ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Φεμιναζί, deepfakes και απειλές: 3 δημοσιογράφοι δείχνουν τον «ελέφαντα» στα social

Αλέξανδρος Κατσής/24Media Creative Team

Αν είσαι γυναίκα και γράφεις τη γνώμη σου στο ίντερνετ, ξέρεις ήδη το κόστος. Αν είσαι γυναίκα δημοσιογράφος, το κόστος αυτό μεταφράζεται σε ωμό μισογυνισμό, μια τζούρα από deepfakes και μια ξεκάθαρη απειλή: «Σώπασε ή θα σε ξεσκίσουμε». Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Αντιμετώπισης Ρητορικής Μίσους, 3 Ελληνίδες δημοσιογράφοι μιλούν για το πώς είναι να κάνεις ρεπορτάζ μέσα σε ένα ψηφιακό ναρκοπέδιο.

Σχεδόν οι μισές γυναίκες δημοσιογράφοι παγκοσμίως αυτολογοκρίνονται για να γλιτώσουν από τον ψηφιακό όχλο. Όχι, δεν είναι υπερβολή, είναι νέα έρευνα του UN Women. Κάνε scroll down στα σχόλια οποιουδήποτε site ή social media κάτω από μια είδηση για γυναικοκτονία. Ή κάτω από ένα άρθρο που υπογράφει γυναίκα. Τι βλέπεις; Spoiler alert: Δεν είναι «ανταλλαγή επιχειρημάτων». Συχνά είναι ένα τοξικό, έμφυλο δηλητήριο που ξέρει πώς να σχολιάζει κιλά, ρυτίδες, ντύσιμο, σεξουαλικότητα και μοιράζει απειλές με την ίδια ευκολία που πατά like και καρδούλες.

Η πρόσφατη έκθεση του UN Women ήρθε απλώς να επιβεβαιώσει με νούμερα αυτό που ζούμε στο timeline μας καθημερινά: σχεδόν οι μισές γυναίκες δημοσιογράφοι παγκοσμίως οδηγούνται στην αυτολογοκρισία λόγω της ψηφιακής βίας. Οι καταγγελίες στην αστυνομία για online επιθέσεις έχουν διπλασιαστεί από το 2020. Και το χειρότερο; Αυτό το ψηφιακό bullying δεν είναι τυχαίο. Είναι απόλυτα στοχευμένο. Σχεδιάστηκε για να εξαφανίσει τις γυναικείες φωνές από τη δημόσια σφαίρα, τη στιγμή που τα φεμινιστικά μέσα συρρικνώνονται και τα δικαιώματά μας δέχονται πυρά σε πραγματικό χρόνο.

Ας το πούμε ξεκάθαρα: Ένας Τύπος που αποκλείει ή εκφοβίζει τις γυναίκες δεν είναι ελεύθερος. Είναι απλώς μισός.

Όταν οι απειλές αναγκάζουν μια γυναίκα να αυτολογοκριθεί, να κλείσει την κάμερα ή να σκεφτεί 2 και 3 φορές τη διατύπωση ενός ρεπορτάζ για να αποφύγει το ψηφιακό λιντσάρισμα, δεν χάνει μόνο η ίδια την ελευθερία της. Χάνουμε όλoι μας ιστορίες που δεν θα ειπωθούν ποτέ.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Αντιμετώπισης Ρητορικής Μίσους, λοιπόν στο LadyLike αποφασίσαμε να απαντήσουμε σε αυτή τη ψηφιακή ρητορική μίσους και να ενώσουμε τις φωνές μας. Ζητήσαμε από 3 Ελληνίδες δημοσιογράφους που εκτίθενται, ερευνούν και «σκάβουν» βαθιά στην κοινωνική πραγματικότητα –τη Μαρία Λούκα, την Ηλιάνα Παπαγγελή και την Τζένη Τσιροπούλου– να μας δώσουν το δικό τους βίωμα.

Μας μίλησαν για το μισογυνικό παραλήρημα πάνω από δολοφονημένα γυναικεία σώματα, για την επιλεκτική τυφλότητα ψηφιακών αλγορίθμων, για τα deepfakes, αλλά και για τα παραμύθια που διαβάζουν στις κόρες τους ελπίζοντας σε ένα μέλλον που δεν θα χρειάζεται να είσαι «παλικάρι» για να ακουστείς. Ακολουθούν οι δικές τους, καθόλου ψιθυριστές αλήθειες.

Μαρία Λούκα: Ντοκιμαντερίστρια, δημοσιογράφος, project coordinator στο Ινστιτούτο Eteron

Ρητορική μίσους: 3 δημοσιογράφοι και ο «ελέφαντας» των social

«Η ρητορική μίσους είναι κάθε μορφή επικοινωνίας, δηλαδή λόγου ή/και εικόνας, που παράγει και αναπαράγει στερεότυπα και μυθοπλασίες με βάση έμφυλες, ταξικές, εθνοτικές, φυλετικές διαστάσεις και στην εποχή μας ένα από τα βασικότερα πεδία που ασκείται είναι τα social media στο βαθμό που αυτά πλέον διαδραματίζουν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της δημόσιας συζήτησης.

