Θοδωρής Γκόνης: «Η παράστασή μας δεν συμμορφώνεται με τον αιώνα αυτό»
- 26 ΙΟΥΝ 2026
Τι ξέρεις για τα κατακόκκινα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου, τα σαγκουίνια; Αν βρεθείς στην Επίδαυρο στις 17 και 18 Ιουλίου Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου, θα λειτουργήσουν για σένα ως αφορμή να ακούσεις τη μεγάλη ιστορία ενός τόπου και των ανθρώπων του. Ο Θοδωρής Γκόνης σκηνοθετεί τους: Iωάννα Παππά, Χριστίνα Μαξούρη, Ρωξάνη Καρφή και Χάρη Χαραλάμπους στην παράσταση Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Συνεργάζεται (ξανά) με τον Φώτη Σιώτα που υπογράφει τη μουσική σύνθεση. Ο τελευταίος μαζί με τους Δημήτρη Χατζηζήση και Γιώργο Θεοδωρόπουλο, θα βρίσκεται μαζί με τους ηθοποιούς επί σκηνής στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου. Όλοι μαζί χτίζουν ένα σπίτι για να πουν την ιστορία τους, όπως μου λέει για τις πρόβες τους ο Θοδωρής Γκόνης.
Μιλήσαμε με τον άνθρωπο που υπογράφει τη σκηνοθεσία και το κείμενο της παράστασης Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου για το τι σημαίνει για εκείνον να παρουσιάζει μία παράσταση στο «σπίτι» των παιδικών του χρόνων, για το τι θυμάται μεγαλώνοντας στην Αργολίδα, για το συναίσθημα που θέλει να έχει το κοινό φεύγοντας από το Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου έχοντας δει την παράσταση, αλλά και για τις απόψεις του, που εκείνος προτιμά να τις εκφράζει μέσα από τη δουλειά του. Ο Θοδωρής Γκόνης μιλά στο LadyLike λίγο πριν βρεθεί στην καρδιά του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, την ίδια την Παλαιά Επίδαυρο.

– Τι ήταν αυτό που σας έκανε να θέλετε να πείτε μια ιστορία για την Παλαιά Επίδαυρο σκηνικά;
Τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου είναι ένα διήγημά μου, από τα πρώτα που εκδόθηκαν. Αλλά στο έργο αυτό λειτουργεί, ας πούμε, ως στημόνι. Το υφάδι είναι καινούργια κείμενα.
Αυτό που θέλουμε να πούμε δεν είναι ακριβώς μια ιστορία για την Παλαιά Επίδαυρο. Θέλαμε να πούμε αυτή τη μικρή ιστορία αλλά είμαστε καταδικασμένοι να πούμε μια πολύ πιο μεγάλη ιστορία, γιατί μόνο αυτή ξέρει να πει και την μικρή. Προσεκτικά και αργα χτίζουμε την ιστορία ενός σπιτιού με την αυλή του, μια αυλή χαμένη που υπάρχει παντού και πουθενά. Όχι την ιστορία μιας οικογένειας, αλλά ενός σπιτιού, ενός τόπου. Αυτός ο τόπος μας αναγκάζει να πούμε τη μεγάλη ιστορία, κι αν μας καταδεχτεί και τα καταφέρουμε βέβαια, με τον τρόπο που ξέρει το θέατρο, θα πούμε μέσα από εκεί και τη μικρή ιστορία.
– Αυτή η αυλή που λέτε, είναι ο κοινός τόπος όλων μας, που είναι περισσότερο ιδέα και λιγότερο απτός;
Είναι το συναίσθημα που συνδέει κάθε άνθρωπο με την τοπογραφία της καταγωγής του. Και το συναίσθημα αυτό πάντα το τροφοδοτεί η ιστορία, οι ιστορίες του θεάτρου που θέλουν να αφηγηθούν.
– Πώς είναι η διαδικασία των προβών;
Έχουμε ένα μότο στην πρόβα που το λέμε: «Λίγο κάθε μέρα, με καλή διάθεση». Είναι σαν προσευχή, κάθε μέρα ξεκινάμε με λίγο και καλή διάθεση, με υπομονή και μεγάλη επιμονή.
Θοδωρής Γκόνης: «Το ιδανικό στην πρόβα είναι να ξεκινήσεις για τις Ινδίες και να ανακαλύψεις την Αμερική».
