Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου- Watkinson/LadyLike.gr
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Γιούλη Τσαγκαράκη δεν ψάχνει σωτηρία στο χιούμορ αλλά στην ψυχοθεραπεία

MUA & HAIR STYLIST: ΙΩΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΗ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΟ TERAS ATHENS

Είτε τη γνώρισες όταν η θεία Σταματίνα στις Σέρρες άλλαξε τη σειρά στο αρτικόλεξο ΛΟΑΤΚΙ, είτε τη συνάντησες πρώτη φορά στο θέατρο και σε συνεπήρε μέσα από τη σκηνική της παρουσία και την αυθεντικότητά της, τη Γιούλη Τσαγκαράκη από τότε που την είδες για πρώτη φορά δεν γίνεται να την ξεχάσεις. Το γέλιο της που απλώνεται σε όλο της το πρόσωπο, η αλήθεια που βγάζει σε κάθε ρόλο που υποδύεται, απλά είναι συναρπαστικά στοιχεία. Αυτό το καλοκαίρι τη βλέπεις να κάνει την πρέσβειρα, τη σύζυγο υπουργού Υγείας, την «άστεγη» πολιτικά αριστερή σε μία παράσταση που ήρθε για να σατιρίσει την παρανοϊκή καθημερινότητα που ζούμε.

Η Γιούλη Τσαγκαράκη είναι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της παράστασης Η Επιθεώρηση «Εγώ θα σας τα πω», σε κείμενα των Γεράσιμου Ευαγγελάτου και Δημήτρη Χαλιώτη και την πρωτότυπη μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου στα ανοιχτά θέατρα της χώρας. Μαζί της επί σκηνής οι: Δημήτρης Πιατάς, Ελένη Κοκκίδου, Δημήτρης Μακαλιάς, Ζερόμ Καλούτα, Σύρμω Κεκέ, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Αλέξης Βιδαλάκης και Θανάσης Ισιδώρου σε μία εκρηκτική σύμπραξη που ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας την Ελλάδα 2.0.

Η Γιούλη Τσαγκαράκη, με αυτή την αφορμή, ξεδιπλώνει τον δικό της εαυτό στο LadyLike, μιλάει για την ελευθερία της επαρχίας των παιδικών της χρόνων, αλλά και τις δυσκολίες που βίωσε στο οικογενειακό της περιβάλλον, την ψυχοθεραπεία που είναι ατέλειωτη διαδικασία, το θέατρο για το οποίο επέδειξε μεγάλη επιμονή, τις Σέρρες που ήταν μια ευτυχισμένη συνάντηση, την επιτυχία μετά τα 40 και τη Σχολή Γονέων που θεωρεί απαραίτητη για να αλλάξει ο κόσμος μας. Αυτά είναι τα δικά της λόγια.

Η Γιούλη Τσαγκαράκη χτίζει κάθε μέρα τον εαυτό της στην ψυχοθεραπεία

«Ως παιδί ήμουν πολύ ατίθαση. Ενεργητική μες τη ζαβολιά, ανυπάκουη. Αναρχία. Πέρασε δύσκολα η μαμά μου, μου έλεγε κάτι κι εγώ έκανα το αντίθετο. Ήμουν στην αντίδραση. Δεν το διατηρώ ακόμα αυτό, έχει γίνει πολύ δουλειά ψυχής. Θα χτίζαμε σπίτι στην ψυχοθεραπεία.

Μεγάλωσα Καβάλα και Κρήτη, μέχρι 19 ετών ήμουν στην επαρχία. Ήταν κι άλλα τα χρόνια τότε, δεν ξέρω τώρα πως το βιώνουν τα παιδιά που ζουν στην επαρχία. Αλλά τότε μόνο καλό ήταν ν μεγαλώνεις στην επαρχία, γιατί τα ενδιαφέροντά μας σαν παιδιά ήταν να βγούμε να παίξουμε έξω. Τηλεόραση βλέπαμε σπάνια. Ήμασταν πολύ έξω σαν παιδιά και μετά ως έφηβοι. Δεν υπήρχαν τα κινητά ήταν άλλη ελευθερία».