Φυσικά ως γυναίκα που αρθρώνει δημόσιο λόγο και χρησιμοποιεί τις πλατφόρμες για την ανάδειξη ζητημάτων και τη διατύπωση θέσεων, έχω εισπράξει ρητορική μίσους αρκετές φορές, τις περισσότερες αφορούσε θέσεις που έρχονται σε αντίθεση με το εθνοφυλετικό πατριαρχικό ιδεώδες.

Θα αναφέρω χαρακτηριστικά το πιο πρόσφατο και εμετικό παράδειγμα με αφορμή τη γυναικοκτονία της Βασιλικής στην Καλαμάτα από τον σύζυγο της. Μπλόκαρα δεκάδες, κυριολεκτικά δεκάδες χρήστες οι οποίοι –κατά κύριο λόγο άγνωστοι σε μένα– σχολίαζαν κάτω από τις αναρτήσεις μου με ωμό μισογυνισμό, δικαιολογώντας τον δράστη, ενοχοποιώντας το θύμα και λοιδορώντας μαζικά όλες μας επειδή επισημάναμε τις πραγματικές παραμέτρους ενός βάναυσου πατριαρχικού εγκλήματος, όπως και τις θεσμικές και κοινωνικές ευθύνες».

Μαρία Λούκα: «Είναι σοκαριστικό να παρακολουθείς το μισογυνικό δηλητήριο να χύνεται πάνω από ένα δολοφονημένο σώμα και ταυτόχρονα επιβεβαιώνει πως η γυναικοκτονία είναι η κορυφή».

«Από κάτω υπάρχει ένα ολόκληρο βουνό καθημερινού σεξισμού, επιθετικότητας, απειλών, εκφοβισμού, αντιστροφής της αλήθειας και της ευθύνης που υποδαυλίζει και κανονικοποιεί την έμφυλη βία. 

Παλιότερα, η εφημερίδα Guardian είχε κάνει μια εσωτερική έρευνα, αναλύοντας 70.000.000 σχόλια αναγνωστών/στριων και διαπίστωσε πως τα πιο εχθρικά και χλευαστικά σε συντριπτικό βαθμό ήταν κάτω από άρθρα και ρεπορτάζ που υπέγραφαν γυναίκες. Είναι χαρακτηριστικό για το πώς οι έμφυλες στάσεις και η σεξιστική κουλτούρα μεταφέρονται και προσαρμόζονται στο ψηφιακό περιβάλλον, διαμορφώνοντας μια ασφυκτική συνθήκη. Όλο αυτό δεν είναι καθόλου ανώδυνο. Προκαλεί άγχος, κόπωση, ντροπή και καμία μας δεν είναι υποχρεωμένη να διαθέτει ατσάλινες ασπίδες που δε θα τρυπήσουν όση κακεντρέχεια κι αν δέχονται. Αναπόφευκτα και εύλογα θα αναζητήσεις λύσεις. Αυτό μπορεί να σημαίνει μια προσωρινή παύση της ψηφιακής δραστηριότητας, μπορεί να σημαίνει αποσύνδεση, σε κάποιες περιπτώσεις αυτολογοκρισία. Το έχουμε συζητήσει με αρκετές φίλες και συναδέλφισσες.

Δεν έχω σκεφτεί να αλλάξω τα θέματα που ασχολούμαι και τον τρόπο που τα προσεγγίζω αλλά σίγουρα έχω καταφύγει σε άλλες τακτικές αυτοπροστασίας. Ενώ ήμουν αρκετά ενεργή στο Χ, εδώ και κάποια χρόνια έχω αποσυρθεί από τη συγκεκριμένη πλατφόρμα, καθώς εξελίχθηκε σε μια από τις τοξικότερες». Κι έχω μια αμφιθυμία ως προς αυτό»:

Μαρία Λούκα: «Aπό τη μια δε μου αρέσει η υποχώρηση από ένα τμήμα του ψηφιακού χώρου, από την άλλη η ανθεκτικότητά μας δεν είναι ανεξάντλητη, οπότε μπορούμε να επιλέξουμε που και με ποιους όρους θα διεκδικήσουμε χώρο και λόγο».

«Κάποια πεδία είναι τόσο ναρκοθετημένα που δεν αξίζει το ξόδεμα ενέργειας και χρόνου.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι ένα άφυλο πεδίο. Η Unesco με μελέτη του 2024 διαπίστωσε πως τα ΑΙ γλωσσικά μοντέλα διαπερνώνται από σεξιστικές προκαταλήψεις, ενώ σύμφωνα με έρευνα του Alan Turing Institute, 1 στις 3 γυναίκες φοβάται ότι μπορεί να στοχοποιηθεί με deepfake βίντεο. Οπότε στη διαδεδομένη πλέον έμφυλη κακοποίηση μέσω εικόνας προστίθενται και νέες μορφές κι αυτό δε μπορεί παρά να δημιουργεί στρες και ανησυχία και να κάνει ακόμα πιο επιτακτικό το αίτημα για ριζικό μετασχηματισμό των σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων στη βάση του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Μη γελιόμαστε, είναι μηδαμινή η προστασία. Το τοπίο είναι αρρύθμιστο, χωρίς θεσμικές εγγυήσεις ηθικής και δεοντολογίας και ως εκ τούτου ανεξέλεγκτο. Έτσι οι γυναίκες δημοσιογράφοι και ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, είναι απολύτως εκτεθειμένες στην ψηφιακή βία.

