ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Τα ποιήματα που μάθαμε μέσα από τα τραγούδια

Unsplash

Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου. Η αρχική έμπνευση για την ημέρα αυτή ανήκει στον Έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα. Την ημερομηνία διάλεξε η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου, καθώς η εαρινή ισημερία που συνδυάζει το φως με το σκοτάδι μοιάζει με την ποίηση που συνδυάζει το φωτεινό της πρόσωπο της αισιοδοξίας με το σκοτεινό πρόσωπο του πένθους. Η πρώτη Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε το 1998 στην Ελλάδα. Ο Βασίλης Βασιλικός εισηγήθηκε την επόμενη χρονιά στην UNESCO να υιοθετήσει την 21η Μαρτίου ως Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης και η πρότασή του υπερψηφίστηκε. Αυτή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης τιμάμε τα ποιήματα που μάθαμε μέσα από τα τραγούδια.

Καμιά φορά συμβαίνει να ακούς ένα τραγούδι και οι στίχοι του να σε συνεπαίρνουν τόσο που λες αυθόρμητα: «Μα καλά τι έγραψε ο άνθρωπος;». Αν μείνεις εκεί πολύ πιθανόν να μην μάθεις ότι καμιά φορά αυτά τα τραγούδια που οι στίχοι του μίλησαν τόσο καταλυτικά μέσα σου, το έκαναν γιατί πέρα από την όμορφη μελωδία τους κρύβουν μέσα τους κι ένα σπουδαίο ποίημα. Αν το ψάξεις λίγο παραπάνω μπορεί να ανακαλύψεις έναν ποιητή που θα κερδίσει την καρδιά σου για πάντα. Κι αν είσαι ήδη λάτρης της ποίησης πιθανώς θα ξέρεις ήδη τα επόμενα 12 τραγούδια που σου έχουμε πιο κάτω για να νιώσεις κι εσύ αυτή τη μαγεία που συντελείται όταν η ποίηση συναντά τη μουσική.

Το παράπονο – Οδυσσέας Ελύτης

Αν δεν αρχίσεις ένα αφιέρωμα στην ποίηση από αυτή του Οδυσσέα Ελύτη, από πού θα το αρχίσεις; Το παράπονο είναι το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη που μελοποίησε ο Δημήτρης Παπαδημητρίου και «έντυσε» με την φωνή της η Ελευθερία Αρβανιτάκη.  Το τραγούδι συμπεριλαμβάνεται στον δίσκο Τραγούδια για τους μήνες, που κυκλοφόρησε το 1996. Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Τα Ρω του έρωτα, του 1972.

Εδώ στου δρόμου τα μισά

έφτασε η ώρα να το πω

Άλλα είν’ εκείνα που αγαπώ

γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα

Στ’ αληθινά στα ψεύτικα

το λέω και τ’ ομολογώ

Σαν να ‘μουν άλλος κι όχι εγώ

μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει

όσο κι αν τα κυνηγά

Πάντα πάντα θα ‘ναι αργά

δεύτερη ζωή δεν έχει.

Βάλτε να πιούμε – Κ.Καρθαίος

Το συγκρότημα Διάφανα κρίνα στον δίσκο τους Κάτι σαράβαλες καρδιές το 1998 αποφάσισαν να μελοποιήσουν το ποίημα του Κ. Καρθαίου Βάλτε να πιούμε. Το Κ. Καρθαίος ήταν ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο Κλέανδρος Λάκων, στρατιωτικός που πολέμησε στους Βαλκανικούς, λογοτέχνης και διευθυντής ρεπερτορίου του Εθνικού Θεάτρου. Ο Κ. Καρθαίος πέθανε το 1955.

Τα όνειρα που βυζάξαμε με της καρδιάς μας το αίμα

πέταξαν και χαθήκανε μες της ζωής το ρέμα.

Μα τάχα εμείς παντοτινά τʼ άφταστα θα ζητούμε;

Βάλτε να πιούμε…

Τα περασμένα σβήσανε, το τώρα δε θα μείνει.

