Από την Πηνελόπη στην Ηγουμενίτσα έως την Κυριακή Γρίβα τα μυαλά των γυναικοκτόνων «θολώνει» μόνο η πατριαρχία
- 23 ΣΕΠ 2026
Από το «χάλασε η φάση» μέχρι το «θόλωσα και τη σκότωσα» είναι αρκετά θύματα γυναικοκτονιών δρόμος. Θύματα διαφορετικά με άλλες ηλικίες, άλλα ονόματα, άλλες ελπίδες, άλλα όνειρα για το μέλλον που διακόπηκαν ξαφνικά. Το κοινό τους: Ήταν γυναίκες σε έναν κόσμο που επιμένει να μην αναγνωρίζει ότι υπάρχει έμφυλη διάσταση στους φόνους τους. Από την άλλη πλευρά διαφορετικοί δράστες, γυναικοκτόνοι, άντρες, πρώην ή νυν σύντροφοί τους, με ένα σχεδόν κοινό αφήγημα παρά τις διαφορετικές συνθήκες, χρόνους και τόπους των εγκλημάτων τους: Το «θολωμένο τους μυαλό», που δεν τους άφησε να σκεφτούν λογικά, που άλλα ήθελαν κι άλλα έκαναν, που κάποιες φορές «δεν θυμούνται» τι έκαναν, όπως επικαλείται ο γυναικοκτόνος της Κυριακής Γρίβα ας πούμε.
Οι υποθέσεις γυναικοκτονιών στη χώρα μας μοιάζουν τόσο συχνές που φοβάμαι μην συνηθίσουμε την έμφυλη βία ως κανονικότητα. Όταν «χάλασε η φάση» ήταν η στιγμή που χάσαμε τη Γαρυφαλλιά Ψαράκου. Τότε που «ήθελα να κάνω κακό στον εαυτό μου και να την πονέσει» ήταν που χάσαμε την Κυριακή Γρίβα έξω από το αστυνομικό τμήμα Αγίων Αναργύρων, εκεί που είχε καταφύγει για να προστατευτεί (ματαίως όπως αποδείχτηκε κι από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν πλέον για τον θάνατό της 4 αστυνομικοί). Τώρα που «θόλωσε και την σκότωσε» χάσαμε για πάντα την Πηνελόπη στην Ηγουμενίτσα. Με 15 μαχαιριές και τις 7 πισώπλατα. Με αμυντικές πληγές γιατί η Πηνελόπη προσπάθησε να αλλάξει τη μοίρα της αλλά δεν τα κατάφερε, όπως έδειξε η ιατροδικαστική έκθεση και αναφέρουν δημοσιεύματα. Κι η Κυριακή είχε πάει να αλλάξει τη μοίρα της. Βρέθηκε να καταγγέλει τον πρώην σύντροφό της ακριβώς πριν τη μαχαιρώσει. Είχε κουραστεί να ζει στον φόβο χωρίς βοήθεια. Τελικά πέθανε με τον φόβο να αποτυπώνεται σε αυτό το «χάνομαι» που είπε.
Την ώρα που η δίκη του κατηγορούμενου ως γυναικοκτόνου της Κυριακής Γρίβα σε δεύτερο βαθμό πήρε αναβολή για τις 15 Φεβρουαρίου, καθώς ο συνήγορός του είχε κώλυμα, στη Μεταμόρφωση κηδευόταν η 25χρονη Πηνελόπη που δολοφονήθηκε από τον 27χρονο πρώην σύντροφό της στην Ηγουμενίτσα. Μια μέρα από τη ζωή μας κι αυτή, μία Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου, που αυτά τα δύο συμβαίνουν παράλληλα. Μία μέρα που μοιάζει τρομακτικά με δυστοπία κοινή για όλες μας.
«Είναι πολύ δύσκολο για μένα να τον ξαναδώ. Δεν μπορώ. Δεν θα τα καταφέρω σήμερα ξανά. Δεν θέλω να το ζω αυτό. Κι αυτό που με εξοργίζει περισσότερο, που ήρθα περισσότερο να μάθω είναι γιατί αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται ακόμα στο ψυχιατρείο ενώ δεν χρήζει ψυχιατρικής βοήθειας», είπε η μητέρα της Κυριακής Γρίβα έξω από το Εφετείο μιλώντας σε δημοσιογράφους.
Ο 40χρονος κατηγορούμενος είχε κριθεί από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο ομόφωνα ένοχος για ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, οπλοφορία, οπλοχρησία και κατοχή ναρκωτικών προς ιδία χρήση, ενώ δεν του αναγνωρίστηκε μειωμένος καταλογισμός, παρόλο που κρατείται σήμερα στο ψυχιατρείο των φυλακών.
