ALAMY/VISUALHELLAS.GR- 24 Media Creative Team
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Η Μαρινέλλα πέθανε: Η ζωή της γυναίκας που έγινε ο απόλυτος μύθος

«Τραγουδάω 60 τόσα χρόνια, αλλά ποτέ δεν ένιωσα ότι έκλεισα τον κύκλο μου και δεν είπα “φτάνει”. Όταν το αποφασίσω, θα είναι το πιο ήσυχο φευγιό που θα υπάρχει», είχε πει η Μαρινέλλα κι όμως το φευγιό της από το τραγούδι μόνο ήσυχο δεν θα μπορούσε να είναι. Δεν θα της ταίριαζε, δεν θα ήταν η Μαρινέλλα. Η Μαρινέλλα «έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών αφήνοντας πίσω της ένα τεράστιο κενό στην καρδιά της ελληνικής μουσικής και προκαλώντας πάταγο με την απόλυτη σιγή της.

Την είδηση του θανάτου της Μαρινέλλας έκανε γνωστή η οικογένεια της θρυλικής τραγουδίστριας.

«Με βαθιά θλίψη σας ανακοινώνουμε την απώλεια της Μαρινέλλας, αγαπημένης μας μητέρας και γιαγιάς, η οποία κατέληξε στο σπίτι της, σήμερα 28 Μαρτίου 2026 στις 18:00», ανέφεραν σε δήλωσή τους.

Υπενθυμίζεται ότι στις 25 Σεπτεμβρίου 2024, η Μαρινέλλα επρόκειτο να δώσει μια μεγάλη συναυλία στο Ηρώδειο. Ωστόσο, τη στιγμή που τραγουδούσε, αισθάνθηκε αδιαθεσία και λιποθύμησε. Η Μαρινέλλα έφυγε από τη ζωή έχοντας ζήσει έναν χρόνο με τις επιπτώσεις της εκτεταμένης εγκεφαλικής αιμορραγίας που υπέστη τον Σεπτέμβριο του 2024 στη σκηνή του Ηρωδείου.

Η Μαρινέλλα ήταν μία μεγάλη ντίβα του ελληνικού τραγουδιού που πορευόταν στη ζωή της μην ξεχνώντας ποτέ από πού προήλθε και μην τολμώντας να πάρει το βλέμμα της από το μέλλον και τα σχέδιά της γι’ αυτό. Έλεγε ότι οι καλλιτέχνες έχουν διάρκεια μικρότερη κι από αστραπή, αλλά βαθιά μέσα της πρέπει να απολάμβανε που η δική της αστραπή έπεφτε από τη δεκατία του 60 κι ακόμα δεν είχε εξαφανιστεί από τον ουρανό μας.

«Ξέρεις τι είναι να έχουν περάσει τόσα χρόνια και να σε ακολουθεί πάντα (το κοινό) πιστά, να σε χειροκροτούν τόσο ζεστά, να γίνονται μπιζαρίσματα και να μην σε αφήνουν να φύγεις από τη σκηνή; Η μεγαλύτερη ανταμοιβή μου αυτή είναι στον χρόνο. Η τόσο μεγάλη αγάπη του κόσμο», έλεγε σε συνέντευξή της στη Real Life και τον Βασίλη Μπουζιώτη που έφυγε λίγα χρόνια νωρίτερα από εκείνη από τη ζωή. Τη Μαρινέλλα την αγάπησαν και το ήξερε, το ένιωθε. Πρώτη όμως εκείνη είχε επενδύσει στην αγάπη, μέσα από την απόλυτη αφοσιώση της στα θέλω της και την τέχνη της.

Είναι σπουδαίο να μπορείς να πεις για κάποιον ότι έζησε όπως ήθελε. Η Μαρινέλλα ήταν μία τέτοια περίπτωση θαρραλέας γυναίκας που αποφάσισε να ακολουθεί κάθε στιγμή την καρδιά της. Κι η ζωή της υπήρξε αγώνας ως το τέλος.  Κι έτσι θα τη θυμόμαστε, έτσι επιλέγουμε να τη θυμηθούμε. Έτσι την αποχαιρετούμε. Με μία αναδρομή στην εμβληματική ζωή της.