Κρίνονται με απαξιωτικούς και ταπεινωτικούς όρους για τη δουλειά τους, διαπομπεύονται και απειλούνται χωρίς κανέναν φραγμό. Μάλιστα, ανεξάρτητα από τι θα γράψεις, ο σχολιασμός που θα δεχτείς δε θα περιοριστεί στο πλαίσιο της διαφωνίας αλλά σχεδόν πάντα θα προσλάβει χαρακτηριστικά προσωπικής επίθεσης με υβριστικές αναφορές για την εικόνα σου, για το σώμα σου, για το ντύσιμο σου, για στοιχεία της προσωπικής σου ζωής, για την επαγγελματική σου επάρκεια. Είναι μια απόπειρα συμβολικής εξόντωσης. Ας πούμε οι άνδρες δημοσιογράφοι και αρθρογράφοι δέχονται σχόλια για αυτό που γράφουν όχι για τα ρούχα τους, τις ρυτίδες τους ή το στήθος τους. Είναι ξεκάθαρη η ασυμμετρία και ο διαφορετικός τρόπος που αντιμετωπίζονται οι γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες στον δημόσιο λόγο. 

Ξέρουμε καλά πως η φίμωση και ο περιορισμός της γυναικείας φωνής από τη δημόσια σφαίρα έχει άμεσες επιπτώσεις στην ποιότητα, το περιεχόμενο και την πολυσυλλεκτικότητα. Αποσιωπάται ένα τεράστιο κεφάλαιο βιωμένης έμφυλης εμπειρίας με στόχο να διαιωνιστεί η ηγεμονία του ανδρικού προνομίου στον λόγο.

Ωστόσο, προσωπικά αντλώ αισιοδοξία από την επιμονή αρκετών γυναικών δημοσιογράφων και δημιουργών να μην σιωπούν, να διατρανώνουν την ύπαρξη τους μέσα στην καρδιά της πατριαρχίας και να μη συμμορφώνονται με τις νουθεσίες.

Γυναίκες που υφίστανται σχεδόν καθημερινά ψηφιακή βία έχουν ανυπολόγιστη συμβολή σε ορισμένες από τις σημαντικότερες έρευνες των τελευτών χρόνων (ενδεικτικά αναφέρω τις υποκλοπές, το προσφυγικό και τις επαναπροωθήσεις, τα Τέμπη), καθώς και στη διάρρηξη της σεξιστικής και ομοτρανσφοβικής μιντιακής κουλτούρας με συστηματική και ακούραστη ενασχόληση με ζητήματα έμφυλης και σεξουαλικής βίας, αναπαραγωγικών δικαιωμάτων, έμφυλης καταπίεσης, σύγχρονων εννοιολογήσεων της μητρότητας και της μη μητρότητας, εργασιακής ανισότητας, φεμινισμού».

Μαρία Λούκα: «Η πατριαρχία ποτέ δεν αναγνωρίζει την αξία μας, πάντα μάς βγάζει λίγες. Η μεταξύ μας αλληλοεκπαίδευση και αλληλεγγύη είναι το μεγαλύτερο αντίδοτο στο μισογυνισμό».

Έχει σημασία, λοιπόν, να το αναγνωρίσουμε εμείς στις εαυτές μας και η μια στην άλλην».

Ηλιάνα Παπαγγελή, δημοσιογράφος και διευθύντρια στο Solomon

«Η διαδικτυακή παρενόχληση και η ρητορική μίσους χρησιμοποιούνται συχνά ως εργαλεία εκφοβισμού δημοσιογράφων, με στόχο να αποθαρρύνουν έρευνες και δημοσιεύσεις που θίγουν συμφέροντα προσώπων με εξουσία. Όπως και στις SLAPP αγωγές και άλλες μορφές στοχοποίησης, δεν πρόκειται για αντιπαράθεση επιχειρημάτων, αλλά για μηχανισμούς πίεσης: εκφοβισμό και συστηματική εξάντληση –οικονομική, ψυχολογική και επαγγελματική– με τελικό στόχο τη φίμωση των δημοσιογράφων. 

Η λογική πίσω από αυτές τις πρακτικές είναι ότι, όταν η δημοσιογραφία γίνεται αρκετά “δαπανηρή” λόγω των πιέσεων και των παρενοχλήσεων που δέχεται, καταλήγει να περιορίζεται. Στην πράξη, οι δημοσιογράφοι αναγκάζονται να αφιερώνουν τους ήδη περιορισμένους πόρους τους στη διαχείριση των επιθέσεων και στην υπεράσπισή τους, παρά στην ίδια την έρευνα και το ρεπορτάζ τους. 

Ηλιάνα Παπαγγελή: «Η ρητορική μίσους στα social media επηρεάζει τις γυναίκες δημοσιογράφους με δυσανάλογο τρόπο. Η κακοποίηση δεν είναι μόνο πιο συχνή ή πιο έντονη, αλλά έχει και σαφή έμφυλο χαρακτήρα».

«Πολύ συχνά οι επιθέσεις δεν αφορούν το ίδιο το ρεπορτάζ ή τη δουλειά τους, αλλά μετατοπίζονται στο πρόσωπο της δημοσιογράφου. Η συζήτηση φεύγει από το θέμα και καταλήγει στο φύλο και την εμφάνιση, στη σεξουαλικότητα ή στην προσωπική και οικογενειακή ζωή, στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας μέσα από στερεότυπα, αλλά και σε απειλές σεξουαλικής βίας. 