«Δεν ήμασταν εγκλωβισμένοι όπως νομίζω ότι είναι τα παιδιά τώρα. Τώρα υπάρχει μία αγωνία να γυρίσεις πίσω, είτε για να παίξεις είτε για να επικοινωνήσεις μέσω Internet. Τότε δεν υπήρχε καθόλου διαδίκτυο. Υπήρχε ένα σταθερό τηλέφωνο και μία τηλεόραση. Το τηλέφωνο με το καντράν και τηλεόραση με δύο κανάλια που αργότερα πλήθυναν».

«Εγώ μεγάλωσα σε μία γειτονιά στην Καβάλα που το έζησα πάρα πολύ αυτό. Πώς ήταν η “Αυλή των Θαυμάτων” του Καμπανέλλη; Ένα τέτοιο πράγμα ήταν με σπίτια που οι γυναίκες μεταξύ τους μοιράζονταν φαγητά, πρόσεχαν η μία τα παιδιά και της άλλης, να παίζουν έξω τα παιδιά κι εκείνες να είναι επίσης έξω και να πίνουν τον καφέ τους όλες μαζί. Έζησα ωραίες αναφορές, αυτές της κοινότητας».

Το θέατρο ως οδός διαφυγής

«Το θέατρο μπήκε στη ζωή μου στη Β’ Λυκείου. Ήμουν σε ένα τεχνικό επαγγελματικό Λύκειο κι εκεί υπήρχε μία κοινωνική λειτουργός. Καλή της ώρα, η γυναίκα αυτή μας έκανε ένα μάθημα. Εγώ ήμουν σε τμήμα βρεφονηπιοκόμων- παιδοκόμων κι αυτή η γυναίκα ήταν πολύ δραστήρια, της άρεσαν οι τέχνες και μας έβαζε σε διαδικασία να φτιάχνουμε σκετσάκια κλπ. Και κάποια στιγμή μου έδωσε την πρωτοβουλία να γράψω ένα σκετσάκι και να το παίξω με μία συμμαθήτριά μου κι αυτό πήγε ξαφνικά πολύ καλά. Πήρα ένα πρώτο θετικό σχόλιο κι αυτό μεγάλωσε μέσα μου το μικρόβιο που λένε. Μπήκα μετά σε μία θεατρική ομάδα στο Ηράκλειο Κρήτης και μετά όλο αυτό πήρε τον δρόμο του.

Να ξεκαθαρίσω ότι το δύσκολο περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα ήταν όσο δύσκολο ήταν και είναι ακόμα, κατά τη γνώμη μου, στα περισσότερα σπίτια. Την ένταση αυτού του περιβάλλοντος την απορροφούν τα παιδιά. Αυτό που ονομάζουμε εμείς δύσκολο δεν το παραδέχονται εύκολα τα σπίτια, έτσι; Επομένως ναι, σίγουρα είχαν δημιουργηθεί μέσα μου αδιέξοδα και αναζητήσεις. Όλα αυτά τα έψαξα μέσα από την τέχνη και τα βρήκα εκεί, στο θέατρο. Ήταν μια οδός η τέχνη, θα μπορούσε να είναι μια άλλη οδός τα ναρκωτικά ή οτιδήποτε άλλο αυτοκαταστροφικό. Απλώς φαίνεται ότι εκείνη τη στιγμή εγώ έστριψα προς μια άλλη κατεύθυνση, πήγα σε άλλον δρόμο. Υπήρχαν ναρκωτικά τότε στην επαρχία, μπροστά μου ήταν, αλλά μια σοφή κουβέντα της μητέρας μου κόλλησε στο μυαλό μου -σε ένα μυαλό πολύ διασπαστικό- τόσο που ούτε δοκίμασα καν. Μου ‘χε πει «Κάνε ό,τι θέλεις αλλά μη σε δω με τατουάζ και να παίρνεις ναρκωτικά». Ε και μου έμειναν και τα δύο. Κάτι με οδήγησε στην τέχνη, η τύχη; Δεν ξέρω.

«Ήμουν πολύ αποφασισμένη να γίνω ηθοποιός. Στο Εθνικό, επειδή δεν είναι εύκολο να μπει κανείς και φυσικά δεν μπήκα με μέσον, ήταν τόση η επιμονή μου που πιστεύω ότι αυτό είδαν, σαν να ήταν γραμμένο από πάνω μέχρι κάτω, γιατί δεν έκανα και τίποτα τρομερό, ό,τι κάνουν όλοι οι υποψήφιοι. Ήταν φαίνεται πολύ φωτεινό το θέλω μου».