Η Κική Παπαδοπούλου γεννιέται

Η Κυριακή Παπαδοπούλου, όπως ήταν το πλήρες όνομα της Μαρινέλλας, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1938. Ήταν το 4ο και τελευταίο παιδί μίας φτωχής οικογένειας από τη Ραιδεστό της Θράκης και την Κωνσταντινούπολη. Τη φώναζαν Κική, Κικίτσα, Κυριακούλα. Η γιαγιά της, της είχε βγάλει το πιο ταιριαστό παρατσούκλι, όπως αναφέρει ο Γιάννης Ξανθούλης στο βιβλίο του. «Μπουλμπούλι μου» την έλεγε η γιαγιά της. Είναι το αηδόνι στα τουρκικά και η Κική γεννήθηκε αηδόνι. Ο πατέρας της την ανέβαζε στο τραπέζι να τραγουδά, η γιαγιά της δεν χόρταινε να την ακούει. Η Κική είχε χάρισμα και το καταλάβαιναν όλοι, ακόμα κι αν στο μυαλό τους δεν μπορούσαν τότε να χωρέσουν την επιτυχία που τελικά θα έκανε.

«Στους γονείς μου οφείλω πολλά. Απ’ αυτούς πήρα το ήθος, την προσφορά και τη φιλική διάθεση προς τους ανθρώπους. Μου μετέδωσαν αξίες και αρχές όπως η συνέπεια, η ανεξαρτησία και η ειλικρίνεια. Ήταν υπέροχοι άνθρωποι και μεροκαματιάρηδες· έντιμοι, ανοιχτοχέρηδες και, κυρίως, χωρίς προκαταλήψεις ή στερεότυπα· φτωχοί και, φυσικά, καθόλου φιλάργυροι. Ο πατέρας μου, Γιώργος, ο οποίος δούλευε σε φούρνο, έλεγε καθημερινά στη μάνα μου: “Βρε Δομνάκι, βάλε ένα πιάτο ακόμα στο τραπέζι μην περάσει κανένας περαστικός”. Αν και δεν είχαν σπουδάσει, δεν ήταν συντηρητικοί και δεν είχαν ταμπού. Μάλιστα, ο πατέρας μου ήταν ανοιχτό πνεύμα και δεν με εμπόδισε ποτέ να ακολουθήσω τις επιθυμίες μου. Ήξερε ότι είχα καλλιτεχνική φλέβα και ότι ήμουν γεννημένη για να ασχοληθώ είτε με το θέατρο είτε με το τραγούδι. Δεν θα ξεχάσω όταν, σε μικρή ηλικία, με ανέβαζε πάνω στο τραπέζι για να του τραγουδήσω. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτός ήταν ο πρώτος μου θαυμαστής», είχε πει η ίδια η Μαρινέλλα στη Lifo.

Κι αυτός ο τρόπος που μεγάλωσε ίσως εξηγεί πολύ από το θάρρος που επέδειξε στη ζωή της. Κανείς δεν της έκοψε τα φτερά, παρόλο που η εποχή σίγουρα θα το δικαιολογούσε. Αλλά φαίνεται ότι οι γονείς της Μαρινέλλας γνωρίζοντας ότι τη μεγάλωναν με κακουχίες, ελλείψεις και στερήσεις, δεν θέλησαν ποτέ να της στερήσουν την αγάπη και τα όνειρα.

Σε τηλεοπτική της συνέντευξη άλλωστε, όταν ρωτήθηκε για τον δικό της ήρωα είπε: «Μάλλον ο πατέρας μου».

 

Από την Κική των μπουλουκιών, στη Μαρινέλλα με το μικρόφωνο

Η Κική Παπαδοπούλου ήταν παιδί θαύμα κι έτσι από πολύ νωρίς στη ζωή της βρέθηκε να συμμετέχει σε παιδικές ραδιοφωνικές εκπομπές και να πρωταγωνιστεί σε διαφημίσεις καταστημάτων στη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο της πάθος ήταν το θέατρο. Βρέθηκε στο Βασιλικό Θέατρο και ξεκίνησε να παίζει παραστάσεις ώσπου στα 14 της εντάχθηκε σε έναν πλανόδιο επιθεωρησιακό θίασο, ένα «μπουλούκι» που ξεκινούσε τις παραστάσεις του από τη Θεσσαλονίκη.