Τροφή των χοίρων έγιναν και οι πιο λευκοί μας κρίνοι.

Μα τάχα πρέπει τους νεκρούς αιώνια να θρηνούμε;

Βάλτε να πιούμε…

Αδέλφια κάτω η βάρκα μας στο μόλο μας προσμένει.

Ελάτε οι ταξιδιάρηδες να πιούμε συναγμένοι.

Στο περιγιάλι το φαιδρό ας γλεντοτραγουδούμε.

Βάλτε να πιούμε…

Τάχατε κι όποιος δε μεθά κι όποιος δεν τραγουδήσει

κι όποιος στʼ αγκάθια περπατά μια μέρα δεν θʼ αφήσει

τʼ αγαπημένο μας νησί που έτσι γερά πατούμε.

Βάλτε να πιούμε…

Πες μας πού πάει ο άνθρωπος τον κόσμο σαν αφήνει;

Πες μας πού πάει ο άνεμος, πού πάει η φωτιά σαν σβήνει;

Σκιές ονείρων είμαστε, σύννεφα που περνούμε.

Βάλτε να πιούμε…

Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα.

Καπνοί `ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα.

Καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε.

Βάλτε να πιούμε…

Άκουσε δε βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη.

Μα σαν είναι ώρα γνέψε μας, δε σου ζητούμε χάρη.

Μα όσο να φύγεις πρόσμενε κι αν θέλεις σε κερνούμε.

Βάλτε να πιούμε…

Το σκάκι – Μανόλης Αναγνωστάκης

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για τις ιδέες του λόγω των αριστερών πολιτικών του πεποιθήσεων. Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου μελοποίησε το Σκάκι του, το οποίο συμπεριλήφθηκε στα τραγούδια που έγραψε για τη σειρά Λόγω Τιμής.

Έλα να παίξουμε.

Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου.

(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη

Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου

(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου

Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)

Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου

Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω;

(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)

Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω

Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω

Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει

Δρασκελώντας τη μια άκρη ώς την άλλη

Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου

Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά

Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

Οι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia- Νίκος Καββαδίας

«Στα 37 χρόνια που δισκογραφώ, έχω τραγουδήσει μόνο 15 τραγούδια. Και είναι μόνο αυτά που τα ίδια απαιτούν να τραγουδηθούν από τον δημιουργό. Ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι οι “Εφτά νάνοι”. Με τους “Εφτά νάνους” έχει ταυτιστεί το εντός μου και και η ρυθμική μου αγωγή, όταν το παίζω στο πιάνο» είχε πει ο Θάνος Μικρούτσικος για τα τραγούδια που έχει τραγουδήσει.

Η ξεχωριστή αναφορά στο τραγούδι Οι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia, μόνο τυχαία δεν είναι και πιο κάτω που θα τον ακούσεις να το ερμηνεύει Live θα καταλάβεις το γιατί. Το ποίημα ανήκει στον Νίκο Καββαδία και περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Τραβέρσο που κυκλοφόρησε το 1975, δύο μήνες μετά τον θάνατό του. Ως γνωστόν ο Νίκος Καββαδίας εργάστηκε ως ασυρματιστής στα πλοία, εργασία που διαπότισε την ποίησή του. Το Cyrenia ήταν ένα από τα αγαπημένα πλοία του.

Το τραγούδι ίσως δεν το ξέρεις από τον τίτλο του αλλά από τον στίχο «Γιε μου πού πας; Μάνα θα πάω στα καράβια». Επίσης για να ξέρεις το ποίημα αυτό αποτέλεσε απάντηση του Καββαδία σε πρόταση της ανιψιάς του να φανταστεί ονόματα για τους μυστηριώδεις «εφτά νυχτοπερπατητές» που συνάντησε στο μυθιστόρημα του Ουόλτερ Σκοτ Ο τοξότης του Λουδοβίκου ΙΑ’.

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.

Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.

Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.

Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.

Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.

Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια

κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

Απ’ το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.

Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;

Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα

ποιος ρήγα γιος θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,

κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι

σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,

και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,

τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.

Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;

Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.

Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.

Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.

Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.

Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.

Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…

Ο πιο στερνός μ’έναν αυλό με νανουρίζει.

Άρνηση – Γιώργος Σεφέρης

Το σύντομο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και ηχογραφήθηκε τον Φεβρουάριο του 1962 με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το κομμάτι που ήταν μέρος του δίσκου 45 στροφών με τίτλο Επιφάνια τραγουδήθηκε από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις, μέχρι τις μικρότερες ταβέρνες της χώρας και αγαπήθηκε πολύ.

Στο περιγιάλι το κρυφό

κι άσπρο σαν περιστέρι

διψάσαμε το μεσημέρι·

μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή

γράψαμε τ’ όνομά της·

ωραία που φύσηξεν ο μπάτης

και σβύστηκε η γραφή.

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,

τι πόθους και τι πάθος,

πήραμε τη ζωή μας· λάθος!

κι αλλάξαμε ζωή.

Το βράδυ -Κώστας Καρυωτάκης

Η Λένα Πλάτωνος τον Απρίλιο του 1982 στον δίσκο 13 τραγούδια θα μελοποιήσει ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη. Το τραγούδι Το βράδυ τραγουδά όπως και όλα τα τραγούδια του δίσκου η Σαββίνα Γιαννάτου που είχε γίνει ήδη γνωστή από την θρυλική «Λιλιπούπολη». Το βράδυ, το τραγούδησε έναν χρόνο μετά και η Δήμητρα Γαλάνη. Το ποίημα εκδόθηκε με τη συλλογή Ελεγεία και σάτιρες το 1927.

Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι

μια ιαχή μακρυσμένη –

τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη

ψιθυρίζει και μένει,

τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,

η αδειανή κάμαρά μου,

ένα τραίνο που θα ‘ρχεται από μια άγνωστη χώρα,

τα χαμένα όνειρά μου,

οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει

ολοένα στην πόλη,

στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,

στη ζωή μου τώρα όλη…

Σπασμένο Καράβι – Γιάννης Σκαρίμπας

Το 1975 όσο ήταν εν ζωή ακόμα ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας που ταυτίστηκε με τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα αλλά και με την Χαλκίδα όπου ζούσε, μελοποιήθηκε από τον Γιάννη Σπανό το ποίημά του Σπασμένο Καράβι. Το τραγούδι ερμήνευσε για τον δίσκο Τρίτη Ανθολογία του συνθέτη ο Κώστας Καράλης. Φυσικά το τραγούδι το έμαθες καλύτερα 25 χρόνια αργότερα όταν το τραγούδησε και ο Δημήτρης Μπάσης.

Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθειά

έτσι να ‘μαι

με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά

να κοιμάμαι

Να ‘ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική

γύρω-γύρω

με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί

που θα γείρω

Να ‘ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά

έτσι να ‘ναι

και τα βράχια κατάπληχτα και τ’ αστέρια μακριά

να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές

δίχως χάρη

κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές

το φεγγάρι

Έτσι να ‘μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό

έτσι να ‘μαι

σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό

να κοιμάμαι

Ερωτικό – Ναπολέων Λαπαθιώτης

Το Ερωτικό είναι ένα ποίημα μοναδικά μελοποιημένο από τον Νίκο Ξυδάκη που το γνώρισες με τη φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Το ποίημα, του αντισυμβατικού ποιητή Ναπολέωντα Λαπαθιώτη σχηματίζει σε ακροστιχίδα το όνομα «Κώστας Γκίκας», που ήταν η μεγάλη του αγάπη. Το έγραψε το 1928, ερωτικά απογοητευμένος και συντροφεύει τις ερωτικές απογοητεύσεις μας μέχρι σήμερα.

