Ανδρέας Σιμόπουλος
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Λένα Κιτσοπούλου διεκδικεί το δικαίωμα στις μαύρες μέρες σε έναν κόσμο γεμάτο τοξική θετικότητα

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΚΙΓΙΑΖ: ΙΩΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΗ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΟ THE FOUNDRY SUITES ATHENS ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ.

Η Λένα Κιτσοπούλου είναι μια δημιουργός (που διαχρονικά κάνει αισθητή την παρουσία της στο θέατρο, άρα κάτι κάνει καλά), μια σύγχρονη γυναίκα, ηθοποιός, κόρη, ερωμένη, συγγραφέας, σκηνοθέτρια, εικαστικός, συνάδελφος, φίλη, αδελφή, εργαζόμενη, γκόμενα, μεσήλικας, Αθηναία, ρεμπέτισσα (ενίοτε). Είναι αδιαμφισβήτητα ταλαντούχα, ειλικρινής, αυθεντική, τρυφερή, αστεία, αθυρόστομη (ενίοτε), υπομονετική, εσωστρεφής, μια τύπισσα που δεν μοιράζεται με το κοινό της την προσωπική της ζωή αλλά τις σκέψεις της. Δεν χρειάζεται τα social media για να αποδείξει σε κάποιον ότι υπάρχει. Δεν νιώθει καμία απολύτως ανάγκη να φλεξάρει. Και μπορεί να βάλει το νυστέρι τόσο βαθιά στην ανθρώπινη ύπαρξη και να σου ξεθάψει τις πιο σκοτεινές και μύχιες φοβίες σου. Δεν υπάρχει γυναίκα που δεν διάβασε ή είδε τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α της και δεν ένιωσε μια κάποια ταύτιση. Η Λένα Κιτσοπούλου σίγουρα δεν είναι μια αιρετική, επαναστατική, προκλητική, αμφιλεγόμενη (κι άλλα τέτοια κλισέ) περσόνα που φοράει η Λένα για να καλύψει τις ανασφάλειές της.

Η Λένα Κιτσοπούλου για πολλές γυναίκες της γενιάς μου είναι ένα πολιτιστικό φαινόμενο με πιστό κοινό. Για εμάς δεν μια καλτ δημιουργός αλλά η φωνή μιας γενιάς που νιώθει ότι οι ηρωίδες της και τα κωμικοτραγικά έργα της επιτέλους δεν κρύβουν κάτω από το χαλάκι τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας.

– Παίζεις και γράφεις σχεδόν πάντα για γυναίκες που ζητούν ένα κομματάκι ευτυχίας από άνδρες που δεν μπορούν να τους το δώσουν ή είναι ιδέα μου;

Γράφω για ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου που ζητούν ένα κομματάκι ευτυχίας ή και την ευτυχία ολόκληρη. Δεν γράφω για απελπισμένες γυναίκες, γράφω για απελπισμένους, εγκλωβισμένους ανθρώπους. Ίσως αυτή η αγωνία που εκφράζει το στόμα μου ή η γραφή μου, μοιάζει να ανήκει σε γυναίκα, επειδή τυχαίνει να είμαι γυναίκα, δεν έχω όμως κάποια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στην γυναίκα, σίγουρα όχι περισσότερη απ’ αυτή που έχω απέναντι στον άντρα.

Λένα Κιτσοπούλου: «Θεωρώ τις γυναίκες και τους άντρες το ίδιο κακοποιητικά και κακοποιημένα όντα και το ίδιο σπουδαία και θαυματουργά όταν τυχαίνει να είναι σπουδαία και θαυματουργά».

– Πόση ανεκπλήρωτη ευτυχία κουβαλάς γενικά και ειδικά όταν βγαίνεις στη σκηνή;

Αρκετή κουβαλάω στη ζωή μου, ίσως λίγο λιγότερη πάνω στη σκηνή, γιατί στη σκηνή, επειδή μάλλον προσπαθώ να γιατρέψω το ανεκπλήρωτο ή να το εκτονώσω, να το ξορκίσω, να το πολεμήσω, να το μεγεθύνω, να το κάνω ανάγλυφο, ή να το απολαμβάνω και ίσως για αυτό καταφέρνω και ισορροπώ κάπως στη ζωή μου. Επειδή το σκοτάδι μου γίνεται τέχνη και έτσι ομορφαίνει.