«Ξεκίνησα, λοιπόν, από τα επονομαζόμενα “μπουλούκια”, τις επιθεωρήσεις που περιόδευαν στην επαρχία. Κάθε μέρα κι άλλο έργο, διαρκείς πρόβες, άθλιες συνθήκες. Πολλές φορές δίναμε παραστάσεις πάνω σε σανίδια που τα στερέωναν με βαρέλια. Αρχικά, συμμετείχα ως ηθοποιός, αλλά εξαιτίας ενός τυχαίου περιστατικού μεταπήδησα στον χώρο της μουσικής», έλεγε στη Lifo.

Κάποια στιγμή στον θίασο της Μαίρης Λωράνς, όπου συμμετείχε μαζί με τη Μάρθα Καραγιάννη και τον Κώστα Βουτσά, η τραγουδίστρια του μπουλουκιού αρρώστησε. Ερμήνευσε ένα γερμανικό τραγούδι της Κατοχής, το Μαλαγκένια και το Ο άνθρωπός μου της Σοφίας Βέμπο. Το τραγούδι ήρθε και την κέρδισε.

Το 1956 έπιασε δουλειά στο Πανόραμα. Κι εκεί αποχαιρετά το Κική για να υποδεχτεί το Μαρινέλλα. Για άλλους ήταν η ιδιοκτήτρια του νυχτερινού κέντρου, κατά την ίδια ο συνθέτης -και πρώτο όνομα στο κέντρο- Τόλης Χάρμας, που της είπε να αλλάξει όνομα γιατί την πήραν για τραγουδίστρια κι όχι για γραμματέα όπως της είπαν. «Και τη λένε Μαρινέλλα, κι είναι μούρλια είναι τρέλα», έλεγε ο στίχος του τραγουδιού του Τόλη Χάρμα στον οποίο η Μαρινέλλα χρωστούσε το καλλιτεχνικό όνομά της.

«Βρε, δεν πα να με πείτε και Κατσιβέλα…», ήταν η αντίδρασή της όπως είχε πει στην Καθημερινή. «Εγώ κοίταγα το ρολόι μου, να φεύγω νωρίς», έλεγε, πιστεύοντας ότι αυτή είναι μία προσωρινή δουλειά και ότι θα επέστρεφε σύντομα στο θέατρο.

Η Μαρινέλλα άρχισε να αφοσιώνεται στο τραγούδι και μάλιστα αφού τέλειωνε από το Πανόραμα πήγαινε και τραγουδούσε και στο νυχτερινό κέντρο Ρέμβη. Όλα άλλαξαν και πάλι, όταν τη γνώρισε ο Στέλιος Καζαντζίδης.

 

Η Μαρινέλλα υποδύθηκε τη θιασάρχισσα ενός μπουλουκιού στη σειρά του Κώστα Κουτσομύτη για την ΕΡΤ, «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες», ενώ έμεινε και ηθοποιός μέχρι τέλους. Το 2012 έπαιξε στο μιούζικαλ "Chicago" με πρωταγωνίστριες τις Τάνια Τρύπη και Σμαράγδα Καρύδη.

Η ζωή με τον Στέλιο Καζαντζίδη

«Ποτέ δεν έκανα θυσίες, μόνο συνειδητές επιλογές. Τα μισά μου χρόνια είμαι μόνη και δεν το ‘χω μετανιώσει», είχε πει η Μαρινέλλα σε συνέντευξή της στην Καθημερινή. Ο πρώτος διάσημος άντρας που το όνομά της συνδέθηκε με εκείνου, ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ήταν αυτός που της πρότεινε να βρεθεί στην Αθήνα και τον ακολούθησε. Στο πλευρό του έγινε η «καλύτερη 2η φωνή» και τον αγάπησε. Έμειναν μαζί για 10 χρόνια από τα οποία μόλις 2 παντρεμένοι γιατί η Μαρινέλλα δεν πίστευε στις κοινωνικές συμβάσεις αλλά στην αγάπη.

