ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Έβελυν Ασουάντ βρήκε το «σπίτι» της στην Αστόρια

Angel Ballesteros

Η Έβελυν Ασουάντ μιλά στο LadyLike με αφορμή την μεγάλη θεατρική παραγωγή Αστόρια που θα ανέβει στο θέατρο Παλλάς σε πρωτότυπο κείμενο του Κωνσταντίνου Σαμαρά και σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου

Την παρακολουθώ χρόνια τώρα στις παραστάσεις της Ομάδας Σημείο Μηδέν που σκηνοθετεί ο Σάββας Στρούμπος, με εντυπωσίασε ως Αντιγόνη στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή – δεν είναι τυχαίο πως κέρδισε για τον ρόλο αυτό το Βραβείο Αρχαίου Δράματος στα Βραβεία «Κάρολος Κουν» το 2022- και με καθήλωσε σε Κασσάνδρα στις Τρωάδες του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Θεόδωρου Τερζόπουλου. Ο λόγος για την Έβελυν Ασουάντ που ακόμη τη θυμάμαι να εξέρχεται από την αργολική ορχήστρα και να ανεβαίνει τις κλίμακες του κοίλου τραγουδώντα στα αραβικά ένα συγκλονιστικό μοιρολόι.

Η εκρηκτική δύναμη της φωνής της, το πάθος που αποπνέει σε κάθε κίνηση και η σωματικότητα με την οποία ενσαρκώνει τις ηρωίδες της αρχαίας τραγωδίας, την καθιστούν μια από τις πιο ιδιαίτερες παρουσίες του θεάτρου μας.

Η Έβελυν Ασουάντ έρχεται τώρα αντιμέτωπη με τον πρώτο της μεγάλο πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια υπερπαραγωγή στο Θέατρο Παλλάς, στην παράσταση Αστόρια, σε σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου. Ο ρόλος της Τασούλας, η Ελληνίδα μετανάστρια που αγωνίζεται να βρει το μέρος της στον κόσμο, τη φέρνει κοντά στους θεατές και σφυρηλατεί μια ακόμα ερμηνεία της.

Η παράσταση Αστόρια αναπαριστά την ελληνική μετανάστευση στις αρχές του 20ου αιώνα και τις αντιφάσεις της Νέας Υόρκης της εποχής του Μεσοπολέμου. Η Τασούλα, η ηρωίδα της, είναι μια γυναίκα που, από το ελληνικό χωριό και τη δυστυχία, ταξιδεύει στην Αμερική με όνειρα για μία καλύτερη ζωή. Η ιστορία της αναφέρεται στην προσπάθεια για επιβίωση και την αναζήτηση ταυτότητας, μέσα από την καταπίεση, τη φτώχεια, τη δουλειά και, φυσικά, τη μουσική που κουβαλά μαζί της.

Στη συζήτησή μας, η Έβελυν μάς συστήνεται και μιλά για την εμπειρία της στην Αστόρια, για τη μετανάστευση, την ανάγκη να νιώσεις «σπίτι» σε έναν ξένο τόπο και για τη σημασία της μουσικής στο έργο, αποκαλύπτοντας τις προκλήσεις που αντιμετώπισε και τις συναισθηματικές διαδρομές που ακολούθησε, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, για να δώσει τη Τασούλα σάρκα και οστά.

– Συστήσου μας…

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας μου είναι Σύριος και η μητέρα μου κατάγεται από την Ήπειρο και τον Πόντο. Έχω δύο μητρικές γλώσσες τα ελληνικά και τα γαλλικά. Στα δεκαοχτώ μου έφυγα από τη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσω στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Από τότε δουλεύω επαγγελματικά ως ηθοποιός αλλά και ως τραγουδίστρια.

– Αναμνήσεις από μουσική και θέατρο: Πρώτο τραγούδι που θυμάσαι να τραγουδάς, πρώτη παράσταση που σε συγκλόνισε…

Θυμάμαι ίσως ο πρώτος δίσκος που μου κάνανε δώρο ήταν με τραγούδια της Αλίκης Βουγιουκλάκη όταν ήμουν πολύ μικρή. Είχα ξετρελαθεί γιατί έβλεπα όλες τις ταινίες της. Αργότερα ένα χαρακτηριστικό κομμάτι που θυμάμαι ήταν «Η ταμπακιέρα» που αποτέλεσε και το τραγούδι με το οποίο μπήκα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Από τότε βέβαια δεν το έχω ξανατραγουδήσει. Από παραστάσεις θυμάμαι έντονα την «Μήδεια» του Δημήτρη Παπαϊωάννου όπως επίσης και το «Τάβλι» του Άρη Ρέτσου. Ήμουν ακόμα σχολείο και δεν είχα ξαναδεί κάτι παρόμοιο.