– Έχει αλλάξει κάτι στην ελληνική κοινωνία από τότε που ξεκίνησες να την παρατηρείς;

Δεν νιώθω κάποια ιδιαίτερη αλλαγή, βλέπω την ίδια παθογένεια στην ελληνική οικογένεια, απλώς με την προσθήκη του TikTok, με την έννοια ότι ο σημερινός γονιός έχει Instagram και TikTok και μοιάζει πιο μοντέρνος. Νομίζω ότι η κοινωνία μας παραμένει αρκετά συντηρητική, η διαφθορά ανθίζει ίσως και περισσότερο από παλιά, η αισθητική πέφτει όλο και πιο πολύ σε κάθε επίπεδο, θα έλεγα ότι μάλλον χειροτερεύει η ελληνική κοινωνία, γιατί χάνει με τα χρόνια και την όποια αυθεντικότητα της κακογουστιάς είχε παλαιότερα. Της προστίθεται σιγά σιγά δηλαδή και μία επίφαση προόδου και politically correctness  και απελευθέρωσης σε σχέση με τις προκαταλήψεις που υπήρχαν πιο έντονα παλιότερα απέναντι π.χ. σε άτομα gay ή άτομα που δεν θέλουν να έχουν ούτε την αρσενική ούτε την θηλυκή ιδιότητα. 

Eννοώ ότι πραγματικά αν πάμε σε όλα τα καφενεία της χώρας αυτή τη στιγμή και ρωτήσουμε 30άρηδες ανθρώπους αν τους πειράζει το 5χρονο αγοράκι τους να λέγεται Το Σάμι π.χ. και όχι Γιώργος ή Κώστας, ή τέλος πάντων το όνομα του παππού του, θα δούμε ότι μάλλον δεν θα υπάρξει ούτε ένας που δεν θα έχει πρόβλημα, ακόμα κι αν εκείνη την ώρα πει «ό,τι θέλει ας είναι το παιδί μου».

Λένα Κιτσοπούλου: «Αισθάνομαι ότι η οποιαδήποτε πρόοδος σε αυτή τη χώρα συμβαίνει για τον λόγο που συνέβαινε πάντα, για τα μάτια του κόσμου». 

Δεν νομίζω ότι έχει αλλάξει ποτέ εδώ που ζούμε αυτή η πασαρέλα στον κεντρικό δρόμο του χωριού, το «νυφοπάζαρο» που λέγαμε κάποτε, απλώς τώρα έχει αποκτήσει αγγλική ορολογία και ονομάζεται σερφάρισμα ή ποστάρισμα, παραμένει δηλαδή η ελληνική κοινωνία μία κοινωνία του μιμητισμού κι όχι της αυτογνωσίας, χάνοντας ταυτόχρονα και τα όποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είχε παλιότερα, όπως αυτό το χύμα, την έλλειψη ωραρίου στα μαγαζιά, την παραίτηση, το δε βαριέσαι, γιατί – δυστυχώς-  πιστεύω ότι αυτά ήταν τα μόνα θετικά που είχαμε ως χώρα. Τώρα καμωνόμαστε κιόλας ότι μοιάζουμε με Ευρώπη και τα πράγματα γίνονται πολύ θλιβερά. Τουλάχιστον παλιά ένα υπόγειο με κατσαρίδες νοικιαζόταν τζάμπα, τώρα ενοικιάζεται σε τιμή αντίστοιχη ενός loft στο Βερολίνο και εκεί κάπου σταματάει ο νους.