Κανονικό ραντεβού δεν βγήκαν ποτέ. Πήγαν για ψάρεμα με τη βάρκα του πατέρα της Μαρινέλλας. Κι αυτό το παράδοξο ξεκίνημα ήταν η αρχή ενός ντουέτου που στη σκηνή μεγαλούργησε.

Στις αρχές του ’60 το ντουέτο Καζαντζίδης-Μαρινέλλα έφτασε στο απόγειο της επιτυχίας του. Τραγούδησαν μαζί μέχρι και Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Τραγουδούσαν στίχους του Λειβαδίτη ή του Γκάτσου και ταυτόχρονα έκαναν τις μεγαλύτερες λαϊκές επιτυχίες της εποχής τους. Ήταν 2 τα αηδόνια πια, 2 τα μπουλμπούλια. Όταν χώρισαν, παρέμειναν καλοί φίλοι. «Η Μαρινέλλα πάντα κρατούσε καλές σχέσεις με τους πρώην της», είχε πει στο Στούντιο ΕΡΤ, ο Γιάννης Ξανθούλης για εκείνη. Η ίδια τότε πέρασε δύσκολα, σκέφτηκε ως και να τα παρατήσει καθώς όποτε έβγαινε στη σκηνή της φώναζαν «Πού είναι ο Στέλιος;».

«Έμεινα γιατί είχα πεισμώσει πολύ κι αγαπούσα αυτή τη δουλειά αλλά και γιατί έπρεπε κάπως να ζήσω και να ζήσει και η οικογένειά μου. Είπα “θα κάνω καριέρα μόνη μου, δεν θα με συνδέουν για πάντα με τον Καζαντζίδη”», έλεγε. Το ‘πε και το έκανε.

Η ίδια έλεγε ότι ήταν ο μεγαλύτερος δάσκαλός της στο τραγούδι «Με την τεράστια φωνή του και την ερμηνεία του την τόσο απλή αλλά συγκλονιστική. Ο Στέλιος απεχθανόταν τις φιοριτούρες και τους εντυπωσιασμούς. Τραγουδούσε σέργια, ίσια. Έκανε τα σπασίματα της φωνής του μόνο εκεί που το τραγούδι το “σήκωνε”», σημείωνε στην Καθημερινή.

«Είχε καρδιά μικρού παιδιού. Νοσταλγώ τα πρώτα μας χρόνια, τα αγαπησιάρικα. Μετά τον χωρισμό μας μείναμε φίλοι- και με τον ίδιο και με τη Βάσω, τη γυναίκα του. Όταν νοσηλευόταν στο Όφενμπαχ της Γερμανίας είχα πάει να τον δω. Έμεινα 15 μέρες, του μιλούσα, του τραγουδούσα, τον τάιζα. Έχω πάντα στην κρεβατοκάμαρά μου μία φωτογραφία από τότε που ήμασταν πολύ νέοι και πολύ ερωτευμένοι. Την κοιτάω και του μιλάω. “Γιατί έπρεπε να φύγεις τόσο γρήγορα χριστιανέ μου; Γιατί δεν πρόσεξες τον εαυτό σου; Είναι καλύτερα εκεί που είσαι τώρα;”» του λέω και καμιά φορά θυμώνω», σημείωνε σε άλλο σημείο.

Το «όχι» της Αλίκης, ο Ζαμπέτας και το θάρρος μίας ερώτησης

Μετά τον Στέλιο Καζαντζίδη, η Μαρινέλλα βρήκε τον μέντορά της στο πρόσωπο του Γιώργου Κατσαρού. Ωστόσο ο άνθρωπος που αποδείχθηκε κομβικός στη συνέχειά της στο τραγούδι ήταν ο Γιώργος Ζαμπέτας. Εκείνος ήταν που συνέθεσε το Σταλιά- Σταλιά σε στίχους του Διονύση Τζεφρώνη κι ήθελε να το δώσει στην Αλίκη Βουγιουκλάκη. Εκείνη του απάντησε ότι πρέπει να το δώσει στον Καζαντζίδη.