Ύστερα στις πρόβες καταλαβαίνεις πολύ καλά ότι το μάτι του σκηνοθέτη τρέφει τον ηθοποιό, δεν ισχύει το αντίστροφο. Και δεν βιαζόμαστε, χρειάζεται πίστη για να το κάνουμε αυτό. Ταυτόχρονα δεν αναλύουμε και δεν επεκτεινόμαστε σε καμία λεπτομέρεια. Στοιβάζουμε πολλές πληροφορίες, πάρα πολλές και επειδή αγαπάμε το συγκεκριμένο, αυτό είναι που ερευνάς και βρίσκεις τον εαυτό σου.
Στην παράσταση λέμε αυτή την ιστορία όχι ως εαυτός, αλλά ως “άλλος άνθρωπος”. Εκεί είναι το δύσκολο, αλλά και το στοίχημα της παράστασης αυτής. Θέλει να πει μια ιστορία για τη μνήμη ως άλλος άνθρωπος».
– Τι εννοείτε ως «άλλος άνθρωπος»; Ως μάρτυρας της ιστορίας;
Αν θέλω εγώ να σου διηγηθώ κάτι για τον πατέρα μου ή τη μάνα μου, δεν θα σ’ το πω ως ο «εαυτός» της ιστορίας, αλλά ως «άλλος άνθρωπος». Δεν εμπλέκομαι συναισθηματικά ευθέως. Απλώς λεπτομέρειες και γεγονότα και ονόματα μνημονεύεις. Αυτή η παράσταση μνημονεύει ονόματα και τόπους. Πώς ξεκινάνε οι Πέρσες στην πάροδο δηλαδή, κάπως έτσι. Μαθαίνουμε τα πράγματα, όχι τα συναισθήματα των πραγμάτων. Είναι δύσκολο για μας, αλλά είναι αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε.
«Αυτή η παράσταση πρέπει να πω ότι δεν συμμορφώνεται με τον αιώνα αυτόν. Ουσιαστικά μνημονεύει τον 20ό αιώνα, όπου εκεί είναι όλοι οι δάσκαλοί μας και οι γονείς μας και οι άνθρωποί μας. Αυτούς μνημονεύει, τα ονόματά τους».
– Τι είναι αυτό που θυμάστε εσείς μεγαλώνοντας στην Αργολίδα;
Όταν ζούσα εκεί μικρός δεν μπορούσα να καταλάβω τις πραγματικές διαστάσεις του τόπου. Τώρα που τον περιηγούμαι και μαθαίνω τον χώρο της μνήμης κυρίως, τους τόπους κι όλα αυτά που λέγαμε, το ξάφνιασμα είναι πολύ μεγάλο. Είναι άλλες οι διαστάσεις και άλλα τα πράγματα. Αλλά και αυτή η περιήγηση στον χώρο της μνήμης, πάλι γίνεται ως «άλλος άνθρωπος». Το θέατρο και ο ανοιχτός χώρος δεν σηκώνει τις προσωπικές εξομολογήσεις. Θέλει τις εξομολογήσεις για τα «μεγάλα» πράγματα, τη μεγάλη ιστορία να ακούς, τη μία και μοναδική δηλαδή.
– Αυτή η μοναδική ιστορία δεν είναι άλλωστε που επαναλαμβάνεται από το αρχαίο δράμα μέχρι τα έργα του σήμερα;
Αυτό ακριβώς. Και το ότι είμαστε σε έναν χώρο εκεί που είναι φορτισμένος με τέτοια σύνδεση είναι σημαντικό. Δεν χρειάζεται όμως κανείς να λειτουργεί συναισθηματικά, δηλαδή με τη συγκίνηση. Αυτό κάνει και ο καλός ηθοποιός, αδυνατίζει το πάθος προς τα έξω για να μεγαλώνει προς τα μέσα, το αντίστροφο δηλαδή από αυτό που κάνουμε πολλές φορές οι άνθρωποι, Ό,τι κρύβουμε εξάλλου φαίνεται έτσι κι αλλιώς στη ζωή. Στο θέατρο αυτό κάνεις, κρύβεις για να δείξεις.
Αυτός είναι ο τρόπος του θεάτρου, δεν το κάνει επειδή έχει κάποια κρυπτομανία. Έτσι χτίζει την ξερολιθιά που φτιάχνει. Είναι μία πρακτική εργασία, κι όταν χτίζεις τη μία πέτρα πάνω στην άλλη ο σωστός τρόπος είναι να μη φαίνεται, όπως δεν φαίνεται η ένωση στις πέτρες στα Κυκλώπεια τείχη. Δεν είναι κάποιο τέχνασμα δηλαδή. Οι καλές παραστάσεις το έχουν αυτό.