Αυτά τα κλισέ που σου έχουν κολλήσει, σε χαρακτηρίζουν καθόλου; Νιώθεις αντισυμβατική; Δεν έχεις δηλαδή μια καθημερινότητα στην Αθήνα όπως όλοι/ες μας, που βρίζεις κολλημένη στην κίνηση και ψάχνεις να παρκάρεις;

Εννοείται πως έχω την καθημερινότητα που έχουμε όλοι και τα προβλήματα που έχουμε όλοι και δυσανασχετώ και εγκλωβίζομαι και κάνω υποχωρήσεις και εκπτώσεις και τα πάντα. Απλώς μέσα μου δεν αισθάνομαι πολύ εξαρτημένη από κάτι συγκεκριμένο, ούτε φοβάμαι ιδιαίτερα κάτι να χάσω.

Λένα Κιτσοπούλου: «Έχω μία βαθιά πίστη κάθε μέρα ότι μάλλον είναι η τελευταία και αυτό δεν μου προκαλεί τρόμο, μου προκαλεί τρομερή ευεξία».

Πιστεύεις ότι έχεις μια φόρμα στο θέατρο και την επαναλαμβάνεις με μικρές αλλαγές;

Σίγουρα έχω μία φόρμα, με την έννοια ότι η γραφή μου είναι αναγνωρίσιμη, μου μοιάζει πάντα, αλλά παλεύω πολύ να εξελίσσομαι και να εκπλήσσομαι κι εγώ η ίδια από τον εαυτό μου. Πάντα παλεύω για ένα βήμα παραπάνω, σίγουρα όμως πατώντας σε μία αισθητική που μάλλον είναι εμφανής σε κάθε μου έργο.

– Λένα Κιτσοπούλου, και στον Σωσμένο και στο έργο με τον Βηλαρά κάνεις μια μάνα, πώς σου φαίνεται αυτό;

Κάνω μάνες, γιατί είμαι σε ηλικία μάνας, όμως οι μάνες που κάνω είμαι εγώ, είναι μία κόρη κάποιου. Αυτή η ιδιότητα με ακολουθεί στα πάντα. Είμαι πάντα κόρη περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

– Δεν έχεις μιλήσει ποτέ για το πώς βλέπεις τον εαυτό σου μετά τα 50, πώς την περνάς αυτή τη φάση, πώς σου φέρεται η ζωή;

Η ζωή μού φέρεται όπως φέρεται σε όλους μας, μου δίνει συνέχεια όνειρα, μου έχει δώσει μέχρι σήμερα την υγεία μου, πράγμα το οποίο δεν είναι καθόλου δεδομένο και χαίρομαι γιατί μέχρι τώρα έχω ζήσει κάθε φάση της ζωή μου στο έπακρο.  

Νιώθω ότι έχω ζήσει 10 ζωές μέχρι τώρα από την άποψη ότι ποτέ δεν έβαλα φρένο σε οτιδήποτε θέλησα και αυτό με κάνει να αντιμετωπίζω το τώρα χωρίς παράπονο. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει γέρος και νέος άνθρωπος με τον τρόπο που καθορίζεται αυτό κοινωνικά, υπάρχει άνθρωπος που ζει τη ζωή που του προσφέρεται και άνθρωπος που δεν τη ζει, υπάρχουν παιδιά 80 χρονών και γέροι 15 χρονών.

– Έχεις φάει ποτέ κράξιμο στο θέατρο ή όλα όσα γράφονται για τις παραστάσεις και τις αντιδράσεις του κοινού είναι υπερβολές;

Λένα Κιτσοπούλου: «Οι άνθρωποι που γενικά κράζουν τους άλλους, είναι άνθρωποι που τους έχουν κράξει πολύ (μάλλον) στα σπίτια τους όταν ήταν παιδιά, δυστυχώς, δεν μπορώ να τους συμπονέσω για όλα αυτά που έχουν τραβήξει». 

Τίποτα δεν είναι υπερβολή, όλα είναι ανθρώπινα, ακόμα και το χειρότερο έγκλημα είναι του ανθρώπου. Εμένα με αφορούν μόνο οι γνώμες ανθρώπων που μοιάζουμε στη σκέψη, τίποτα άλλο.

