ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Η Yayoi Kusama ολοκλήρωσε την αποστολή της να κάνει τον κόσμο μας πουά, avant-garde και πολύχρωμο

Steve Eichner/WWD/Penske Media via Getty Images

Δεν σταμάτησα να γελάω την πρώτη φορά που μπήκα στα Infinity Mirror Rooms της Yayoi Kusama στην καθηλωτική εγκατάσταση του Tate. Η ψευδαίσθηση ενός απεριόριστου σύμπαντος ήταν μια εμπειρία που με άφησε άναυδη. Ενώ ήταν ακόμα παιδί, η Yayoi Kusama άρχισε να βιώνει ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα και παραισθήσεις και άρχισε να βλέπει τον κόσμο με πουά, τις ίδιες κουκκίδες που αργότερα θα επέλεγε να ζωγραφίζει. Αυτή η γυναίκα κατάφερε να μετατρέψει τις προσωπικές παραισθήσεις και τη βαθιά ψυχολογική ευαλωτότητα σε καθολικές αισθητηριακές εμπειρίες. Η Yayoi Kusama με τα συγκινητικά αριστουργήματά της μπόρεσε να μεταμορφώσει τον πόνο και τον φόβο του θανάτου σε έναν πληθωρικό, άπειρα εκτεταμένο εορτασμό του φωτός και της ζωής.   

Η παγκοσμίου φήμης Ιαπωνίδα καλλιτέχνιδα πέθανε σε ηλικία 97 ετών στο Τόκιο στις 14 Αυγούστου. Πέθανε από πολλαπλή οργανική ανεπάρκεια σε νοσοκομείο. Το έργο της Kusama επηρέασε την ιστορία του μινιμαλισμού της pop και της performance art, ενώ οι εγκαταστάσεις της βοήθησαν να διαμορφώθει αυτό που σήμερα θεωρούμε βιωματική τέχνη. Χρησιμοποιούσε την ιδέα της «αυτο-εξάλειψης» για να περιγράψει την απώλεια του ατομικού εγώ μέσα στο άπειρο.

Οι εκθέσεις της προσέλκυσαν εκατομμύρια επισκέπτες σε όλο τον κόσμο. Ένας από τους πίνακές της έπιασε περίπου 10,5 εκατομμύρια δολάρια σε δημοπρασία το 2022, καθιστώντας τα έργα της από τα πιο ακριβοπληρωμένα στον κόσμο για γυναίκα καλλιτέχνη.

Η επιρροή της στην τέχνη και τον πολιτισμό είναι ανυπολόγιστη 

«Συνέχισε να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες της μέρες, χωρίς ποτέ να αφήνει στην άκρη το πινέλο της, και να εξερευνά για πάντα την αγάπη και την αιώνια ψυχή» ανέφερε σε ανακοίνωσή του το Yayoi Kusama Studio. Η είδηση ​​του θανάτου της έφτασε στο κοινό μόλις σήμερα, 27 Αυγούστου. Αυτή και μόνο η επιλογή, λέει πολλά για το ποια ήταν πραγματικά η Yayoi Kusama: μια γυναίκα που, από την αρχή της καριέρας της, διατήρησε τον έλεγχο της δικής της αφήγησης.

Το πρωτοποριακό όραμα της Yayoi Kusama θα συνεχίζει να εμπνέει εκατομμύρια ανθρώπους για χρόνια, έφερε επανάσταση στην τέχνη των εγκαταστάσεων χρησιμοποιώντας καθρέφτες, φωτισμό LED και αιωρούμενα γλυπτά για να δημιουργήσει άπειρες ψευδαισθήσεις χώρου. Λίγα μοτίβα στη σύγχρονη τέχνη είναι τόσο άμεσα αναγνωρίσιμα όσο οι κίτρινες και κόκκινες κολοκύθες με τις πουά κουκκίδες της Yayoi Kusama.  

Η καλλιτέχνιδα είναι περισσότερο γνωστή για την εμμονή της με τις πουά βούλες, τις οποίες ζωγράφιζε από την ηλικία των 10 ετών και εφάρμοζε σε καμβάδες, κορμούς δέντρων, ολόκληρα δωμάτια, ακόμη και ανθρώπους. Οι γονείς της δεν υποστήριξαν τα πρώτα της βήματα για να σπουδάσει ζωγραφική στο Κιότο. Αργότερα της είπαν ότι η καλλιτεχνική της δεινότητα προκαλούσε μεγάλη ντροπή στη συντηρητική οικογένειά της. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η 13χρονη Yayoi Kusama επιστρατεύτηκε για να παράγει υφάσματα για αλεξίπτωτα του ιαπωνικού στρατού.