Καημός, αλήθεια, να περνώ του έρωτα πάλι το στενό,

ώσπου να πέσει η σκοτεινιά, μια μέρα του θανάτου…

Στενό βαθύ και θλιβερό, που θα θυμάμαι για καιρό,

τι μου στοιχίζει στην καρδιά, το ξαναπέρασμά του.

Ας είναι, ωστόσο, τι ωφελεί; Γυρεύω πάντα το φιλί,

στερνό φιλί, πρώτο φιλί, και με λαχτάρα πόση!

Γυρεύω πάντα το φιλί, που μου το τάξανε πολλοί,

κι όμως δεν μπόρεσε κανείς, ποτέ, να μου το δώσει…

Ίσως μια μέρα, όταν χαθώ, γυρνώντας πάλι στο βυθό,

και με τη Νύχτα, μυστικά, γίνουμε, πάλι, ταίρι,

αυτό το ανεύρετο φιλί, που το λαχτάρησα πολύ,

σα μια παλιά της οφειλή, να μου το ξαναφέρει!

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες- Μαρία Πολυδούρη

Εντάξει μπορούμε νομίζω να συμφωνήσουμε ότι η Ελευθερία Αρβανιτάκη έχει τραγουδήσει τα ωραιότερα ποιήματα. Μετά το Ερωτικό και Το παράπονο το τρίτο entry της στη λίστα έρχεται με το Μόνο γιατί μ’ αγάπησες που η Μαρία Πολυδούρη εξέδωσε το 1928 στην συλλογή Οι τρίλιες που σβήνουν και νομίζω θα συμφωνήσεις ότι δεν έχει αποδώσει κανείς ωραιότερα τον έρωτα και το συναίσθημα που σου προκαλεί στο αποκορύφωμά του. Η μουσική και πάλι του Δημήτρη Παπαδημητρίου και το τραγούδι κι αυτό περιλαμβάνεται στον δίσκο Τραγούδια για τους μήνες.

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες

στα περασμένα χρόνια.

Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα

και σε βροχή, σε χιόνια,

δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου

μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,

μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο

κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,

μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν

με την ψυχή στο βλέμμα,

περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο

της ύπαρξής μου στέμμα,

μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες

και στη ματιά σου να περνάη

είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο

να παίζει, να πονάη,

μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε

γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.

Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,

σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,

γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.

Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη

μένα η ζωή πληρώθη.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου

μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.

Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου

μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,

μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες

έζησα, να πληθαίνω

τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες

κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω

μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

Εμένα οι φίλοι μου – Κατερίνα Γώγου

Το 1998 το συγκρότημα Magic de Spell ανέλαβε να «συστήσει» στη νέα γενιά την Κατερίνα Γώγου. Την ξέραμε ως ηθοποιό μέσα από τις ταινίες Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο, Νόμος 4000, Μία τρελή τρελή οικογένεια. Αλλά η Κατερίνα Γώγου ήταν μάλλον το ακριβώς αντίθετο από τους ρόλους της χαριτωμένης νεαρής γυναίκας. Ήταν μία ψυχή που πάλευε να βγει στο φως. Ένα παιδί θαύμα του θεάτρου και μία γυναίκα ώριμη της ποίησης.

Όπως έχει γράψει η Δέσποινα Δημά σε ένα αφιέρωμα στη ζωή και την ποίησή της: «Η Κατερίνα Γώγου ήρθε κι έφυγε ελεύθερη. Έκοβε τις αλυσίδες κι άφηνε το σώμα, την ψυχή και το μυαλό της να αιωρούνται. Δεν απαρνήθηκε στιγμή τα πιστεύω της και μέσα από τους στίχους της πάλεψε για έναν κόσμο απελευθερωμένο από πρότυπα επιφανειακά». Μία γεύση από όλα όσα τη χαρακτήριζαν μας έδωσαν μέσα από τους δικούς της στίχους οι Magic de Spell.