Υπάρχουν ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, όπως το Mapping Media Freedom, που συντονίζει το International Press Institute (IPI), οι οποίες καταγράφουν παραβιάσεις της ελευθερίας του Τύπου και επιθέσεις κατά δημοσιογράφων. Σύμφωνα με την παρακολούθηση περιστατικών του IPI:

Το 2025 το 59% της έμφυλης βίας κατά γυναικών δημοσιογράφων εκδηλώθηκε διαδικτυακά, κυρίως μέσω social media. Ψηφιακές πλατφόρμες, εφαρμογές μηνυμάτων ή ακόμη και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης χρησιμοποιούνται για παρενόχληση, εκφοβισμό και δυσφήμιση γυναικών δημοσιογράφων και άλλων θηλυκοτήτων. 

Μεγάλο μέρος αυτής της βίας παραμένει αόρατο. Πολλά περιστατικά δεν καταγράφονται ποτέ επισήμως, είτε επειδή θεωρούνται “μέρος της δουλειάς”, είτε επειδή τα θύματα δεν ξέρουν πού να απευθυνθούν, είτε επειδή δεν πιστεύουν ότι η καταγγελία θα έχει αποτέλεσμα.

Υπάρχουν και στην Ελλάδα περιπτώσεις που γνωρίζουμε και δεν έχουν αποτυπωθεί πουθενά, γεγονός που δείχνει ότι η πραγματική έκταση του φαινομένου είναι πιθανότατα πολύ μεγαλύτερη από αυτή που καταγράφεται.

Ως ένα ανεξάρτητο ερευνητικό μέσο με πλειοψηφία γυναικών στη συντακτική ομάδα και γυναίκα επικεφαλής, αντιμετωπίζουμε συστηματικά αυτά τα ζητήματα και προσπαθούμε να καλλιεργούμε ένα προστατευτικό και υποστηρικτικό περιβάλλον. Πιστεύω ότι ένα newsroom με πολλές θηλυκότητες δεν διαφοροποιείται μόνο ως προς τις εμπειρίες και τις οπτικές, αλλά και ως προς το πώς αναγνωρίζει και αντιμετωπίζει φαινόμενα βίας και στοχοποίησης που συχνά υποτιμώνται ή κανονικοποιούνται στον ευρύτερο δημοσιογραφικό χώρο.

Αυτό έχει σημασία, γιατί η αντιμετώπιση της ψηφιακής βίας και της στοχοποίησης δεν μπορεί να επαφίεται σε μεμονωμένες αντιδράσεις ή στην «αντοχή» των ατόμων μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Δεν περιμένουμε να συμβεί ένα περιστατικό για να αντιδράσουμε· χτίζουμε εκ των προτέρων μηχανισμούς πρόληψης, προστασίας και αλληλεγγύης. Και αυτό, στην πραγματικότητα, είναι και μια κριτική στάση απέναντι σε ένα ευρύτερο δημοσιογραφικό οικοσύστημα που συχνά δεν αναγνωρίζει ή δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τη βία που δέχονται οι γυναίκες στον δημόσιο λόγο.

Η αυτολογοκρισία και ο βαθμός στον οποίο εκδηλώνεται είναι δύσκολο να μετρηθούν και να αποτυπωθούν, ακριβώς επειδή πρόκειται για μια διαδικασία που συμβαίνει πριν καν «κοπεί» μια ιστορία, μέσα στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οι δημοσιογράφοι αξιολογούν τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν. Μπορεί να εκδηλωθεί ως ένας δεύτερος έλεγχος πριν από τη δημοσίευση, ως πιο προσεκτική διατύπωση ή ως δισταγμός και αποφυγή ανάληψης μιας έρευνας «υψηλού ρίσκου» που ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις και στοχοποίηση. Μπορεί επίσης να σημαίνει περιορισμό της παρουσίας στα social media ή μείωση των δημόσιων εμφανίσεων.

Από την εμπειρία της δουλειάς μου και τη συναναστροφή με άλλες γυναίκες δημοσιογράφους, γνωρίζω ότι πολλές καταφεύγουν σε αυτή τη διαδικασία. Υπάρχει συχνά ο φόβος ότι ακόμη και ένα βίντεο μπροστά στην κάμερα που παρουσιάζει ένα ρεπορτάζ –ιδιαίτερα σήμερα, όπου η παρουσία της δημοσιογράφου στα social media αποτελεί ολοένα και περισσότερο μέρος της δουλειάς– ή μια δημόσια παρέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε στοχοποίηση.

Πράγματι, η έκθεση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δημοσιογραφικής δουλειάς, όμως οι γυναίκες γίνονται αναμφισβήτητα πιο εύκολα και συχνά στόχος σε επιθέσεις από ό,τι οι άνδρες συνάδελφοί τους. Στην Ελλάδα το έχουμε δει επανειλημμένα να συμβαίνει αυτό. Και πρέπει επίσης να ειπωθεί ότι τέτοιες δημόσιες επιθέσεις λειτουργούν αποτρεπτικά και με σκοπό να σβήσουν μια γυναικεία φωνή όχι μόνο για το άτομο που γίνεται δέκτης της επίθεσης αλλά και για όσες παρακολουθούν αυτές τις επιθέσεις. Και οι συνέπειές της μπορεί να είναι απολύτως πραγματικές.