«Εκείνη τη μέρα, συμπτωματικά, ήμουν στο στούντιο και μόλις άκουσα το τραγούδι πλησίασα συνεσταλμένα τον συνθέτη και χωρίς δισταγμό του είπα: “Μανίτσα, να το πω εγώ αυτό το τραγούδι;”. Κι έτσι, αυτό ήταν το πρώτο προσωπικό μου άλμπουμ μετά τον χωρισμό μου με τον Στέλιο Καζαντζίδη», διηγήθηκε στη Lifo και τον Γιάννη Πανταζόπουλο η Μαρινέλλα. Κι αυτή η ερώτηση ήταν που βοήθησε τη Μαρινέλλα να πετύχει εκείνο που ήθελε, να πάψουν να τη συνδέουν μόνο με τον Καζαντζίδη. Το τραγούδι μπήκε στον δίσκο Ο πιο καλός ο μαθητής κι έγινε αμέσως επιτυχία.

 

Με τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Η Μαρινέλλα στον κινηματογράφο

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το ζεϊμπέκικο του Βαγγέλη Σειληνού μπροστά στη Μαρινέλλα, ενώ ερμηνεύει το Άνοιξε ΠέτραΊσως η πιο iconic σκηνή της ταινίας Γοργόνες και Μάγκες. Η Μαρινέλλα συμμετείχε ως τραγουδίστρια σε 24 ταινίες συνολικά εκ των οποίων 3 ήταν ταινίες της Φίνος Φιλμ (και οι 3 σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη).

Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη στην ταινία Η Κυρία Δήμαρχος (1960) και η τελευταία ήταν στην ταινία Κρίμα… το Μπόι Σου (1970) με το ομότιτλο τραγούδι, σε μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου και στίχους της Σέβης Τηλιακού, που τραγουδιέται ακόμα.

«Το 1968 ο Γιάννης Δαλιανίδης ήθελε να τραγουδήσω σε κάποια σκηνή της ταινίας Γοργόνες και Μάγκες. Τελικά, ερμήνευσα το Άνοιξε, πέτρα που έγραψε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος σε μουσική του Μίμη Πλέσσα. Ένα τραγούδι που ακόμη αντέχει και έχει ριζώσει στις καρδιές των ανθρώπων. Κάθε φορά, όπου και να βρίσκομαι, μου ζητούν να το πω. Καμιά φορά, αν δεν το κάνω, γίνεται χαμός. Αλλά δεν χαλάω χατίρι. Και η κατάληξη; Τόσα χρόνια, το ίδιο παρατεταμένο χειροκρότημα», θυμόταν εκείνη στη Lifo.

 

Η Μαρινέλλα, η Τζωρτίνα, ο Φρέντυ και ο Βοσκόπουλος

Η Μαρινέλλα είχε πάντα στο πλευρό της την κόρη της, την Τζωρτίνα (από το Γεωργία- Χριστίνα όπως έσπευδε η ίδια να επισημάνει σε συνεντεύξεις της), την οποία απέκτησε με τον Φρέντυ Σερπιέρη. Αν και διατηρούσαν σχέση για περίπου 4 χρόνια, ποτέ δεν παντρεύτηκαν, παρά τις επιθυμίες του συντρόφου της, που ήταν επιχειρηματίας και ιππέας. Η Μαρινέλλα έγινε μία single μαμά από επιλογή.