Στα 26 της, έστειλε μια επιστολή στην καλλιτέχνιδα Georgia O’Keeffe, η οποία, προς έκπληξή της, απάντησε στη νεαρή Kusama και την ενθάρρυνε να φύγει για τη Νέα Υόρκη. Αυτή ήταν η αρχή του ταξιδιού που μετέφερε την Ιάπωνα καλλιτέχνιδα από το Μεγάλο Μήλο σε ολόκληρο τον κόσμο. Πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή της αντικουλτούρας της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 1950. Απορρίπτοντας το σχέδιό της οικογένειάς της για έναν γάμο από συνοικέσιο και παιδιά, έφυγε από την Ιαπωνία για τη Νέα Υόρκη. 

Εκτός από γλύπτρια και ζωγράφος, η Yayoi Kusama ανέβασε πολυάριθμες παραστάσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της εποχής των χίπηδων. Διοργάνωσε «φεστιβάλ σώματος» με γυμνούς καλλιτέχνες ζωγραφισμένους με πουά και κάποτε έγραψε στον πρόεδρο των ΗΠΑ Richard Nixon ζητώντας του να κοιμηθεί μαζί της με αντάλλαγμα τον τερματισμό του πολέμου του Βιετνάμ. Τα νέα για τέτοια γεγονότα σόκαραν τη συντηρητική οικογένειά της στην πατρίδα.

Γεννημένη στο Nagano της Ιαπωνίας το 1929, είχε μια δυστυχισμένη παιδική ηλικία στα χέρια μιας κακοποιητικής μητέρας. Η Yayoi Kusama μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1957. Eγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου ανέπτυξε το ιδιαίτερο καλλιτεχνικό στυλ που καθόρισε την καριέρα της. Ήταν μια από τις πρώτες Γιαπωνέζες που πήγαν στη Νέα Υόρκη για να ασχοληθούν με την τέχνη και έκανε παρέα με καλλιτέχνες όπως ο Andy Warhol, η Georgia O’Keeffe και ο Joseph Cornell (είχαν μια πλατωνική σχέση. Όταν εκείνος πέθανε το 1972, η ψυχική της υγεία επιδεινώθηκε περαιτέρω, με παραισθήσεις, κρίσεις πανικού και απόπειρες αυτοκτονίας).

Το 1963, η Yayoi Kusama άρχισε να κατασκευάζει «μαλακά γλυπτά»– έπιπλα και άλλα αντικείμενα, καλυμμένα με λευκά, γεμιστά με ύφασμα φαλλικά σχήματα. Ήταν όπως είπε, η προσπάθειά της να θεραπεύσει την αηδία της για το σεξ, το οποίο είχε ανατραφεί πιστεύοντας ότι ήταν βρώμικο και ντροπιαστικό. 

Τα καλλιτεχνικά της “happenings” συχνά επικρίθηκαν ως απλώς σοκαριστικά, ωστόσο οι πολιτικές τους δηλώσεις φαίνονται πλέον μπροστά από την εποχή τους. Το 1968, διοργάνωσε τον πρώτο «γάμο ομοφυλοφίλων» της Νέας Υόρκης και έπλυνε μια «βρώμικη» σοβιετική σημαία έξω από το κτίριο των Ηνωμένων Εθνών σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. 

Αφού πέρασε χρόνια παρακολουθώντας άντρες καλλιτέχνες να κερδίζουν αναγνώριση για το έργο της, επέστρεψε στην πατρίδα της, την Ιαπωνία, νιώθοντας απογοητευμένη και συντετριμμένη. Στην αυτοβιογραφία της Infinity Net, που κυκλοφόρησε το 2002, η καλλιτέχνιδα σχολίασε πώς το έργο της έτυχε κακής υποδοχής από τους κριτικούς, ενώ «οι άντρες καλλιτέχνες απλώς την μιμούνταν».

Το 1977, εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική στο Τόκιο, η οποία προσέφερε μαθήματα θεραπείας μέσω τέχνης και παρείχε στη Yayoi Kusama τη σταθερότητα που χρειαζόταν για να συνεχίσει τα έργα της χωρίς περισπασμούς. Πήρε την απόφαση να ζήσει μόνιμα εκεί.

Η Yayoi Kusama έγινε η πρώτη σόλο καλλιτέχνης της Ιαπωνίας που εκπροσώπησε τη χώρα στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1993. 27 χρόνια νωρίτερα, είχε εμφανιστεί, απρόσκλητη, και είχε αφήσει 1.500 μπάλες- καθρέφτες στο έδαφος. 