Μέσα από τη δουλειά μου έχω συναντήσει και συνομιλήσει με γυναίκες δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο – από το Μπαγκλαντές και τις Φιλιππίνες μέχρι το Μεξικό, τη Ζιμπάμπουε, την Ουγγαρία και την Ιταλία. Γυναίκες συναδέλφισσες έχουν αναγκαστεί να διαγράψουν λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να αλλάξουν αριθμούς τηλεφώνου, να αποσυρθούν από δημόσιες συζητήσεις ή να περιορίσουν σημαντικά την παρουσία τους στο διαδίκτυο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η πίεση ήταν τόσο έντονη ώστε οδηγήθηκαν να αλλάξουν ακόμη και εργασιακό περιβάλλον ή τόπο κατοικίας προκειμένου να προστατευτούν από τη συνεχή στοχοποίηση».

Ηλιάνα Παπαγγελή: «Η ελευθερία του λόγου δεν απειλείται μόνο όταν κάποια φωνή φιμώνεται. Απειλείται όταν ο φόβος πείθει τις υπόλοιπες να αυτολογοκριθούν». 

«Η τεχνητή νοημοσύνη κλιμακώνει το πρόβλημα της έμφυλης βίας σε πρωτοφανή βαθμό. Οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν τη μαζική παραγωγή ψευδούς περιεχομένου, την πλαστοπροσωπία και τη διασπορά υλικού που μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία ή την προσωπική ζωή μιας γυναίκας μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες, η συντριπτική πλειονότητα των deepfake βίντεο είναι πορνογραφικού και μη συναινετικού χαρακτήρα, ενώ οι γυναίκες αποτελούν τη σχεδόν απόλυτη πλειοψηφία των θυμάτων. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ξεκάθαρα ότι η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη αλλά αναπαράγει και ενισχύει ήδη υπάρχουσες μορφές έμφυλης βίας.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για ρητορική μίσους και AI χωρίς να μιλάμε για το καθεστώς διακυβέρνησης των πλατφορμών που ανήκουν στις Big Tech και φιλοξενούν και διακινούν αυτό το περιεχόμενο. Η Meta, η X και το YouTube δεν είναι ουδέτεροι αγωγοί πληροφορίας· είναι ιδιωτικά συστήματα που ρυθμίζουν στην πράξη τον δημόσιο λόγο, μέσα από αλγόριθμους και πολιτικές που εφαρμόζονται με ασυνέπεια και αδιαφάνεια.

Αυτό που βλέπουμε στην πράξη είναι μια έντονα επιλεκτική εφαρμογή κανόνων: από τη μία, περιεχόμενο που σχετίζεται με ρητορική μίσους, παρενόχληση ή στοχοποίηση μπορεί να παραμένει ορατό και να διακινείται μαζικά· από την άλλη, πολιτικό περιεχόμενο που αφορά μια γενοκτονία ή παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων συχνά υπόκειται σε περιορισμούς, αφαιρέσεις ή αλγοριθμική καταστολή ορατότητας. Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια· έχει πολιτική βαρύτητα με επιπτώσεις στην πραγματική ζωή.

Οι πλατφόρμες καθορίζουν στην πράξη τι γίνεται ορατό και τι εξαφανίζεται από τον δημόσιο διάλογο. Και αυτό έχει άμεσες συνέπειες για τη δημοσιογραφία, ειδικά την ερευνητική, που βασίζεται στην πρόσβαση, στην τεκμηρίωση και στη διάχυση κρίσιμης πληροφορίας».

Ηλιάνα Παπαγγελή: Η διαδικτυακή παρενόχληση και η ρητορική μίσους δεν είναι απλώς θέμα “συμπεριφοράς χρηστών”, αλλά πρωτίστως θέμα αρχιτεκτονικής των ίδιων των πλατφορμών. Το πρόβλημα είναι βαθιά πολιτικό και αφορά τη διακυβέρνησή τους.

«Όταν μια ψευδής εικόνα, ένα κατασκευασμένο βίντεο ή μια συντονισμένη εκστρατεία δυσφήμισης μπορούν να φτάσουν σε εκατομμύρια ανθρώπους μέσα σε λίγες ώρες, η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται στα θύματα. Οι πλατφόρμες έχουν τεράστια δύναμη στη διαμόρφωση του δημόσιου λόγου και οφείλουν να αναλάβουν αντίστοιχη ευθύνη.

Χωρίς ουσιαστική εφαρμογή ψηφιακών κανονισμών, μεγαλύτερη διαφάνεια στους αλγόριθμους και αποτελεσματικούς μηχανισμούς αναφοράς και αφαίρεσης περιεχομένου, η ψηφιακή βία θα συνεχίσει να εξελίσσεται ταχύτερα από τα εργαλεία που διαθέτουμε για να την αντιμετωπίσουμε.

Οι βασικοί μηχανισμοί είναι παρόμοιοι σε όλο τον κόσμο: σεξιστική στοχοποίηση, αμφισβήτηση της επαγγελματικής αξιοπιστίας, εκστρατείες παρενόχλησης και απειλές που επιχειρούν να περιορίσουν τη συμμετοχή των γυναικών στον δημόσιο διάλογο. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά. Σύμφωνα με έρευνα της UNESCO και του ICFJ, σχεδόν το 73% των γυναικών δημοσιογράφων παγκοσμίως έχει βιώσει κάποια μορφή διαδικτυακής βίας στο πλαίσιο της εργασίας του, ενώ μία στις πέντε δήλωσε ότι η διαδικτυακή στοχοποίηση μεταφέρθηκε και στον φυσικό κόσμο με απειλές, παρενοχλήσεις ή επιθέσεις.