– Μιλάς καθόλου με το ChatGPT κι αν ναι, τι το ρωτάς;

Όχι, δεν μιλάω σε τέτοια, καθόλου, δεν μου αρέσει κιόλας η γρηγοράδα, μ’ αρέσει να ψάχνω, να σκέφτομαι, δεν θέλω ποτέ να μάθω κάτι, θέλω να το ανακαλύψω, δεν θέλω να κερδίζω χρόνο, θέλω να χάνω χρόνο.

– Ρε ‘συ Λένα, νιώθεις ποτέ εντελώς μόνη;

Λένα Κιτσοπούλου: «Νιώθω πολύ συχνά μόνη ή μάλλον έχω εκπαιδεύσει τον εαυτό μου να απολαμβάνει τη μοναξιά της ύπαρξής του».

Αυτόν τον τρόμο έχω μάθει κάπως να τον θαυμάζω και έχω μάθει να παρατηρώ πάντα κάτι μεγαλύτερο από μένα και έτσι να μην αισθάνομαι συνεχώς το κέντρο του κόσμου. Θεωρώ ένα χιονισμένο βουνό πολύ πιο άξιο από εμένα, ξέρω επίσης ότι θα παραμείνει σ’ αυτή τη γη πολύ περισσότερο καιρό από εμένα και θεωρώ τύχη και μόνο το γεγονός ότι μου έχει δοθεί η ευκαιρία να το βλέπω. Πολλές φορές δεν μου λέει τίποτα ο μικρόκοσμος στον οποίο περιφέρομαι ή εργάζομαι, τις περισσότερες φορές νιώθω μέρος του μεγαλόκοσμου, γι’ αυτό και δεν απογοητεύομαι πολύ εύκολα.

– Ποιος είναι «Ο Μουνής» του 2026;

Αυτός ο τύπος είναι ο παρατηρητής του κόσμου. Είναι κάτι σαν τον Παπαδιαμάντη στο μαγικό του διήγημα, το Γύρω από τη λίμνη, είμαι εγώ και όλες μου οι φορές που έχω βρεθεί στην ελληνική επαρχία. Ο Μουνής είναι αυτός που παρατηρεί μία κοινωνία, ας πούμε είναι η κάμερα. Είμαι εγώ και όλα όσα έχω παρατηρήσει ως παιδί σε καλοκαιρινές διακοπές στο χωριό του πατέρα μου, τον κόσμο, τις οικογένειες, τα γλέντια τους, αλλά κυρίως τα όσα συμβαίνουν πίσω από την κλειστή πόρτα τους.

– Έχω διαβάσει πολλές συνεντεύξεις σου και επαναλαμβάνεις συχνά ότι προσπαθείς να παραμείνεις ευάλωτη. Δεν σε τρομάζει αυτό; Όλοι θέλουμε να περιχαρακωθούμε.

Για να το κάνω σημαίνει ότι δεν με τρομάζει ή ίσως σημαίνει ότι ο τρόμος μου είναι πιο φιλικός ως συναίσθημα από ότι η απουσία τρόμου. Όταν δημιουργώ κάτι, αφήνομαι πολύ περισσότερο από ότι στη ζωή μου. Είμαι ο άνθρωπος που χαίρεται το οτιδήποτε ανατρέπει μία ροή κανονικότητας.

Θα χαρώ -ας πούμε- αν ακυρωθεί μία πτήση μου, αν πέσει απαγορευτικό στο μέρος που βρίσκομαι, αν για κάποιο λόγο πρέπει αύριο να εγκαταλείψω τη χώρα μου και να βρεθώ στην Γκάνα, ο κορονοϊός ήταν από τις πολύ ευτυχισμένες μου στιγμές όταν συνέβη, μου προκαλούν μεγάλη ευτυχία όλα αυτά τα πράγματα.

Λένα Κιτσοπούλου: «Μου αρέσει να ακολουθώ τη ζωή και όχι να την οριοθετώ. Δεν θέλω να ξέρω τι έχω να κάνω αύριο. Με θλίβει αυτό».