Αν και δημοσίευσε αρκετά μυθιστορήματα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, το ενδιαφέρον για τη Yayoi Kusama φάνηκε να μειώνεται σχεδόν εντελώς στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Το 1993 δημιούργησε ένα δωμάτιο με καθρέφτες γεμάτο με μικρά γλυπτά κολοκύθας για το ιαπωνικό περίπτερο της Μπιενάλε της Βενετίας. Είχε δει για πρώτη φορά μια κολοκύθα με τον παππού της όταν ήταν 11 ετών. Όταν προσπάθησε να τη μαζέψει, φαινόταν να αρχίζει να της μιλάει και έτσι έγινε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στα έργα της.

Το έργο της “Infinity Mirror Rooms”, στο οποίο καθρέφτες και φώτα δημιουργούν φαινομενικά ατελείωτους χώρους, προσέλκυσε εκατομμύρια επισκέπτες.  Η Yayoi Kusama έγινε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες καλλιτέχνιδες στον κόσμο και ένα παγκόσμιο πολιτιστικό είδωλο σε μεγάλη ηλικία, αφού είχε ως επί το πλείστον παραβλεφθεί για δεκαετίες. 

Η αναγνώριση που της διέφευγε κατά την πρώιμη καλλιτεχνική της καριέρα τελικά έφτασε αργότερα στη ζωή

Η Yayoi Kusama έγινε φαινόμενο των social media  με τις εγκαταστάσεις που βασίστηκαν στο έργο της του 1965, Infinity Mirror Room: Phalli’s Field. Σε αυτό το έργο, εκατοντάδες απαλές, ροζ φαλλικές μορφές ήταν διατεταγμένες μέσα σε ένα δωμάτιο με καθρέφτες.

Μισό αιώνα αργότερα, τέτοιες καθηλωτικές εμπειρίες βρήκαν το κοινό των social, με τα χρωματιστά φώτα και τις έντονα βαμμένες κολοκύθες να παρέχουν τέλειο περιεχόμενο στο Instagram. Μια έκθεσή της στο Μουσείο Hirshhorn στην Ουάσιγκτον το 2017 έκλεισε προσωρινά, αφού κάποιος κατέστρεψε ένα έργο τέχνης ενώ προσπαθούσε να τραβήξει μια selfie.

Η Yayoi Kusama επαναπροσδιόρισε τη διασταύρωση της τέχνης, της μόδας και της κατανάλωσης μέσα από το ιδιαίτερο οπτικό της στυλ. Για περισσότερο από μια δεκαετία, η avant-garde καλλιτέχνιδα και τα χαρακτηριστικά της κομμάτια έχουν γεμίσει βιτρίνες καταστημάτων Louis Vuitton. Το οπτικό της λεξιλόγιο και ο τίτλος της γηραιότερης και πιο επιτυχημένης εν ζωή γυναίκας καλλιτέχνιδας την έκαναν το τέλειο όνομα για εμπορικές συνεργασίες.

Το 2012, η ​​Yayoi Kusama συνεργάστηκε με τον οίκο Louis Vuitton, με επικεφαλής τότε τον δημιουργικό διευθυντή Marc Jacobs, για να λανσάρουν τη συλλογή Dots Infinity. Η μεγάλης κλίμακας κυκλοφορία ήταν εντυπωσιακή. Ο Louis Vuitton έβαλε τα έργα της Kusama στις βιτρίνες του σε όλο τον κόσμο και λάνσαρε 7 pop-up καταστήματα, συμπεριλαμβανομένων των Printemps Paris και Dover Street Market Tokyo. Μετά την κυκλοφορία του, το Business of Fashion το περιέγραψε «ως τη μεγαλύτερη συνεργασία καλλιτεχνών που ξεκίνησε από οποιοδήποτε οίκο πολυτελείας ή μόδας». Το 2023, ο οίκος Louis Vuitton, υπό τον Nicolas Ghesquière, επανενώθηκε με την Kusama για μια 2η και ακόμη μεγαλύτερη συνεργασία. 

Όσο μεγαλύτερη ήταν η επιτυχία της, τόσο ισχυρότερη ήταν η επιθυμία της να εξαφανιστεί πίσω από το ίδιο της το έργο. Ήταν η μόνη μορφή ελευθερίας που την ενδιέφερε πραγματικά, αυτή του να πάψει να είναι ξεχωριστό άτομο για να διαλυθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Exit mobile version