Η διαφορά ανάμεσα στις χώρες βρίσκεται συχνά στην ένταση και στις δυνατότητες προστασίας. Σε ορισμένα περιβάλλοντα, η ψηφιακή βία λειτουργεί ως προέκταση ευρύτερων πολιτικών ή κοινωνικών πιέσεων. Έχουμε δει χαρακτηριστικά παραδείγματα σε χώρες όπως το Μεξικό, που παραμένει μία από τις πιο επικίνδυνες χώρες στον κόσμο για τους δημοσιογράφους, ή στις Φιλιππίνες, όπου η βραβευμένη με Νόμπελ Ειρήνης δημοσιογράφος Maria Ressa βρέθηκε στο επίκεντρο μαζικών εκστρατειών διαδικτυακής παρενόχλησης και δυσφήμισης. Σε πιο αυταρχικά περιβάλλοντα, όπως το Ιράν ή η Ρωσία, η διαδικτυακή στοχοποίηση συχνά συνδυάζεται με κρατικές διώξεις, παρακολούθηση ή απειλές κατά της σωματικής ασφάλειας των δημοσιογράφων.

Στην Ελλάδα έχουμε δει επίσης πολύ σοβαρά περιστατικά. Η διαδικτυακή στοχοποίηση γυναικών δημοσιογράφων παραμένει συχνή και οι μηχανισμοί υποστήριξης εξακολουθούν να είναι περιορισμένοι. Επιπλέον, η μικρή κλίμακα της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να εντείνει το αίσθημα έκθεσης, καθώς οι επιθέσεις συχνά μεταφέρονται από τον ψηφιακό στον φυσικό χώρο και επηρεάζουν πιο άμεσα την επαγγελματική και προσωπική ζωή.

Ο εκφοβισμός που στόχο έχει να αποθαρρύνει τη δημοσιογραφική έρευνα και να φιμώσει κριτικές φωνές είναι ζήτημα ελευθερίας του Τύπου και δημοκρατίας. Όταν αρκετές δημοσιογραφικές φωνές φτάνουν στο σημείο να θεωρούν ότι μια έρευνα δεν αξίζει το κόστος της παρενόχλησης που θα τη συνοδεύσει, τότε τελικά αυτό που χάνεται είναι η πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες που έχουν σημασία για τις ζωές μας και για το δημόσιο συμφέρον.

Το πραγματικό ερώτημα που οφείλουμε να θέσουμε είναι αν μια δημοκρατική κοινωνία μπορεί να αντέξει να χάσει αυτές τις κρίσιμες φωνές που πιέζουν για λογοδοσία, διαφάνεια και έλεγχο της εξουσίας. Και η απάντηση είναι ξεκάθαρη: όχι, δεν έχουμε κανένα περιθώριο να το επιτρέψουμε αυτό.

Οι έρευνες δείχνουν ότι μετά από εκστρατείες μίσους πολλές γυναίκες γίνονται πιο επιφυλακτικές, περιορίζουν την παρουσία τους ή αποσύρονται εντελώς από δημόσιες συζητήσεις. Αυτό σημαίνει ότι χάνονται εμπειρίες, γνώσεις και οπτικές που είναι απαραίτητες για μια πλουραλιστική και δημοκρατική κοινωνία. Αλλοιώνεται ο ίδιος ο δημόσιος διάλογος.

Χρειαζόμαστε πολλαπλά αντανακλαστικά: Από τις πλατφόρμες, μεγαλύτερη λογοδοσία και αποτελεσματικότερους μηχανισμούς αντιμετώπισης περιστατικών ρητορικής μίσους. Από τα μέσα ενημέρωσης, σαφείς πολιτικές προστασίας και έμπρακτη στήριξη των εργαζομένων τους. Από την πολιτεία, ουσιαστική εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου. Και από τη δημοσιογραφική κοινότητα, περισσότερη αλληλεγγύη, ανοιχτή συζήτηση για αυτά τα περιστατικά και καλύτερη πρόσβαση σε πόρους, εργαλεία και δίκτυα υποστήριξης.

Είναι επίσης σημαντικό να επενδύουμε σε μορφές επικοινωνίας που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τις πλατφόρμες και τους αλγορίθμους τους. Η άμεση σχέση με το κοινό αποκτά ιδιαίτερη αξία σε μια εποχή όπου η ορατότητα ενός δημοσιογραφικού έργου μπορεί να επηρεαστεί από αλγοριθμικές επιλογές, περιορισμούς που δεν είναι πάντα διαφανείς ή από συντονισμένες επιθέσεις.

Δεν έχω αρκετές λέξεις για να περιγράψω πόσο σημαντικό είναι να μην επιτρέψουμε στον φόβο να καθορίζει ποιος έχει δικαίωμα να μιλά και ποιος όχι. Η ελευθερία της έκφρασης δεν περιορίζεται μόνο όταν φιμώνεται μια φωνή συναδέλφου. Περιορίζεται όταν οι υπόλοιπες βλέπουμε το κόστος και αποφασίζουμε να μη μιλήσουμε ποτέ.