– Είναι διαφορετική η αίσθηση του να παρουσιάζετε μία παράσταση στην Επίδαυρο;
Ναι είναι αλλά τόσο όσο. Και στη χώρα των Λαπώνων να πήγαινα δηλαδή θα προσπαθούσα να πω την ιστορία με τον ίδιο τρόπο, Δηλαδή, φαντάζομαι, θα φορούσα διαφορετικά ρούχα γιατί θα ήταν άλλες κλιματολογικές συνθήκες (γελάει). Το ρούχο θα άλλαζε, η ψυχή μου όμως θα ήταν η ίδια.
Φυσικά υπάρχει η συγκίνηση καθώς η παράσταση θα μνημονεύσει ονόματα τα οποία ακόμα φτερουγίζουν εκεί.
Θοδωρής Γκόνης: «Πιθανόν οι νεκροί του τόπου- γιατί πάντα οι νεκροί δίνουν το στίγμα σε έναν τόπο-, είναι πολύ πιο παρόντες απ’ ό,τι οι ζωντανοί. Και στην Επίδαυρο και παντού».
– Με τι συναίσθημα θέλετε να φύγει το κοινό από τα «Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου»;
Η ψυχή του θεατή να δει αυτό που δεν θα παρασταθεί. Αυτό που ουσιαστικά λέχεται με 1000 τρόπους αλλά ποτέ δεν παρίσταται. Αυτό θα είναι μεγάλη επιτυχία.
– Η μουσική και το τραγούδι παίζει ισότιμο ρόλο με τον λόγο στην παράσταση, σωστά;
Ναι, με τον Φώτη Σιώτα, ουσιαστικά συνδημιουργούμε αυτή την παράσταση, όπως και με τη Μαρία Μπαχά τη σκηνογράφο. Με τον Φώτη έχουμε δουλέψει μαζί, έχουμε κάνει πολλά τραγούδια, 2 δίσκους έχουμε κάνει μαζί, και τώρα είμαι πολύ χαρούμενος γιατί ουσιαστικά υπάρχει ένα soundtrack στο έργο αυτό, δεν είναι μόνο τραγούδια. Είναι μια μουσική η οποία κυλάει παράλληλα με το έργο, είναι σαν να υπάρχουν 2 κείμενα, αυτό του Φώτη και το δικό μου.
Χαίρομαι πολύ που το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και ιδιαίτερα ο Μιχαήλ Μαρμαρινός ενέκρινε αυτή την παράσταση. Ήταν μεγάλη χαρά για μας. Είχα προτείνει στον Φώτη να κάνουμε αυτή τη δουλειά και είχε δεχτεί βεβαίως. Έχουμε ξαναδουλέψει στο θέατρο, είχαμε κάνει το Σφαγείο του έρωτα, που ήταν κάτι τελείως διαφορετικό, αλλά με επιτυχία πιστεύω στη συνεργασία μας πάνω. Με τον Φώτη ήταν πολύ εύκολο να βρεθούμε και να κάνουμε αυτή τη συνεργασία και χαίρομαι γιατί νομίζω ότι τα τραγούδια που θα ακουστούν εκεί θα έχουν και μέλλον, θα κάνουν τη δική τους πορεία.
– Ποια είναι η πιο δύσκολη θέση στο θέατρο; Του σκηνοθέτη, του συγγραφέα, του ηθοποιού; Έχετε υπάρξει και σε όλα τα πόστα.
Κάνουμε πρόβες στο θέατρο Πορεία και κάποια στιγμή πηγαίνοντας προς τα καμαρίνια είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και είπα «Ωχ γέρασα στο θέατρο, εγώ που πάντα πίστευα ότι είμαι περαστικός. Για φαντάσου». Και χαμογέλασα και κατάλαβα ότι το έχουν πάθει και άλλοι άνθρωποι.
Η θέση του ανθρώπου που θέλει να είναι εκεί, στο θέατρο, είναι μια θέση που δεν θα την έλεγα δύσκολη. Αν σε καταδεχτεί το θέατρο, μπορεί να είναι και πολύ καλή η θέση σου εκεί. Οι δυσκολίες, τα πάνω και τα κάτω, οι κατηφόρες και οι ανηφόρες είναι κομμάτι μιας πορείας ζωής.
Εγώ δυσκολεύτηκα βεβαίως, αλλά μας έλεγαν οι παλιοί δάσκαλοι: «Δεν χρειάζεται να επιτυγχάνουμε για να επιμένουμε». Βλέπω αυτή τη δυσκολία ως μέρος του όλου.
«Δεν νομίζω ότι θα μιλούσα για δυσκολία, αλλά θα έλεγα ότι είναι ένας πολύ ειδικός χώρος το θέατρο, στον οποίο δεν μπορείς να σταθείς αν δεν επιθυμείς πραγματικά να είσαι εκεί».