«Έγραφα θυμάμαι γράμματα στον εαυτό μου και τα έστελνα σε μένα μετά. Σαν να υπήρχε κάποιος που με συμβούλευε και μου έστελνε τις συμβουλές σε γράμματα, μόνο που ήμουν εγώ αυτή η άλλη Γιούλη. Τρέλα παιδί μου, για ψυχίατρο (γέλια). Όταν, λοιπόν, έκανα πρόβες για την προετοιμασία, μου έκανα και κριτική. Μου έγραφα «Κοίτα να δεις, εδώ δεν τα πας καλά. Στην επόμενη πρόβα θα τα πεις καλύτερα». Ξέρεις πώς με βοήθησε;

Υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν σε μένα, καταρχάς η Γιάννα κι ο Σίμος, 2 φίλοι ηθοποιοί που βρίσκονται στο Ηράκλειο Κρήτης και με βοήθησαν στην προετοιμασία. Οι γονείς μου επίσης, δεν ήταν από αυτούς που είπαν «Με τίποτα» αλλά ούτε και «βεβαίως, προχώρα». Είπαν τη γνώμη τους, επέμεινα λίγο παραπάνω και δεν ζορίστηκα πολύ. Και το έλεγαν για τους προφανείς λόγους της δυσκολίας του επαγγέλματος. Υπήρχαν, λοιπόν, άνθρωποι, αλλά εγώ τότε μου έγραφα και γράμματα ήταν κάτι σαν προσωπικό project. Μετά εντάξει, σταμάτησα, πέρασα, μπήκα. Ήταν και για μένα μεγάλη επιβράβευση τότε το να μπω στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου όταν από το ΚΘΒΕ με είχαν απορρίψει».

Η Γιούλη Τσαγκαράκη βρήκε την επιτυχία όταν ήταν έτοιμη γι’ αυτήν

«Θα σου πω ευτυχώς που ευρεία αποδοχή και αναγνώριση από το κοινό ήρθε μετά τα 40. Μέχρι τότε είχα μπει στη δουλειά, την είδα, την άφησα, την ξανάπιασα, αναθεώρησα πράγματα, έκανα άλλες δουλειές. Υπήρξαν πολλές παλινδρομήσεις μέχρι να καταλήξω σε κάποια συμπεράσματα όπως τα έχω αυτή τη στιγμή στο κεφάλι μου για να σου μιλάω αυτή τη στιγμή».

«Ευτυχώς, η αποδοχή με βρήκε ώριμη και δεν πήραν τα μυαλά μου αέρα. Αντίθετα μάλιστα, όταν έγιναν viral κάποιες ατάκες της Σταματίνας στη σειρά “Σέρρες”, εγώ ήθελα εκείνη την εβδομάδα να πάω να κλειστώ σε μια σπηλιά. Ήταν πολύ περίεργο για μένα».

«Προσπάθησα κι έλεγα στον εαυτό μου, είχα τη γνώση μάλλον ότι αυτά τα viral είναι σύντομα. Γι΄ αυτό σου λέω, ευτυχώς που έγινε τώρα. Γνώριζα ότι τα viral μπορεί κάπως να βοηθάνε,αλλά είναι προσωρινά. Έλεγα στον εαυτό μου “εντάξει, για λίγο είναι. Τώρα θα πέσουν λίγο πάνω μου και τηλέφωνα και social και δημοσιογράφοι αλλά μετά κάπως θα ισορροπήσει”. Και όντως έτσι είναι, δεν άργησε πολύ. Ζούμε και σε μια εποχή ταχύτητας και προϊόντων είναι όλα στο fast, fast forward, fast food κλπ. Οπότε μου έλεγα “υπομονή, μην αγχώνεσαι”. Σε λίγο καιρό θα καταλαγιάσει και θα μείνει μια ωραία ανάμνηση που θα συζητάμε.