Το να μιλάς, να συνεχίζεις να είσαι ορατή και να διεκδικείς χώρο στον δημόσιο διάλογο είναι από μόνο του μια πράξη αντίστασης. Προς κάθε γυναίκα δημοσιογράφο που βιώνει πίεση, εκφοβισμό ή στοχοποίηση, το μήνυμα είναι ότι δεν είναι μόνη. Υπάρχουν άνθρωποι, δίκτυα και κοινότητες που μπορούν να σταθούν δίπλα της. Έχουμε πρόσβαση σε τέτοια δίκτυα και είμαστε πάντα ανοιχτές στο να τα αξιοποιήσουμε και να τα μοιραστούμε με όποια τα έχει ανάγκη».

Τζένη Τσιροπούλου, δημοσιογράφος ΤhePressProject

«Στα social media, συγκεκριμένα, δεν έχει συμβεί να αποτελέσω η ίδια στόχο ρητορικής μίσους. Παρ’ όλα αυτά, η δουλειά του δημοσιογράφου έχει έκθεση και σε αρκετά site υπάρχει η δυνατότητα σχολιασμού των χρηστών».

Τζένη Τσιροπούλου: «Έχει συμβεί να με αποκαλούν σε σχόλια κάτω από ρεπορτάζ μου “φεμιναζί” ή “ισλαμοφασίστρια” γιατί υποστήριζα την ελευθερία των γυναικών σε κάθε χώρα και σε κάθε πλαίσιο»

«Nα ντύνονται όπως αυτές επιθυμούν και να αποφασίζουν οι ίδιες συλλογικά – και όχι μια λευκή Δυτική ελίτ – το ποια δικαιώματα θα διεκδικήσουν και με ποιες διαδικασίες.

Ήμουν αρκετά νεότερη στον χώρο, πριν 10 χρόνια, και θυμάμαι να έχω στεναχωρηθεί αρκετά. Οι διαδικτυακές φωνές 2-3 ατόμων έμοιαζαν εκείνη τη στιγμή σαν κάτι τεράστιο. Ο εκδότης του ThePressProject τότε, ο Κώστας Εφήμερος, μου είχε πει “Μη μασάς. Εσύ θα κάνεις αυτό που ξέρεις”. Πέρασαν χρόνια και ήρθαν κι άλλα σχόλια, αλλά σήμερα πια δεν δίνω σημασία σε τίποτα που δεν είναι καλοπροαίρετο και εποικοδομητικό.  

Όσο για τα social media, μπορεί να κάνω ένα ρεπορτάζ για τα δικαιώματα των Ρομά και να υπάρχουν σχολιαστές που να γράφουν ρατσιστικά για τους Ρομά. Αυτό το βιώνω κι εγώ αρνητικά αλλά το σημαντικό είναι να νιώσουμε πόσο τοξικό είναι για τις ίδιες τις κοινότητες Ρομά που τα διαβάζουν και να συμβάλουμε στην αλλαγή αυτής της ρητορικής μίσους.   

Περιβάλλομαι από γυναίκες δημοσιογράφους που είναι δυναμικές, έχουν αυτοπεποίθηση, ενσυναίσθηση, συναδελφική αλληλεγγύη και ισχυρή αίσθηση επαγγελματισμού. Από την εμπειρία μου στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος της αυτολογοκρισίας των δημοσιογράφων πηγάζει από το ποιος κατέχει το μέσο ενημέρωσης στο οποίο εργάζονται και τα όρια που τους τίθενται ώστε να “μην ενοχλήσουν”. Αυτό είναι ένα είδος αποπνικτικής βίας που πολλές συναδέλφισσες υπομένουν καθημερινά. 

Στα social media, όταν το ρεπορτάζ που κάνεις τούς ενοχλεί, μπορεί να σχολιάσουν τα κιλά σου ή το αν τα μαλλιά σου είναι “απεριποίητα” και αν είσαι άβαφη. Πρόκειται, δυστυχώς, για μια ακόμα αποτύπωση του σεξισμού, που διαχέεται και στον ψηφιακό κόσμο».

Τζένη Τσιροπούλου: «Συναδέλφισσα που έκανε βίντεο στα social στο πλαίσιο του ρεπορτάζ της, σταμάτησε να εμφανίζεται μπροστά από την κάμερα γιατί δεν άντεχε άλλο τα χυδαία σχόλια που την σεξουαλικοποιούσαν». 

«Επιπλέον, δεχόμαστε και ιδιωτικά μηνύματα. Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι, επειδή η δουλειά μας έχει έκθεση και είμαστε πρόσωπα εύκολα προσβάσιμα μέσα από τα social media, ότι έχουν το δικαίωμα να μας γράφουν πράγματα που φτάνουν να συνιστούν λεκτική σεξουαλική παρενόχληση. Όλα αυτά συνηγορούν στο ότι χρειαζόμαστε ένα ισχυρό υποστηρικτικό δίκτυο μεταξύ συναδελφισσών και συναδέλφων, καταγγελία και ορατότητα των περιστατικών και αγώνα για αλλαγή της σεξιστικής νοοτροπίας. 