– Πόσος χώρος υπάρχει στο θέατρο σήμερα για την ελληνική δραματουργία;
Νομίζω ότι στενεύουν τα περιθώρια λίγο. Αλλά υπάρχει ο δρόμος της βελόνας και ο χρόνος της χελώνας κι αυτό έχει ενδιαφέρον νομίζω. Θέλω να πιστεύω ότι η ίδια η ανάγκη θα βγάλει σημαντικά κείμενα τα οποία θα βρουν τον δρόμο τους. Αρκεί να υπάρχει θέατρο.
Αν θυμηθώ ότι όταν άνθιζε ο Καμπανέλλης ή η Αναγνωστάκη, υπήρχε το μεγάλο θέατρο του Κουν που τα σήκωνε αυτά τα κείμενα ή υπήρχε ο Βογιατζής αργότερα, θα έλεγα ότι ήταν αμφίδρομη η σχέση με τα ελληνικά κείμενα. Σήμερα ίσως να μην συμβαίνει αυτό το αμφίδρομο, αλλά είναι θέμα χρόνου να ξαναγίνει. Ίσως αύριο, μεθαύριο, μετά από 100 χρόνια.
«Τι είναι 100 χρόνια μπροστά στη συνέχεια του θεάτρου; Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι για 13 αιώνες ήταν σκεπασμένο από τα χώματα και τις λάσπες το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Εγώ δεν έχω τέτοια άγχη για τα κείμενα και τη δραματουργία. Πιστεύω ότι θα γίνουν αυτά».
– Για το τι λείπει από το ελληνικό θέατρο σήμερα έχετε γνώμη;
Δεν νομίζω ότι έχει και τόσο ενδιαφέρον η γνώμη μου. Τώρα, για το τι λείπει από το ελληνικό θέατρο, εδώ δεν ξέρω τι λείπει από μένα (γελάει).
– Είναι απελευθερωτικό να μην έχεις άποψη, μερικές φορές;
Αγαπώ αυτό που λέει ο Ιονέσκο: «Όχι συνθήματα για τους καλλιτέχνες, όχι υποδείξεις από τις κυβερνήσεις». Έχω να κάνω μια δουλειά και αυτήν κάνω Αν η δουλειά μου δεν έχει άποψη τι να το κάνω το χάρισμα της ρητορείας;
Info: Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου
Μια συντροφιά, μια παρέα ανθρώπων 7 τον αριθμό, με την κονκάρδα του οδοιπόρου και του στρατολάτη στο πέτο, φτάνουν στο περιβόλι με τις πορτοκαλιές, τις ελιές και το μεγάλο βράχο. Αποφασίζουν σύμφωνα με την παλιά συνήθεια των Ελλήνων, να διηγηθούν τραγουδιστά την ιστορία τους, την ιστορία του τόπου, αυτού του τόπου.
Μια ιστορία αγάπης για τη μοναχοκόρη του παλαιού αγροτικού ιατρού της Επιδαύρου, που με το αίμα της έβαψε για πάντα τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου – τα κατακόκκινα Σαγκουίνια.
Πολύ γρήγορα αυτονομούνται, δε συμμορφώνονται με τον αιώνα, κρατιούνται μακριά του, βρίσκουν τη δική τους φωνή, τη φωνή της φύσης και των αποχαιρετισμών. Ξεπερνούν την αρχική πίστη τους στη ζωή, όπως συμβαίνει με όσους πιστεύουν σοβαρά στη ζωή -από μια πίστη στο θάνατο- και η ιστορία τους παίρνει ύψος, ανεβαίνει, ανοίγει, εκρήγνυται σαν ρόδι μεγάλο και αρχίζουν να διηγούνται τις ιστορίες όλου του κόσμου. Τη μία και μοναδική.
Ιστορίες που λέγονται όχι μόνο με τα χείλη, αλλά και με την ψυχή, τα μάτια και τα χέρια, με τον συγχρονισμό τους. Έρχονται τα τραγούδια και τα λόγια του αποχαιρετισμού, χαρούμενα, δροσερά και ανάλαφρα ζουμερά Μήλα των Εσπερίδων. Τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου.
Μουσικοί επί σκηνής: Φώτης Σιώτας, Δημήτρης Χατζηζήσης, Γιώργος Θεοδωρόπουλος.
Παίζουν: Ιωάννα Παππά, Χριστίνα Μαξούρη, Ρωξάνη Καρφή, Χάρης Χαραλάμπους.
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρίσσα Κώνστα
Ο Θοδωρής Γκόνης σκηνοθετεί «Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» στις 17 και 18 Ιουλίου 2026 στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου (ώρα έναρξης, 21:00). Εισιτήρια εδώ.