Ο οίκος Schiaparelli, ένα look με πλοκάμια και μια couture συλλογή που πειραματίζεται
- 8 ΙΟΥΛ 2026
Ο Daniel Roseberry είναι το απόλυτο success story. Στα 33 του, ο άνεργος τότε σχεδιαστής από το Τέξας, κοιμόταν σε ένα στρώμα στο διαμέρισμα ενός φίλου, ενώ ετοίμαζε την πρότασή του για τον οίκο Schiaparelli. Η πρόταση αυτή όχι μόνο του χάρισε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή, αλλά τον έκανε και τον πρώτο Αμερικανό designer που ανέλαβε τα ηνία του ιστορικού γαλλικού οίκου. Αυτή την πρωτιά, ο Roseberry φρόντισε να την τιμήσει με σκληρή δουλειά. Από το 2019 που βρίσκεται στο δημιουργικό τιμόνι της Schiaparelli, έχει συμβάλει καθοριστικά στην αναγέννηση του οίκου, παρουσιάζοντας συλλογές που ξεχωρίζουν για τη δεξιοτεχνία, τις ιστορικές αναφορές και το δυνατό storytelling τους.
Η πιο πρόσφατη couture συλλογή του για τον οίκο Schiaparelli, όμως, ίσως να είναι η πρώτη που με άφησε με ανάμεικτα συναισθήματα. Η Couture Fall/Winter 2026-2027 συλλογή που παρουσίασε στο Παρίσι μοιάζει να απομακρύνεται κάπως από το δημιουργικό όραμα που ο ίδιος έχει χτίσει τα τελευταία χρόνια.
Από τη νέα couture συλλογή Schiaparelli έλειπε το storytelling
Για τον Daniel Roseberry, η μόδα ήταν ανέκαθεν κάτι πολύ περισσότερο από ρούχα. «Ο κόσμος δεν αγοράζει Schiaparelli, τα συλλέγει», είχε δηλώσει το 2024, ενισχύοντας την άποψη ότι η couture μόδα αποτελεί μια μορφή τέχνης. Και πράγματι, τα one-of-a-kind ρούχα που κατασκευάζονται αποκλειστικά στα μέτρα του/ης κάθε πελάτη/ισσας, έπειτα από αμέτρητες ώρες εργασίας, είναι ίσως ό,τι πιο κοντινό μπορεί να προσφέρει η μόδα στις τέχνες.
Αυτό ακριβώς υπηρετεί και ο ίδιος όλα αυτά τα χρόνια. Είναι από τους λίγους σύγχρονους σχεδιαστές που αντιμετωπίζουν την υψηλή ραπτική με τον απόλυτο σεβασμό που της αξίζει. Κάθε συλλογή του συνοδεύεται από μια ολοκληρωμένη αφήγηση, γι’ αυτό και μετά την αποθέωση της προηγούμενης couture συλλογής του, αναρωτιέμαι αν βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα δημιουργικό αδιέξοδο. Όπως ανέφερε και ο ίδιος, η προσπάθειά του να επαναλάβει την επιτυχία του περασμένου show λειτούργησε κάπως περιοριστικά για εκείνον, όσον αφορά το δημιουργικό κομμάτι. Από αυτό το δημιουργικό «κενό» (void) γεννήθηκε το The Call of the Void, μια συλλογή που εξερευνά το άγνωστο και την αβεβαιότητα της δημιουργικής διαδικασίας.

Η ιδέα του «κενού» εμπνέει όλη τη συλλογή. Αυτό τον έκανε να πειραματιστεί με διαφορετικά υλικά, όπως το latex, τη σιλικόνη δημιουργώντας κομμάτια που θυμίζουν πορσελάνη ή κερί, θέτοντας ένα ενδιαφέρον ερώτημα: κρίνεται το αποτέλεσμα των ρούχων στην υψηλή ραπτική από τα υλικά ή την τεχνική; Η απάντηση, στην περίπτωση του Roseberry και του ατελιέ της Schiaparelli, δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση γιατί η δουλειά που κάνουν, είναι άρτια. Κάθε ρούχο σε κάθε συλλογή, απαιτεί χιλιάδες ώρες κεντήματος, ειδικές τεχνικές και μια δεξιοτεχνία που επιβεβαιώνει ότι η couture μόδα δεν υπάρχει χωρίς να υπάρχει πραγματικό expertise.