– Πώς σου ήρθε η Κική που έγινε Λάμπρος; Τι είναι «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης»;

Αυτό το βιβλίο ξεκίνησα να το γράφω πριν κάποια χρόνια και ήταν από τις ωραίες φορές όπου έγραφα για να γράφω και όχι με στόχο, όχι για κάποια παραγγελία, ούτε με κάποιο deadline να με κυνηγάει. Οπότε αφέθηκα σε κάτι χωρίς την μανία να τελειώσει, παίζοντας μόνο με την ίδια την συγγραφή και αφήνοντας τον εαυτό μου ελεύθερο. 

Για άλλη μια φορά το κεντρικό πρόσωπο είμαι κατά κάποιον τρόπο εγώ. Αυτή η 13χρονη Κική που ερωτεύεται έχει πολλά στοιχεία της δικής μου εφηβείας, η οποία ήταν έντονη, άγρια, δοκίμαζε οτιδήποτε απαγορευμένο, φλέρταρε με τα άκρα, πάλευε να απογαλακτιστεί από την οικογένεια, νομίζω το μόνο από όλα τα στοιχεία της Κικής που δεν είναι αυτοβιογραφικό είναι η πρέζα. 

Όταν η Κική κάνει την αλλαγή φύλου και επιστρέφει στο χωριό ως Λάμπρος, εκεί νομίζω εμφανίζεται και πάλι ο δικός μου αυτή τη φορά αρσενικός εαυτός, ο οποίος επίσης μέσα μου είναι έντονος πολύ, με την έννοια ότι στη ζωή μου πολλές φορές ήθελα να έχω αντρικά στοιχεία, μου άρεσε να παίζω ποδόσφαιρο με αγόρια, μου άρεσε να μιμούμαι το ανδρικό περπάτημα, είχα ως παιδί μόνο αντροπαρέες, γενικά ένιωθα πάντα οικεία με τους άντρες και φιλικά, δεν είμαι μία γυναίκα που ήθελε πολύ την προστασία ή που ήθελε να νιώθει το στήριγμα του αρσενικού δίπλα της με τον κλισέ τρόπο, έχω και είχα πάντα μία έντονη ανάγκη ανεξαρτησίας και πολλές φορές στη ζωή μου είχα σκεφτεί ότι θα ήθελα να ήμουν άντρας για να μπορέσω να ικανοποιήσω μία γυναίκα με τον τρόπο που θα ήθελα να ικανοποιηθώ. 

Τον άντρα στη ζωή μου, ίσως λόγω του πατέρα μου, δεν τον αντιμετώπισα ποτέ αρνητικά ή εχθρικά. Μέσα από όλα αυτά έχω καταλάβει λοιπόν ότι και τα 2 φύλα υπάρχουν μέσα σε όλους μας και νομίζω ότι ο «Συμβολισμός της Λεοπάρδαλης» αυτό κάπως αφηγείται: την πάλη αρσενικού και θηλυκού μέσα στο σώμα ενός ανθρώπου. Από εκεί και πέρα μιλάει για τον απόλυτο έρωτα, τον ανεκπλήρωτο, τον εγκληματικό, τον αποτρόπαιο, τον τόσο μα τόσο μαγικό και ταυτόχρονα καταστροφικό, με τον οποίο έχω συνδιαλλαγεί αρκετά στη ζωή μου.

– Με τον Βασίλη Μπισμπίκη πώς έμπλεξες;

Με τον Βασίλη είχαμε κάνει κατά καιρούς παρέα και κάποιες φορές στο παρελθόν είχαν γίνει κουβέντες να συνεργαστούμε, πράγμα που λόγω συνθηκών ή άλλων υποχρεώσεων δεν συνέβη ποτέ. 

