή παραμέλησης. Η έμφυλη διάσταση φαίνεται επίσης στα είδη της κακοποίησης: Οι γυναίκες πλήττονται συχνότερα από ψυχολογική, οικονομική και ενδοοικογενειακή βία. Οι άντρες εμφανίζονται συχνότερα σε περιστατικά οικονομικής εκμετάλλευσης, εγκατάλειψης ή παραμέλησης.

Πολλοί ειδικοί μιλούν πλέον για τη «διπλή ευαλωτότητα» των ηλικιωμένων γυναικών: υφίστανται διακρίσεις τόσο λόγω φύλου όσο και λόγω ηλικίας. Αυτό το φαινόμενο περιγράφεται συχνά ως «έμφυλος ηλικιακός αποκλεισμός» (gendered ageism), όπου τα στερεότυπα για τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους λειτουργούν σωρευτικά.

«Η κακοποίηση των ηλικιωμένων δεν είναι ουδέτερη ως προς το φύλο. Οι ηλικιωμένες γυναίκες αντιμετωπίζουν συχνά μια διπλή αόρατη διάκριση: επειδή είναι γυναίκες και επειδή είναι ηλικιωμένες».

 

 Η προστασία τους απαιτεί πολιτικές που λαμβάνουν υπόψη και τις 2 αυτές διαστάσεις.

Exit mobile version