Ο 27χρονος από την άλλη που αναμένεται να απολογηθεί αύριο, Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου, στον εισαγγελέα, ταξίδεψε την περασμένη Κυριακή από το Αιγάλεω στην Ηγουμενίτσα με έναν σουγιά για να σκοτώσει την πρώην σύντροφό του, με την οποία είχαν χωρίσει πριν από έναν μήνα. Στην απολογία του υποστήριξε ότι τσακώθηκαν και «θόλωσε», προχωρώντας στη δολοφονία της, ενώ αναφέρθηκε σε μία οικονομική διαφορά ύψους 1000 ευρώ μεταξύ τους. Έπειτα αυτοτραυματίστηκε και τώρα νοσηλεύεται φρουρούμενος στο νοσοκομείο Φιλιατών.
Μείναμε πίσω με τους δράστες που επικαλούνται εκείνο το θόλωμα και προσπαθούν να παρουσιάσουν εγκλήματα ως μια απλή ψυχική κατάσταση, στιγμιαία, ένα λεπτό από τη ζωή τους που δεν τους χαρακτηρίζει. Μείναμε πίσω με τους καθ’ ομολογίαν δράστες να προσπαθούν να μας πουν ότι δεν είναι αυτό που νομίζουμε. Δεν είναι η πατριαρχία που οπλίζει τα χέρια τους και αφαιρεί τις ζωές των άτυχων γυναικών στον διάβα τους, είναι εκείνος ο «βρασμός», που λένε.
Στην Ηγουμενίτσα την Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου, ακούστηκαν τα αυτονόητα. Με αφορμή τη γυναικοκτονία της Πηνελόπης διοργανώθηκε συγκέντρωση διαμαρτυρίας ενάντια στη βία κατά των γυναικών, που ανέδειξε την συστημική αποτυχία της προστασίας τους. Από την απουσία επαρκών δομών για τη στήριξη και την προστασία των κακοποιημένων γυναικών, μέχρι και την ατάκα «το περιπολικό δεν είναι ταξί κυρία μου», νομίζω γίνεται σαφής αυτή η συστημική ανεπάρκεια να κρατηθούν οι γυναίκες ασφαλείς.

Με τον κίνδυνο της γραφικότητας να παραμονεύει, θα το γράψω εδώ ξανά: Μήπως να εξετάσουμε πάλι τη νομική αναγνώριση του όρου γυναικοκτονία γιατί η απλή κοινωνική αναγνώριση εκτός του ότι δεν είναι καθολική και υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που θα μας πουν «γιατί; δεν είναι άνθρωπος η γυναίκα;», δεν μοιάζει να δημιουργεί αναστολές σε κανέναν δυνητικό δράστη. Η νομική αναγνώριση θα επιτρέψει τη συλλογή δεδομένων και τη σωστή καταγραφή των εγκλημάτων ακραίας έμφυλης βίας από τις αρχές, θα λειτουργήσει αποτρεπτικά καθώς θα αποκτήσει πρακτικό αντίκρισμα η μη ανοχή στην έμφυλη βία, θα μπορέσει ενδεχομένως να γίνει επιβαρυντικός παράγοντας για τους δράστες και θα υποχρεώσει την πολιτεία να ανταποκριθεί με πιο λειτουργικές παρεμβάσεις απέναντι σε ένα αναγνωρισμένο φαινόμενο.
Αντί να αναγνωρίσουμε επίσημα τις γυναικοκτονίες αναγνωρίζουμε άτυπα ένα μοτίβο που συνοδεύει κάθε γυναίκα που χάνουμε από κοντά μας από τα χέρια του πρώην ή νυν συντρόφου της, από έναν άντρα που θεώρησε ότι η ζωή της είναι απλά ένα απόκτημά του που μπορεί να χειριστεί όπως θέλει: Η κρίση τους δεν είναι καθαρή. Βασικά, προέκυψε να σκοτώσουν, στον εαυτό τους ήθελαν να κάνουν κακό γι’ αυτό και αυτοτραυματίζονται ή κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας «κατόπιν εορτής». Τι, δεν τους πιστεύεις;
Δεν θολώνει τα μυαλά ούτε η αγάπη, ούτε ο έρωτας, ούτε ο χωρισμός. Αυτό που κάποιοι λένε «θόλωμα» έχει μόνο μία σημασία: Πατριαρχία.
Η ανισότητα, η κτητικότητα, ο χειρισμός, δεν είναι «θόλωμα» και σίγουρα δεν είναι σχέση αγάπης που τέλειωσε και πήγαμε παρακάτω. Είναι πατριαρχικά πρότυπα μέσα στα οποία έχουμε γαλουχηθεί, από αυτά που διδάσκουν ότι η εξουσία στα χέρια αντρών μπορεί να γίνει μαχαίρι και να σκοτώσει.
Από αυτά που μας αφήνουν πίσω να μετράμε Γαρυφαλλιές, Καρολάιν, Κυριακές, Παρασκευές και να οργιζόμαστε, να απογοητευόμαστε, να επιμένουμε στις «γραφικότητές» που μας καταλογίζουν. Λίγο λιγότερες κάθε φορά. Περισσότερο αποφασισμένες.