Φέτος έγινε πάρα πολύ απλά, πολύ γρήγορα, χωρίς δεύτερη σκέψη είπα το ναι στην πρότασή του και νιώθω μεγάλη ευτυχία γι’ αυτό. Μοιάζουμε σε πολλά, όσο κι αν αισθητικά ή παραστασιακά μπορεί να διαφέρουμε όταν σκηνοθετούμε, παρ’ όλα αυτά μοιάζουμε σε πολύ βασικά πράγματα, όπως είναι η δοτικότητα, ο θαυμασμός προς οτιδήποτε ταλαντούχο έξω από εμάς, η ελευθερία που θέλουμε να έχουμε και να δίνουμε στον διπλανό μας όταν δημιουργούμε, η έλλειψη εγωισμού ακόμα και σε δύσκολες στιγμές, μοιάζουμε σε βασικές ανθρώπινες αρχές τις οποίες και εγώ και αυτός νομίζω τις θεωρούμε πολύ πιο σημαντικές από ένα τέλειο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Μου έδωσε απίστευτη ελευθερία και χαρά ο Βασίλης μέσα στη διαδικασία των προβών, με εμπιστεύτηκε πολύ, τον θαυμάζω για την αυθεντικότητα του, για την καλλιτεχνική του ματιά, για τον τρόπο που υπάρχει με τον ίδιο εαυτό και στη ζωή και στο θέατρο, ευάλωτος, εκτεθειμένος και στα 2 αυτά μέτωπα.

– Έχουμε δικαίωμα στις μαύρες μέρες μας σε μια εποχή που βασιλεύει η τοξική θετικότητα;

Μόνο αυτό έχουμε δικαίωμα και υποχρέωση να κάνουμε, να μαυρίζουμε, να βρίζουμε για όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, να υμνούμε τα πραγματικά όμορφα, να αγαπάμε την στεναχώρια μας, να μην θέλουμε να παραμείνουμε νέοι, να αντιστεκόμαστε στη μόδα. Ένα μεγάλο κακό της δημοκρατίας νομίζω ότι είναι η πίστη της στην πλειοψηφία. Μεγάλο λάθος αυτό.

– Φοβάσαι ότι μεγαλώνοντας παθαίνεις αρτηριοσκλήρωση και δεν ξέρεις τι θέλουν οι νέοι;

Δεν τους έχω σε μεγάλη υπόληψη τους νέους, γενικά δεν έχω σε καμία υπόληψη την γενίκευση και τις διάφορες ταμπέλες. Νέοι, γέροι, 40άρηδες, 30άρηδες, μου φαίνονται πολύ βλακώδεις κατηγορίες αυτές και μου φαίνεται θλιβερό να ανήκεις σε οποιαδήποτε από αυτές τις κατηγορίες.

– Πολλά χρόνια δουλεύεις στο θέατρο, πέρασες καλά; Βρήκες την οικογένειά σου;

Βρήκα κατά καιρούς διάφορες οικογένειες, έχω περάσει πολύ ωραία και έντονα μέσα στο θέατρο, έζησα ως ηθοποιός τον Βασίλη Παπαβασιλείου που αγάπησα και θαύμασα πολύ, με κάποιους ανθρώπους συνεργάστηκα πιο στενά και πιο συχνά απ’ ό,τι με άλλους, όμως ένας σημαντικός πυρήνας συγκεκριμένων ανθρώπων με διαμόρφωσε, με ενέπνευσε, με ελευθέρωσε και με ανέδειξε, είναι άνθρωποι στους οποίους οφείλω πολλά, όπως ο Γιάννης Κότσιφας, η Ιωάννα Μαυρέα, ο Νίκος Καραθάνος, ο Θοδωρής Σκυφτούλης, η Μαριλένα Μόσχου, ο Πάνος Παπαδόπουλος, ο Νίκος Κυπουργός, ο Νίκος Βλασόπουλος, η Μαγδαληνή Αυγερινού, δεν μπορώ να μην τους αναφέρω ειδικά, γιατί χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχαν οι αγαπημένες μου παραστάσεις, δεν θα είχα ανακαλύψει τον εαυτό μου στο θέατρο.