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς
Κάνουν ό,τι λάχει
Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών
Φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους
Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
Επαγγελματίες επαναστάτες
Παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
Τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα

Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια, Βικτώρια, Κουκάκι, Γκύζη
Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
τις ενοχές σας,
αποφάσεις συνεδρίων,
δανεικά κοστούμια,
σημάδια από κάφτρες
περίεργες ημικρανίες,
απειλητικές σιωπές
κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες
καθυστέρηση
Το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά
Το ασθενοφόρο
Κανείς…

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα

Κάνουν ό,τι λάχει
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή
Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουν με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
Γράφουν σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στο λαιμό σας, στα χέρια σας
Οι φίλοι μου…

Ε και με ξέρεις σου έχω και plus, δύο ποιητές που έδωσαν τον μεγαλύτερο όγκο του έργου τους απευθείας σε στίχους. Ο λόγος για τον Νίκο Γκάτσο και τον Μάνο Ελευθερίου που παρόλο που περισσότερο εργάστηκαν ως στιχουργοί στην μνήμη μας μένουν πάντα ως δύο από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελλάδας. Θα σου αφήσω εδώ να ακούσεις από τον Νίκο Γκάτσο το Κεμάλ και από τον Μάνο Ελευθερίου το Κάτω απ’ τη Μαρκίζα.

Κεμάλ

Το τραγούδι το είχε δημιουργήσει ο συνθέτης για το συγκρότημα  New York Rock & Roll Ensemble και τον δίσκο Reflections. Την μορφή με την οποία την ξέρουμε δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1990, όταν ο Χατζιδάκις επανακυκλοφόρησε το Reflections, υπό τον τίτλο «Αντικατοπτρισμοί», το 1993. Την ελληνική έκδοση την τραγούδησε στον δίσκο αυτόν, η Αλίκη Καγιαλόγλου, με τον Χατζιδάκι να κάνει την αφήγηση. Το επανέλαβε λίγο αργότερα ο Αλκίνοος Ιωαννίδης.

Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ

ενός νεαρού πρίγκιπα, της ανατολής

απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,

που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ

και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό

ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό

στη Μοσσούλη, τη Βασσόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά

πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική

αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.

τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή

κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά

ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά

απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη, απ’ τη γη στον ουρανό

κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά

και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει την θηλιά

μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί

πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δύο γέρικες καμήλες μ’ ένα κόκκινο φαρί

στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.

πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά

μα της Δαμασκού τ’ αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ

που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:

νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,

με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ

Καληνύχτα…

Κάτω απ’ τη Μαρκίζα

Ο Μάνος Ελευθερίου και ο Γιάννης Σπανός δημιούργησαν αυτό το υπέροχο τραγούδι που ερμήνευσε η Βίκυ Μοσχολιού. Η Μαρκίζα που αναφέρεται στο τραγούδι ανήκει σύμφωνα με μαρτυρία του ποιητή στο άλλοτε Ξενοδοχείο Παλλάδιον, εκεί όπου έπειτα στεγαζόταν το Metropolis, Πανεπιστημίου 54 και Εμμανουήλ Μπενάκη γωνία. Το κτίριο ήταν δημιουργία του αρχιτέκτονα Παναγιώτη Ζίζηλα του 1915.

Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει

σε μια φωτογραφία της στιγμής

είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη

σ’ εκείνο το τοπίο της βροχής.

Όλα μου λεν πως έχεις κιόλας φύγει

κι ας λάμπει η ξενοιασιά της εκδρομής.

Εσύ όπου να πας, σ’ όποιο ταξίδι,

σε λάθος στάση θα κατεβείς.

Χρόνια μετά και κάτω απ’ τη μαρκίζα

σε βρήκα που `ρθες για να μη βραχείς,

ίδια η βροχή τα μάτια σου τα γκρίζα

μα τίποτα, όπως πάντα, δε θα πεις.

Μονάχα εγώ ρωτώ χωρίς ελπίδα

πού μένεις, πού κοιμάσαι και πώς ζεις,

κι εσύ που ξέρεις όσα η καταιγίδα

δεν έχεις κάτι για να μου πεις.