Ευγνωμονώ και χαίρομαι περισσότερο γιατί συναντήθηκα με τον Γιώργο (Καπουτζίδη) που ήμασταν μαζί στη σχολή και είχαμε μεγάλη συμπάθεια. Κι ο Γιώργος το ίδιο. Είμαστε χαρούμενοι και οι 2 που συναντήθηκαν οι σκέψεις μας πάνω στον ρόλο και που τον φτιάξαμε και γελάσαμε με αυτόν τον ρόλο και που συνεργαστήκαμε γιατί δεν κάναμε μαζί μόνο τη σειρά, αλλά συνεργαστήκαμε και στο θέατρο έπειτα. Ήταν πραγματικά μια ευτυχής συγκυρία.

Οι φίλοι μού δημιουργούν τη μεγαλύτερη αίσθηση πληρότητας. Η φιλία είναι πολύ σημαντικό πράγμα στον άνθρωπο. Είναι κάτι πολύ ιερό και ταυτόχρονα με πολλή εργασία, όπως όλες οι ανθρώπινες σχέσεις. Τη φιλία την επιλέγεις, αποφασίζουν οι φίλοι να μοιραστούν πράγματα, να δημιουργήσουν μια δική τους οικογένεια».

«Η τηλεόραση νομίζω ότι θέλει μια ψυχραιμία για να την κάνεις. Είναι ένας άλλος κώδικας που εμένα κάποτε με τρόμαζε λίγο. Ούτε ήξερα κιόλας πώς γίνεται αυτό το πράγμα, δεν είχαμε καμία ενημέρωση στις δραματικές σχολές. Τώρα είναι αλλιώς τα πράγματα, γίνονται και πολλά σεμινάρια πια. Αλλά τότε ήταν άγνωστο πεδίο κι άκουγα και κάποιες εμπειρίες ηθοποιών συναδέλφων πώς περνάνε γι’ αυτή την ψυχραιμία που πρέπει να έχεις μπροστά στην κάμερα. Εγώ όταν μπήκα δεν την είδα. Την απέκτησα όμως σιγά- σιγά.

Βέβαια άξιζε τον κόπο, γιατί κακά τα ψέματα, η τηλεόραση με μια σειρά θα σε φέρει πιο κοντά στον θεατή, μπαίνεις στο σπίτι του μέσα. Είναι διαφορετικό, είναι η ίδια σπουδή, το ίδιο αντικείμενο αλλά άλλο μέσο. Μια άλλη δουλειά που έχει πολύ ενδιαφέρον. Κι εμένα μου αρέσει πολύ και με ιντριγκάρει ότι αυτό το κείμενο που λες μπροστά στην κάμερα το λες και μετά δεν θα το ξαναπείς ποτέ σου. Στο θέατρο έχεις την επαναληπτικότητα. Άρα, εδώ επιστρατεύεται μία ολόκληρη κατάσταση μέσα σου για να το φέρεις εις πέρας εκείνη τη στιγμή να είναι αληθινό και φρέσκο. Χρειάζεται μια ετοιμότητα απίστευτη».

Η επιθεώρηση γύρω μας

«Όλο αυτό που ζούμε γύρω μας είναι μία επιθεώρηση. Εμείς στη σκηνή το “τραβάμε” λίγο. Αλλά όλο αυτό που ζούμε φέρνει πολύ υλικό, κάθε μέρα κι όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και παγκόσμια πλέον. Έχει υλικό να αντλήσεις. Εντάξει, όλα αυτά τα έξω της “επιθεώρησης της ζωής” που ζούμε είναι και δύσκολα και τραγικά και πολύ άσχημα. Εμείς αναφέρουμε πάρα πολλά πράγματα με αστείο τρόπο βέβαια, ακόμα κι αν τα θέματα δεν είναι καθόλου αστεία. Γίνεται αναφορά στα Τέμπη για παράδειγμα που δεν είναι καθόλου αστείο θέμα. Αλλά φέρνουμε πολλά στη σκηνή και τα δείχνουμε. Αυτό κάνει η επιθεώρηση, σατιρίζει, καυτηριάζει και κάπου εκεί ψάχνει ο ηθοποιός πώς η σκηνή θα συνδεθεί με τον θεατή και το αντίθετο. Να γίνει αυτή η αναγωγή, να το δει ο θεατής και να πει “μπράβο, φοβερό αυτό που συμβαίνει”. Να γελάσει και να ξαναπεί μετά: “Και τώρα τι κάνουμε;”.