Η ψηφιακή συνύπαρξη και η έκθεση της δουλειάς μας σε πραγματικό χρόνο έχει όμως και θετικά στοιχεία. Γιατί δεν κρινόμαστε μόνο από αυτούς που ούτως ή άλλως θα προβούν πιθανόν σε μια ρητορική μίσους, αλλά και από τους ανθρώπους που αφηγούμαστε τις ιστορίες τους. Ή από τους ανθρώπους που αγωνίζονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, μιας και προσωπικά κινούμαι σε αυτό το πεδίο ρεπορτάζ. Αυτό είναι ένας τρόπος και ένας λόγος να γινόμαστε καλύτερες και ακόμα πιο συμπεριληπτικές στη γλώσσα και τη θεματολογία μας.

Υπάρχουν σήμερα που μιλάμε συναδέλφισσες και συνάδελφοί μου που αποκαλύπτουν σκάνδαλα δημοσίου συμφέροντος και φτάνουν να αντιμετωπίζουν έως και SLAPP, εκδικητικές αγωγές δηλαδή που σου εξαντλούν τα ψυχικά και οικονομικά αποθέματα, με στόχο να φιμώσουν τη δημοσιογραφία. Και δεν προστατεύονται επαρκώς από το νομικό πλαίσιο ούτε η κοινωνία εκδηλώνει τα αντανακλαστικά που θα έπρεπε για την υποστήριξή τους και τη στήριξη τού δικαιώματος στην πληροφορία. Οπότε, ούτως ή άλλως, τα πράγματα δεν είναι ρόδινα.

Έγινε στην Καλαμάτα ακόμα μία γυναικοκτονία και τα σχόλια που διαβάζω στα social media κάτω από τα σχετικά δημοσιεύματα είναι εμετικά. Συνεπώς, νομίζω ότι δεν είναι το πρόβλημα τα εργαλεία από μόνα τους. Σίγουρα είναι τρομακτικό το πόσο γρήγορα και σε πόσο περισσότερο κόσμο μπορεί να διαδοθεί το εκάστοτε deepfake video, αλλά η αίσθηση ασφάλειας δεν είμαι σίγουρη ότι αποκαθίσταται αληθινά μέσα από λιγότερα εργαλεία ή περισσότερους περιορισμούς. Πιστεύω ότι ο θεμέλιος λίθος είναι να αλλάξουμε τις κοινωνικές μας σχέσεις. Όλα κρίνονται στο πώς φερόμαστε.

Αν αντιμετωπίζεις τη γυναίκα με πατριαρχία και σεξισμό, σαν θεματοφύλακας του συντηρητισμού, αυτό θα εκφράσεις με ή χωρίς deepfake. 

Από τις ιστορίες που έχουμε μοιραστεί με συναδέλφισσες, αντιλαμβάνομαι ότι η ψηφιακή βία έχει ως επακόλουθο και μια άλλη βίαιη συνθήκη: της μοναξιάς, ακόμα και του φόβου απέναντι σε όλο αυτό. Η πίεση είναι μεγάλη ενώ η προστασία περισσότερο τυχαία και συγκυριακή. Μπορεί να το μοιραστείς με κάποιες συναδέλφισσες, πολύ σπανιότερα με τον/την εργοδότη/τριά σου, μπορεί να σε καταβάλει ψυχολογικά, να επηρεάσει την ψυχική σου υγεία και να σταθεί ακόμα και ως ένα πρόσκαιρο εμπόδιο στο πώς αποδίδεις στη δουλειά σου. 

Τα βράδια, πριν κοιμηθούμε, διαβάζω παραμύθια στην 4χρονη κόρη μου. Παρατηρώ ότι το αρσενικό γένος είναι πάντα κυρίαρχο στις αφηγήσεις. Αναγκάζομαι πολύ συχνά να έχω τον νου μου ώστε διαβάζοντας να εμπλουτίζω τα γένη ή να βρω μια άλλη λέξη σε βιβλία (γραμμένα πολύ παλαιότερες δεκαετίες ευτυχώς) που για να επαινέσουν την πυγμή, για παράδειγμα, λένε, “είσαι παλικάρι”.

Από την άλλη όμως, βλέπω και πόσο έχει αλλάξει η αναπαράσταση στο παραμύθι, αλλά και οι ιστορίες που τώρα διαβάζουμε και προβάλλονται. Διαβάζουμε για θαρραλέα κορίτσια που δεν κολλάνε να ζητήσουν βοήθεια όταν τη χρειάζονται, για αγόρια που κλαίνε ή φοράνε ροζ και μωβ, μιλάμε για συναισθήματα και για πολλά είδη οικογενειών που μας χωράνε όλες και όλα. Μακροπρόθεσμα, λοιπόν, ελπίζω κάτι καλύτερο να φτιαχτεί μέσα από αυτά τα παιδικά παραμύθια, μέσα απ’ όλα αυτά με τα οποία παλεύει καθημερινά η καθεμιά μας στον δικό της μικρόκοσμο, και από τους κοινούς συλλογικούς μας αγώνες. 

Για το τώρα, πιστεύω ότι πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, να εντοπίσουμε καλές πρακτικές από τη διεθνή εμπειρία».

Τζένη Τσιροπούλου: «Να μην φοβόμαστε να καταγγείλουμε την ψηφιακή βία, να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι δεν φταίμε εμείς ή τα ρούχα που φοράγαμε στο ρεπορτάζ, αλλά η πατριαρχία, ο σεξισμός και τα κακόβουλα κίνητρα».

 

Exit mobile version