– Φεύγεις ακόμη από την Αθήνα και μένεις για μήνες στην Σαντορίνη και το Βερολίνο;

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια δεν το κάνω για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα, έχουν κάπως αυξηθεί οι υποχρεώσεις, έχουν δυσκολέψει τα οικονομικά οπότε υπάρχει ανάγκη να δουλεύει κανείς περισσότερο, να τρέχει από το ένα στο άλλο, πολλές φορές να μπλέκει και το ένα με το άλλο, οι ρυθμοί έχουν γίνει αναγκαστικά πιο έντονοι, όμως η τάση μου παραμένει αυτή. 

Το φευγιό είναι το μόνο πράγμα το οποίο είμαι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να κάνω. Έχω ένα αυτοκίνητο – σπίτι, έχει μέσα καλοκαιρινά, χειμωνιάτικα, κλειδιά από διάφορα μικρά εξοχικά, μαγιό, κασκόλ, το αυτοκίνητό μου είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να με ταξιδέψει οπουδήποτε χωρίς καν να χρειαστεί να περάσω από το σπίτι μου. Το δε σπίτι μου είναι ένας χώρος περαστικός, μοιάζει με κάτι το οποίο είναι το πολύ για ένα βράδυ. 

Λένα Κιτσοπούλου: «Δεν έχω τάση για διακοπές, έχω τάση για φευγιό και για εγκατάσταση αλλού».

– Τι φάση με την επαρχία και είναι κοινός τόπος στα έργα σου; Πώς την ξέρεις τόσο καλά;

Έχω περάσει πολύ χρόνο στην επαρχία και ως παιδί τα καλοκαίρια και ως μεγάλη και καλοκαίρια και χειμώνες, είναι κάτι που το αποζητώ, την επαφή με τη φύση, το να βλέπει το μάτι μου ορίζοντα και όχι το μπαλκόνι του απέναντι. 

Πέρα από αυτό όμως, καλλιτεχνικά μιλώντας, η επαρχία είναι ένας τόπος που αποκαλύπτει καλύτερα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, νομίζω γι’ αυτό τον λόγο την έχω παρατηρήσει και καλύτερα, γιατί είναι πιο δοτική στο υλικό που σου προσφέρει. Πιο καλά εστιάζεις πάνω σε μία αγριεμένη μούρη σε ένα μικρό μέρος παρά σε χίλιες που βλέπεις καθημερινά στην πόλη, Οπότε νομίζω ότι τα κοντινά πλάνα που σου προσφέρει η επαρχία έχουν περισσότερη πληροφορία από ότι το γενικό πλάνο της πόλης. 

Οι χρόνοι στην επαρχία είναι πιο ανάγλυφοι. Είναι πιο καθαρό το πρωινό, το μεσημέρι, ο καλός ή ο κακός καιρός, οι ήχοι, μία καμπάνα που μπορεί να είναι πένθος, ή πανηγύρι, ή γιορτή, ένα σκυλί που γαβγίζει, ξέρεις σε ποιον γαβγίζει και γιατί, είναι οι εικόνες πιο μεγάλες και νομίζω ότι αυτό σε κάνει να καταλαβαίνεις τον κόσμο καλύτερα. Για παράδειγμα, έναν τσιγκούνη άνθρωπο αρκεί να τον παρατηρήσεις και θα καταλάβεις πώς λειτουργούν όλοι οι τσιγκούνηδες του κόσμου, απλώς στην επαρχία επειδή είναι ένας και σε ένα μικρό μέρος, θα τον δεις σε όλες του τις εκφάνσεις, θα πέσεις πάνω του πολλές φορές, θα του δανείσεις σίγουρα, θα ακούσεις γι’ αυτόν από άλλους, πού δεν πλήρωσε, πόσα χρωστάει και σε ποιον, κι έτσι το μικρό μέρος σου προσφέρει περισσότερες δυνατότητες διείσδυσης στην τσιγκουνιά και στην περιγραφή της. Είναι πολύ γενναιόδωρη η επαρχία για κάποιον που γράφει.