«Το χιούμορ στη φρίκη δεν ξέρω αν σώζει. Η φρίκη είναι φρίκη. Αλλά σε πολλές περιπτώσεις το χιούμορ επειδή για να συμβεί πρέπει να αποστασιοποιηθείς λίγο και να δεις τα πράγματα με άλλο μάτι, βοηθάει».

«Δηλαδή μπορεί να έρθεις και να μου πεις “συνέβη αυτό και αυτό” και να σου πω “ναι, αλλά φαντάζεσαι να είχε γίνει κι αυτό, θα είχαμε πεθάνει στα γέλια”. Δεν μπορώ να το χρησιμοποιώ πάντα στα δύσκολα αλλά θα ήθελα να τα παίρνω λίγο πιο χιουμοριστικά, χωρίς να αγνοώ τη σοβαρότητα κάθε κατάστασης»

Για τη Γιούλη Τσαγκαράκη πρέπει πρώτα να «σώσουμε» τον εαυτό μας

«Με όλα αυτά που έχω κάνει στην ψυχοθεραπεία, εκτιμώ ότι δεν είμαι αυτή που ήμουν. Όμως η δουλειά με τον εαυτό δεν σταματάει ποτέ. Το έχω ξαναπεί αλλά θα το ξαναπώ γιατί πιστεύω είναι χρήσιμο να το ακούσει και κάποιος άλλος, αλλά πρώτη εγώ: Είναι τόσες οι αφορμές στην καθημερινότητά μας, στον έξω κόσμο αλλά και στον εσωτερικό που αυτό το κομμάτι της ψυχοθεραπείας δεν πρέπει να σταματάει. Οφείλει να είναι σε συνεχή λειτουργία. Αλλιώς φεύγουμε από τον εαυτό μας και δείχνουμε, δείχνουμε, δείχνουμε. Και ο κόσμος πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Εκτιμώ ότι η βασική δουλειά που πρέπει να κάνουμε, να κάνω μιας και μιλάω για μένα, είναι να στρέφομαι προς εμένα. Να πω “Μισό λεπτό, έγινε αυτό. Εγώ τι έχω κάνει, τι έχει συμβεί με μένα; Τι μπορώ να κάνω από εδώ και στο εξής; Ποιες είναι οι δικές μου πράξεις”.

Υπάρχουν και τα social που είναι όλα έτσι με το δαχτυλάκι υψωμένο. Κρίνουμε εύκολα, είμαστε δικαστές όλοι για τους άλλους. Αλλά αυτή την αυστηρότητα και την απανθρωπιά δεν τη γυρνάμε στον εαυτό μας, οι άλλοι είναι πάντα οι απάνθρωποι».

«Νομίζω ότι ο κόσμος θα μπορούσε να είναι καλύτερος αν δεν τρέχαμε πρώτα απ’ όλα να σώσουμε την κοινωνία, αλλά τρέχαμε με ταχύτητα να σώσουμε το δικό μας καταπιεσμένο και ανύπαρκτο πολλές φορές συναίσθημα»

«Μπορείς να το φανταστείς αυτό σαν εκπαίδευση στα σχολεία; Μπορείς να φανταστείς πώς θα ήταν αλλιώς ο κόσμος; Θα ήταν πολύ καλύτερο να διδάσκονται τα παιδιά κάποια χρόνια συναισθηματική αγωγή από το να μαθαίνουν αριθμητική και γεωγραφία. Χρήσιμο είναι, αλλά τι είναι πιο χρήσιμο; Να μάθω ποια είναι η πρωτεύουσα της Σουηδίας ή να απαντήσω σε μένα “Γιατί είναι σπαστικό το κεφάλι μου, η συγκέντρωσή μου; Γιατί έχω άγχος; Γιατί φοβάμαι τόσο πολύ; Πώς θα ησυχάσω; Τι μπορώ να κάνω στο σπίτι με τους γονείς μου;”»