– Τι σε έκανε να ασχοληθείς με το θέατρο και τη μουσική;

Ήμουν ένα ντροπαλό παιδί και προσπαθώντας οι γονείς μου να με βοηθήσουν να ξεθαρρέψω με έστειλαν σε ένα θεατρικό εργαστήρι. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Μεγαλώνοντας το ζητούσα πλέον εγώ και συνέχιζα να πηγαίνω σε θεατρικά εργαστήρια για παιδιά. Έτσι μπήκε σιγά σιγά το καλλιτεχνικό μικρόβιο.

– Τι σε γοητεύει ιδιαίτερα στην “ASTORIA”;

Με γοητεύει η ανάγκη του ανθρώπου να ριζώσει. Να νιώσει ότι ανήκει κάπου. Όλος αυτός ο αγώνας για μία «ταυτότητα». Το πιο ελκυστικό στην «Astoria» είναι πως δεν ωραιοποιεί τη διαδρομή της ξενιτιάς, αλλά την κοιτάζει κατάματα, από τον βίαιο αποχωρισμό ενός ανθρώπου απ’ το χωριό και την οικογένειά του στην Ελλάδα, μέχρι τη στιγμή που καταφέρνει να χτίσει ένα σπίτι σε μια ξένη ήπειρο.

Παρακολουθούμε μια νεαρή γυναίκα να ταξιδεύει για πρώτη φορά μόνη. Φεύγει πιστεύοντας σε μια υπόσχεση, στον έρωτα, στη σωτηρία και στο «Αμέρικα» που «τα δολάρια φυτρώνουν στους δρόμους». Πολύ γρήγορα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα.

Χάνεται, πληγώνεται, ταπεινώνεται, αλλά τελικά, μέσα σε ένα καφενείο στην Νέα Υόρκη βρίσκει μια δεύτερη οικογένεια και μια φωνή που δεν ήξερε ότι είχε. Η Αστόρια δεν είναι απλώς μια ιστορία μετανάστευσης, είναι μια ιστορία ενηλικίωσης μέσα από τη βίαιη απομυθοποίηση της ζωής.

– Ποια είναι η Τασούλα για σένα, πέρα από τον ρόλο;

Είναι ο κάθε άνθρωπος που διεκδικεί το δικαίωμα να ζήσει με ασφάλεια και να προσφέρει σε έναν ξένο τόπο και με άλλα ήθη και άλλη κουλτούρα, χωρίς συγγενείς, χωρίς φίλους παρά μόνο με την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα κερδίσει ένα ζεστό βλέμμα, ένα βλέμμα που θα αξίζει όσο η θαλπωρή των αγαπημένων του στον τόπο που μεγάλωσε.

– Η παράσταση μιλά για τη μετανάστευση και την επιβίωση. Πώς συνομιλεί με το σήμερα;

Δεν πιστεύω πως υπάρχει ούτε μία σελίδα στην ανθρώπινη ιστορία που να μην ξεριζώνονται άνθρωποι από τον τόπο τους, είτε λόγω πολέμου είτε λόγω φτώχειας, για να βρουν ασφάλεια και την ελπίδα πως θα έρθει μία μέρα που θα ξυπνήσουν με αισιοδοξία για το μέλλον. Αυτό, δυστυχώς, είναι κάτι πολύ αναγνωρίσιμο και σήμερα.

Νιώθω έντονα πως η «Astoria» συνομιλεί με το παρόν, γιατί μας βάζει στη θέση αυτών των ανθρώπων και βιώνουμε τη φτώχεια, τον αγώνα για την επιβίωση αλλά και τις ηθικές γκρίζες ζώνες. Πόσο αντέχεις να συμβιβάζεσαι, μέχρι πού μπορείς να φτάσεις για να «σωθείς» ,τι σημαίνει να «προδώσεις» και πόσο σημαντικό είναι να μπορείς να προστατεύσεις τους ανθρώπους σου.

Μέσα από αυτό το έργο νιώθω ότι φρεσκάρονται αξίες, που ο καθημερινός αγώνας για την επιβίωση και οι αμέτρητες υποχρεώσεις, τις οδηγούν ακούσια στη ζώνη της λήθης.

– Το ελληνικό καφενείο λειτουργεί ως «πατρίδα». Ποιο είναι σήμερα το δικό μας καταφύγιο;

Στο έργο, το καφενείο του Θόδωρου είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα μαγαζί, είναι ένα καταφύγιο για τους φτωχούς, τους κατατρεγμένους και τους παρίες. Ένας χώρος αλληλεγγύης, τόπος όπου βρίσκεις φαγητό, στέγη, δουλειά, παρέα, ακόμη και όταν έχεις χάσει τα πάντα. Είναι επίσης ο χώρος όπου οι άνθρωποι μπορούν να τσακωθούν, να τζογάρουν, να τραγουδήσουν, να αγαπηθούν και να κάνουν λάθη, σαν μια άτυπη οικογένεια.