«Τον είχα ερωτευτεί πολύ. Ήμασταν 4 χρόνια μαζί. Μετά τη γέννηση της κόρης μας, εκείνος ήθελε να παντρευτούμε. Του είπα, όμως, ότι δεν χρειάζεται, καλύτερα να μείνουμε φίλοι. Φυσικά την αναγνώρισε, της έδωσε το όνομα του, έγιναν όλα όπως έπρεπε. Τον αγαπάω πολύ, είναι εξαιρετικός άνθρωπος κι αυτός και η γυναίκα του, η Σαμπίνα, ο γιος τους επίσης, που είναι πραγματικός αδελφός της κόρης μου», είχε πει σε συνέντευξή της. Μετά τον χωρισμό τους γνώρισε τον Τόλη Βοσκόπουλο με τον οποίο παντρεύτηκε το 1975 στο διαμέρισμά της στο Παγκράτι.

«Στον δεύτερο γάμο μου με το Βοσκόπουλο, είχαμε μόνο 6 καλεσμένους κι εμείς, το ζευγάρι, φορέσαμε μπλου τζιν! Εγώ ένα γιλέκο και φούστα μακριά και ο Τόλης τζήν παντελόνι. Παντρεύτηκαμε στο σπίτι μου στο Παγκράτι και ήμασταν: ο παπάς φυσικά πού ήρθε εκεί, οι κουμπάροι- μας πάντρεψε ο Γιώργος Κατσαρός με τη γυναίκα του- ήταν ο Φρέντυ Γερμανός με την κοπέλα του και η Λένα η Παμέλα-που είχε τη “Νεράϊδα- μαζί με τον άντρα της», έλεγε η Μαρινέλλα.

Έζησαν μαζί στη βίλα της Ρένας Βλαχοπούλου στην Κηφισιά που αγόρασε ο Βοσκόπουλος και μεγάλωναν εκεί τη μικρή Τζωρτίνα. Παράλληλα, εμφανίζονταν μαζί κι έκαναν χαλασμό στη σκηνή. Έμειναν μαζί συνολικά 8 χρόνια και χώρισαν το 1981 με τον Τόλη Βοσκόπουλο να αποχωρεί από το σπίτι τους.

Ο Γιάννης Ξανθούλης έλεγε για τη Μαρινέλλα και τον Τόλη Βοσκόπουλο μιλώντας στην εκπομπή Στούντιο 4 της ΕΡΤ: «Τραγουδούσαν μαζί. Δεν ήταν ακόμα πρώτη πρώτη φίρμα όταν γνωρίστηκαν. Δεν της είχε περάσει ποτέ από το μυαλό. Κάποια στιγμή πέφτει σαν βόμβα ότι παντρεύεται τον Βοσκόπουλο. Είχε προηγηθεί ένας πολύ μεγάλος έρωτας με τον άνθρωπο με τον οποίο έκανε το παιδί, τον Φρέντυ Σερπιέρη. Δεν ήταν πολύ του γάμου. Με τον Βοσκόπουλο παντρεύτηκε γιατί καλό παιδί ήταν, συνάδελφος ήταν, νόμιζε ότι μπορούσε να συνεννοηθεί».

Μετά τον χωρισμό της η Μαρινέλλα γύρισε στην αρχική της στάση απέναντι στον γάμο, ενώ ένιωσε ότι είχε «τελειώσει με τους άνδρες».

«Τα γκομενικά μου ήταν περιορισμένα. Είχα μόνο σοβαρές σχέσεις που κρατούσαν χρόνια. Και όταν η Τζωρτίνα ήταν 10 ετών και είχα πάρει διαζύγιο από τον Βοσκόπουλο– είχα ξεμπερδέψει για την ακρίβεια γιατί ο Τόλης δεν ήταν το πιο εύκολο αγόρι- αποφάσισα πως οι άντρες είχαν τελειώσει πια για μένα. Δεν ήθελα να δω ποτέ το παιδί μου κατσουφιασμένο από κάποιο αρνητικό σχόλιο που θα άκουγε για την προσωπική μου ζωή», είχε εξομολογηθεί στην Καθημερινή η Μαρινέλλα.

Η Τζωρτίνα ήταν που έφερε αργότερα κι έναν νέο ρόλο στη ζωή της Μαρινέλλας. Την έκανε γιαγιά και λάτρευε να περνά μαζί με την ίδια, τον γαμπρό της, τα παιδιά τους και την αδερφή της τις μέρες της μακριά από τη σκηνή. Της άρεσε και η μοναχικότητά της, αφού απολάμβανε να φροντίζει τα φυτά της, να ράβει και να οδηγεί ακούγοντας κλασική μουσική.