«Θα έπρεπε να υπάρχει για μένα Σχολή Γονέων δωρεάν από το κράτος. Γιατί βιολογικά μπορώ να κάνω παιδί, αλλά ψυχικά μπορώ να το υποστηρίξω; Να το κάνω σωστά; Αναμφισβήτητα ακόμα και να αποφοιτούσε κανείς από μία Σχολή Γονέων θα έκανε τα λάθη του, δεν είμαστε τέλειοι. Αλλά θα μπορούσες να έχεις το περιθώριο σαν γονιός να σώσεις πολλά, πολλές άσχημες καταστάσεις που έχεις ζήσει ο ίδιος και που στην ουσία μεταφέρεις από γενιά σε γενιά»

Γιούλη Τσαγκαράκη: «Στο δικό μου περιβάλλον υπήρχαν δυσκολίες; Βεβαίως, όλες. Κακοποιητική στάση, απέναντι σε πολλά πράγματα. Από φωνή, από αυταρχισμό, από νεύρα, από μούτρα. Τι σημαίνει κακοποίηση; Ποιώ κακό.  Δεν είναι καλό σε καμία περίπτωση το να έχεις έναν μουτρωμένο άνθρωπο δίπλα σου στον καναπέ, ακόμα κι αν δεν κάνει τίποτα».

«Γι΄ αυτό λένε πολλοί ότι γονιός δεν είναι αυτός που γεννάει. Γονιός με την έννοια του είναι δηλαδή, που είναι κοντά στο παιδί. Το έχω πει πολλές φορές και το πιστεύω, δεν είμαι γονιός αλλά αν ήμουν, θα ήμουν πάνω από το παιδί μου συνέχεια.

Η συγχώρεση είναι μία σπουδαία πράξη όταν είναι και αληθινή. Έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι τώρα και η λέξη η ίδια έχει ενδιαφέρον. Δημιουργώ λίγο χώρο, αποδέχομαι αυτό που συνέβη ας πούμε. Αν δεν δημιουργώ χώρο πώς είναι τα πράγματα για μένα; Στο πολύ στενό και σφιγμένο αρρωσταίνεις. Το έχω ανάγκη, λοιπόν. Θέλω να μπορώ να συγχωρέσω και να πω συγγνώμη και στην άλλη πλευρά. Κι εδώ μπαίνει και το κομμάτι της ευθύνης. Στην ενήλικη ζωή είμαι απόλυτη, είμαι πλέον στην ηλικία που δεν έχω χρόνο και περιθώριο να λέω φταίτε εσείς, οι γονείς, η οικογένεια. Τότε που συνέβαιναν τα πράγμα δεν μπορούσα να πω «Τι μου κάνεις τώρα;» ήμουν μικρή. Τώρα ούτε με μαλώνει ούτε με τιμωρεί κανείς. Έχω την απόλυτη ευθύνη των πράξεών μου»

«Δεν θέλω να ζω με ψευδαισθήσεις»

«Ο κάθε ηθοποιός καταλαβαίνει πότε δεν είναι αληθινός και καταλαβαίνει όταν είναι στο κέντρο του. Μία άσκηση αυτοσυγκέντρωσης πριν βγω στη σκηνή ή ακόμα και στη διαδικασία της πρόβας είναι να μου λέω “Είναι αυτό η αλήθεια;”. Μάλλον αυτό σε επανάληψη αρχίζει και δουλεύει. Λέω στον εαυτό μου “Αυτό που θα πεις να είναι αληθινό”.

Αυτό ξεκινάει από τη Γιούλη εκτός σκηνής.  Από το ότι αποφασίζω να μην ζω με ψευδαισθήσεις, να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου. Δεν πετυχαίνει πάντα, δεν σου μιλάει κάποιος Θεός.

«Είναι μία απόφαση να μην με τοποθετώ ούτε πολύ ψηλά αλλά ούτε και πολύ χαμηλά. Να μαθαίνω στη ζωή μου να με τοποθετώ εκεί που είμαι, όπου κι αν είναι αυτό. Οι ακραίες καταστάσεις πουθενά δεν έχουν κάνει καλό».

Info: Η Επιθεώρηση «Εγώ θα σας τα πω!», ξεκίνησε την καλοκαιρινή της περιοδεία από το Βεάκειο Θέατρο Πειραιά. Η Ελλάδα 2.0 ξεδιπλώνεται… κι όλοι θέλουν να μας τα πουν. Εισιτήρια και επόμενοι σταθμοί εδώ

Exit mobile version