«Σήμερα, νομίζω ότι ο τόπος καταφυγίου μας μπορεί να είναι ακόμη και ένα μικρό μπαρ, ένα σπίτι φίλων ή οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη κοινότητα που νιώθουμε ότι μας δέχεται όπως είμαστε, με τις ρωγμές και τις ατέλειές που μας καθορίζουν».

– Η μουσική είναι βασικός άξονας της παράστασης. Πώς δουλέψατε τη σχέση λόγου και τραγουδιού;

Μου αρέσει πολύ που η μουσική στην Astoria γεννιέται από την ανάγκη των ανθρώπων να αντέξουν τις δύσκολες συνθήκες. Στο πλοίο οι μετανάστες τραγουδούν για να μη σπάσουν, στο καφενείο τραγουδάμε για να παρηγορηθούμε, για να θυμηθούμε από πού ερχόμαστε, για να κρατήσουμε τη μνήμη ζωντανή.

Με τον Νίκο Στρατηγό και τον Βασίλη δουλέψαμε τη ροή έτσι ώστε σε πολλές στιγμές ο λόγος να σπάει σε τραγούδι τη στιγμή που πραγματικά το συναίσθημα δεν χωράει πια σε μια απλή κουβέντα. Στην παράσταση μας τα τραγούδια έρχονται να εξυπηρετήσουν την ιστορία και προκύπτουν οργανικά μέσα από τη ροή της.

Σαν Τασούλα νιώθω ότι κάθε τραγούδι είναι ένα κομμάτι από το ημερολόγιό της ζωής της. Από το πρώτο τραγούδι «ανάγκης» μέχρι τα ντουέτα με τη Ρίτα, όπου δύο γυναίκες με τόσο διαφορετικές διαδρομές συναντιούνται στη σκηνή και συμβιώνουν μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να μείνει η μουσική δεμένη με την ιστορία και να συνεχίζει τη δράση, αντί να τη σταματά.

– Τι απαιτεί από σένα ένας τόσο κεντρικός ρόλος, υποκριτικά και σωματικά;

Η Τασούλα εκτός από το μακρύ ταξίδι διανύει και μια μεγάλη ψυχική διαδρομή, από ένα σχεδόν «τρομαγμένο» κορίτσι στο χωριό, σε μια γυναίκα που αναλαμβάνει την ευθύνη ενός ολόκληρου μαγαζιού και κάνει τελικά μια πολύ βαριά επιλογή.

Σωματικά και φωνητικά, ο ρόλος είναι πολύ απαιτητικός. Βρισκόμαστε πολλή ώρα (-ώρες!) στη σκηνή και τραγουδάμε ζωντανά με ορχήστρα. Χρειάζεται μεγάλη φροντίδα το σώμα καθώς και η φωνή γιατί είναι ένας ρόλος που σε καλεί να είσαι συνεχώς «παρούσα». Κι αυτό είναι και το ενδιαφέρον.

– Πώς είναι η συνεργασία με τον Βασίλη Μαυρογεωργίου και την ομάδα;

Με τον Βασίλη είναι η πρώτη μας συνεργασία και νιώθω πραγματικά τυχερή που γίνεται στα πλαίσια μιας μεγάλης παραγωγής. Έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να προσεγγίζει τις σκηνές και δίνει μεγάλη σημασία στο υλικό που φέρει ο ηθοποιός, και αυτό είναι τόσο καταλυτικό για τη γρήγορη προσαρμογή στη συνθήκη.

Η ομάδα μας είναι πολυμελής και μέσα στις πρόβες έχω συχνά την αίσθηση ότι βρισκόμαστε πραγματικά σε ένα καφενείο όπου όλοι έχουν τη δική τους ιστορία. Από τους νεότερους μέχρι τους πιο έμπειρους ηθοποιούς, υπάρχει μια αίσθηση συντροφικότητας που μοιάζει πολύ με τον μικρό κόσμο της Αστόρια, που αφηγείται η παράσταση.

– Τι θες να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το Παλλάς;

Θα ήθελα να νιώθει πως ταξίδεψε πάνω στο νήμα μιας ζωής μέσα σε ένα βράδυ. Από ένα ελληνικό χωριό της δεκαετίας του 20 μέχρι τη Νέα Υόρκη. Να κουβαλήσει μαζί του την εικόνα μιας γυναίκας που κατάφερε, παρ’ όλα τα τραύματα, τον ρατσισμό και τις ενοχές της, να ονομάσει «σπίτι» έναν ξένο τόπο, πολύ μακριά από εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε.

«Αν μετά την παράσταση η ματιά του γίνει λίγο πιο ζεστή για τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να αφήσουν τα πάντα πίσω για μια καλύτερη ζωή και να νιώσει ότι οι χαρακτήρες της “Astoria” δεν είναι μόνο ιστορικοί ή φανταστικοί, αλλά καθρεφτίζουν εμάς, τις επιλογές μας, τους φόβους και τις ελπίδες μας, τότε νομίζω ότι η “Astoria” θα έχει αγγίξει τον σκοπό της».

Exit mobile version