Η συλλογή που παρουσίασε στο Place Vendôme, ξεκίνησε με αυστηρές, σχεδόν αρχιτεκτονικές σιλουέτες σε μαύρο και λευκό χρώμα, με έντονους ώμους και επικίνδυνα στενές μέσες, πριν περάσει σε πιο φωτεινά looks, όπου με τη χρήση σιλικόνης έκανε τα ρούχα να μοιάζουν λες και ήταν φτιαγμένα από πορσελάνη, κάνοντας τα σώματα των μοντέλων να μοιάζουν με γλυπτά.
Όσον αφορά το design, ο σχεδιαστής δεν ξεχνάει ποτέ να τιμήσει την κληρονομιά της ιδρύτριάς του, Elsa Schiaparelli. Από το άρωμα Shocking που είχε κυκλοφορήσει παλαιότερα, μέχρι τα εμβληματικά της σχέδια, οι αναφορές στον οίκο είναι πλούσιες σε κάθε συλλογή. Γι’ αυτή όμως, φαίνεται να αντλεί έμπνευση και από τον Ισπανό αρχιτέκτονα Antoni Gaudí (μετά από μια πρόσφατη επίσκεψή του στην Βαρκελώνη) όσο και από το σύμπαν του καλλιτέχνη Matthew Barney.
Κάπου εκεί, λοιπόν, είναι που η συλλογή αρχίζει να χάνει τη συνοχή της. Η μετάβαση από τις αυστηρές, σχεδόν φετιχιστικές σιλουέτες στα πιο οργανικά looks εμπνευσμένα από τον βυθό -με πλοκάμια, λέπια ψαριών, θαλάσσιες ανεμώνες και βιομορφικά κεντήματα-, μοιάζει περισσότερο με την αρχή μιας διαφορετικής συλλογής παρά με τη φυσική εξέλιξη της ίδιας ιστορίας. Μεμονωμένα κάποια από αυτά τα looks ήταν εντυπωσιακά. Κάποια άλλα όμως, μοιάζουν σαν να σχεδίασαν απόφοιτοι κάποιας αναγνωρισμένης σχολής μόδας.
Το ίδιο ισχύει και για τα φωτιζόμενα looks, που, όσο εντυπωσιακά και καλοφτιαγμένα κι αν είναι, θυμίζουν να έχουν σχεδιαστεί για κάποιον άλλο οίκο μόδας. Προσωπικά, μου θύμισαν περισσότερο τη δουλειά του couturier Rahul Mishra ή της Iris Van Herpen, όπου η τεχνολογία και η υψηλή μόδα πρωταγωνιστούν με ισορροπία σε κάθε συλλογή.
Ίσως όμως, αυτή να ήταν και η πρόθεση του σχεδιαστή. Ίσως η αυτή η συλλογή Schiaparelli να είναι μια πιστή απεικόνιση της ψυχικής κατάστασης του Roseberry μετά την επιτυχία της τελευταίας του συλλογής. Ίσως να υπήρχε μια ειλικρίνεια πίσω από αυτή την ασυνέπεια. Γιατί ένας πραγματικός καλλιτέχνης πρέπει να δοκιμάζει τα όρια του, ειδικά όσον αφορά την υψηλή ραπτική, να πειραματίζεται, να αμφισβητεί, να ανακαλύπτει. Μπορεί αυτή η συλλογή Schiaparelli να μη με έπεισε απόλυτα, αλλά δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το θάρρος και το ταλέντο του Daniel Roseberry.