– Πώς ζεις χωρίς social σε ένα κόσμο γεμάτο TikTok και reels;

Ζω πολύ ωραία, γιατί ζω αυτό που βλέπω στον δρόμο, ζω τις φάτσες των ανθρώπων, εννοώ δεν ζω σ’ αυτό το παράλληλο σύμπαν και δεν νομίζω ότι χάνω κάτι. Νομίζω γλιτώνω πολύ σκουπιδαριό και πραγματικά μου φτάνει αυτό που ήδη παρατηρώ καθημερινά γύρω μου. Δηλαδή βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου που επηρεάζονται από όλο αυτό που συμβαίνει μέσα στα σόσιαλ και ξέρω τι συμβαίνει μέσα εκεί χωρίς να χρειάζεται να το βλέπω και εγώ.

Λένα Κιτσοπούλου: «Πόσους influencers να κοιτάξω, πόσες ώρες να τους βλέπω, όταν βλέπω το ίδιο νύχι και το ίδιο ντύσιμο, σε όλα τα 12χρονα της γειτονιάς μου»;

– Έχεις ποτέ γράψει μια παράσταση πιο συμβατική, πιο αστική με αρχή, μέση και τέλος;

Όλες μου οι παραστάσεις έχουν αρχή μέση και τέλος, με τον τρόπο που εγώ αντιλαμβάνομαι την αρχή τη μέση και το τέλος. Μπορεί η τελεία να μπαίνει σε μία άρση ή σε μία στιγμή που τίποτα δεν έχει τελειώσει, όμως μπαίνει. Επίσης, πιστεύω ότι κάνω πολύ συμβατικές παραστάσεις, με την έννοια της αμεσότητας, ίσως αυτό να θεωρείται αντισυμβατικό, πάντως κάνω παραστάσεις πολύ κατανοητές στον οποιονδήποτε. Στα έργα μου μιλάω για ό,τι πιο συμβατικό βλέπω γύρω μου.

– Εσύ γιατί δεν ζεις με την ψευδαίσθηση ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες;

Εγώ ζω με την πεποίθηση ότι για εμένα έρχονται σίγουρα καλύτερες μέρες, δεν ξέρω για την ανθρωπότητα, ίσως η ανθρωπότητα πιστεύει σε δημοκρατίες, σε δίκαια καθεστώτα, σε ειρήνη, σε αθανασίες, σε τέτοια πράγματα και ίσως γι’ αυτό να απογοητεύεται. 

Εγώ όμως κάθε μέρα περιμένω την ακόμα καλύτερη μέρα, γιατί οι καλές μέρες είναι όλες οι σκατά μέρες μέσα στις οποίες εσύ ανακαλύπτεις τη μία και μοναδική ομορφιά. Δεν υπάρχει μέρα χωρίς ευτυχία μέσα της.

Πες μου ότι θα σε δούμε επιτέλους σε σίριαλ στην τηλεόραση.

Θα παίξω σε μία σειρά που θα έχει τον τίτλο Κενά Μνήμης σε σκηνοθεσία του Φίλιππου Τσίτου στον ALPHA και ανυπομονώ να ξεκινήσουμε τα γυρίσματα.

Την Λένα Κιτσοπούλου τη συναντήσαμε ένα απόγευμα του παρατεταμένου χειμώνα λίγο πριν μπει η Άνοιξη στη σουίτα του The Foundry Suites Athens και ήταν το ίδιο σαρωτική δια ζώσης, όπως και στη σκηνή ως σύζυγος στον τοξικό γάμο της νέας παράστασης της Ομάδας Cartel σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη, στον Σωσμένο του Έντουαρντ Μποντ. 

Info: Η Ομάδα Cartel, στον απόηχο της σαρωτικής επιτυχίας της παράστασης «Άνθρωποι και Ποντίκια», επανέρχεται με τον «Σωσμένο» του Έντουαρντ Μποντ. Στη νέα παράσταση, ο Βασίλης Μπισμπίκης σκηνοθετεί και συναντά για πρώτη φορά επί σκηνής τη Λένα Κιτσοπούλου σε μια ανατρεπτική καλλιτεχνική συνεργασία. Εισιτήρια εδώ

Exit mobile version