 

Με την κόρη της, Τζωρτίνα.

Η γυναίκα- επανάσταση

Σηκώθηκε από τις καρέκλες του πάλκου όπου οι γυναίκες έμεναν «βιδωμένες» στις θέσεις τους για χρόνια, φόρεσε παντελόνια, κούρεψε τα μαλλιά της αλά γκαρσόν, άνοιξε έναν απελευθερωτικό δρόμο για τις γυναίκες του τραγουδιού. Και τα έκανε όλα χωρίς να σκοπεύει να κάνει κάποια επανάσταση. «Δεν μου είπε κανείς κάνε το ένα ή κάνε το άλλο. Το έκανα από μόνη μου γιατί μου αρέσει να αλλάζω, δεν μπορώ να μένω σταθερή σε κάτι. Δεν φανταζόμουν ποτέ τον εαυτό μου να κάθομαι χρόνια στην καρέκλα. Αδύνατον. Ήθελα να αλλάζω. Και οι συνεργασίες μου είναι άλλες, δεν μπορώ να λέω συνέχεια λαϊκά τραγούδια, λέω μπαλάντες, έκανα με τον Χατζή έναν δίσκο με 2 κιθάρες και 2 φωνές. Μια επανάσταση ήταν κι αυτό», έλεγε η Μαρινέλλα σε συνέντευξή της στην εκπομπή Follow του ΑΝΤ1 Κύπρου.

 

«Κάνω πράγματα που μου αρέσουν καταρχάς. Γι’ αυτό μου αρέσει να αλλάζω, γιατί δεν μπορώ να κάνω το ίδιο πράγμα», πρόσθετε στην ίδια εκπομπή. Στην Καθημερινή είχε δώσει άλλη μία εξήγηση για τα παντελόνια που πρωτοέβαλε στην πίστα. «Τα παντελόνια τα έβαλα, γιατί μου πετούσαν πιάτα και μου μάτωναν τα πόδια. Κάτι πήγαν να μου πουν τότε, ότι είμαι λεσβία», έλεγε. Κι όπως πάντα, δεν την ένοιαξε τίποτα από όσα προσπάθησαν να της κολλήσουν σαν ετικέτα για να μπορέσουν να την κατατάξουν κάπου.

Η Μαρινέλλα δήλωνε ότι δεν της άρεσαν οι ταμπέλες. «Άσε με αγάπη μου, που θα με πεις “ντίβα” και δη “απόλυτη”. Μακριά από μένα όλα αυτά», έλεγε στον Βασίλη Μπουζιώτη στη συνέντευξή της για τη Real News. Είχε τη δική της φιλοσοφία ζωής στην οποία εκτός από τις ταμπέλες δεν χωρούσε και η γκρίνια. Χωρούσε μόνο η συνεχής αλλαγή κι εξέλιξη.

«Θέλω να γελάω, να κάνω καλαμπούρια με τους φίλους, παρέες. Δεν μπορώ τους μουρτζούφληδες. Έχω δική μου φιλοσοφία ζωής, δεν χωράει σε λίγα λόγια. Την αποκτάς με την πάροδο των χρόνων αν μπορείς. Γιατί αν δεν μπορείς περνάει η ζωή και δεν φιλοσοφείς και είσαι απλώς ένας γκρινιάρης που λέει “α εγώ τώρα θα πεθάνω”. Πώς σιχαίνομαι τους ανθρώπους αυτούς, θέλω να τους πνίξω. Τι φοβάσαι; Αφού να η ζωή, και με λίγα και με πολλά θα περάσουμε πάει. Με το να γκρινιάζεις φεύγεις γρηγορότερα. Να περιμένεις έτσι πότε θα περάσει ο Χάρος με το δρεπάνι; Για όνομα της Παναγίας. Γέλασε λίγο», έλεγε.

Και τελικά γελούσε και τραγουδούσε μπροστά μας μέχρι τέλους.

 

Exit mobile version