Ο ρατσισμός μέσα μας

Ή γιατί δεν είναι γραφικός αυτός που είπε ‘σκότωσε τον ρατσιστή μέσα σου’

Το προηγούμενο Σάββατο έφευγα από τους Αμπελοκήπους για να πάω στο Γαλάτσι. Βαριόμουν να περπατήσω μέχρι τη Μεσογείων και είπα να καλέσω ταξί μέσω μιας πολύ διαδεδομένης εφαρμογής κινητού. Πατώντας το ‘κουμπί’ ανεύρεσης οδηγών, βγήκαν πέντε αποτελέσματα. Ο πρώτος οδηγός της λίστας ήταν ξένος. Αλλοδαπός. Δεν είχε, δηλαδή, ελληνικό όνομα κι επίθετο. Είχε ένα κλασικό αραβικό ονοματεπώνυμο.

Ήρθε, λοιπόν, η ώρα της ‘παρένθεσης’.

Δεν είμαι ρατσίστρια. Ή, μάλλον, για να το διατυπώσω πιο σωστά, προσπαθώ πάρα πολύ σε καθημερινή βάση να μην είμαι. Δε με νοιάζει από πού κατάγεται ο άλλος. Δε με νοιάζει – προφανώς – τι χρώμα έχει το δέρμα του. Δε με νοιάζει αν είναι διαφορετικός από μένα, αν πιστεύει σε διαφορετικές ιδέες, αν έχει διαφορετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Ξανά, για να το διατυπώσω ορθότερα: δε θέλω να με νοιάζει.

Όταν, όμως, είδα το όνομα του οδηγού, δίστασα. Σκέφτηκα ‘είναι ξένος, κατά πάσα πιθανότητα μουσουλμάνος’. Και σε ένα δευτερόλεπτο μέσα, είχα ντραπεί για όλα.

 Για τον τρόπο που μεγάλωσα, για τη μόρφωσή μου, τις σπουδές μου πάνω στη νομική επιστήμη (δηλαδή στη δικαιοσύνη και την ισότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα), για τις κοινωνικές μου αντιλήψεις, τις οποίες θεωρώ εξαιρετικά ανοιχτόμυαλες. Για την ύπαρξή μου την ίδια.

Η ντροπή ήταν εξίσου στιγμιαία. Αμέσως κοίταξα τη βαθμολογία που είχε μαζέψει από τους άλλους χρήστες της εφαρμογής. Ήθελα να βρω έναν τρόπο να ‘σιγουρευτώ’. Είχε μαζέψει 4,8 στα 5 αστέρια.

Να ‘σιγουρευτώ’ για ποιο πράγμα; Για το ότι δε θα είναι τζιχαντιστής και άρα θα κινδυνεύει η ζωή μου με το που θα κλείσω την πόρτα του οχήματός του; Για το ότι δε θα με κλέψει; Για ποιο πράγμα ακριβώς ήθελα την επιβεβαίωση των συμπολιτών μου ότι ο συγκεκριμένος οδηγός ήταν ‘ακίνδυνος’; Για ποιο λόγο ακυρώθηκαν δύο (2) φορές σε λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα οι αντιρατσιστικές αντιλήψεις που έχω διαμορφώσει τα τελευταία 20 χρόνια;

Ο αμέσως επόμενος οδηγός της λίστας είχε την κλασική φωτογραφία του ‘Ελληνάρα’. Παχύς, με τεράστιο μουστάκι και λεβέντικη πόζα με κομπολόι δίπλα από την πόρτα του ταξί. Η βαθμολογία του ήταν 4,6 στα 5.

Εξίσου αυτόματα σκέφτηκα ‘ε, όχι, δε θα καλέσω τέτοιον οδηγό’. Κι επέστρεψα στον πρώτο της λίστας. Γιατί να μην καλέσω, όμως, ούτε ‘τέτοιον οδηγό’; Τι έχει ο ‘τέτοιος’; Επειδή ‘δε συμφωνεί με την αισθητική μου’; Απ’ όσο θυμάμαι, δεν είμαι η Μαρία Αντουανέτα.

Επειδή ‘φαίνεται Ελληνάρας’;

Μα, ‘Ελληνάρας’ δε σημαίνει στη συλλογική συνείδηση αυτός που αντιπροσωπεύει όλα τα κουσούρια της ‘φυλής’; Μεταξύ των οποίων είναι και ο ρατσισμός, η ξεκάθαρη, πάγια και κυρίαρχη άποψη ότι ‘εμείς’ είμαστε ανώτεροι από ‘αυτούς’, δηλαδή όλους τους άλλους που δεν είναι Έλληνες και δη Έλληνες με πολύ συγκεκριμένα, ‘κιμπάρικα’ χαρακτηριστικά, που συνθέτουν ένα ακόμα (εμετικό) στερεότυπο;

Αφού, λοιπόν, με έλουσε το δεύτερο κύμα ντροπής, κάλεσα τελικά τον πρώτο οδηγό. Όπως ήταν αναμενόμενο, επρόκειτο για έναν ευγενέστατο κι εξυπηρετικότατο κύριο, που με μετέφερε στον προορισμό μου με απόλυτη ασφάλεια. Πριν κλείσω την εφαρμογή στο κινητό μου, τον βαθμολόγησα με πέντε αστέρια. Προσέθεσα, μάλιστα, και σχόλιο, πράγμα που δεν κάνω σχεδόν ποτέ. Έγραψα ‘ευγενέστατος κι εξυπηρετικότατος’.

Κάποιος άλλος στη θέση μου, θα αισθανόταν πως είχε εξιλεωθεί. Προσωπικά, αισθάνθηκα το ακριβώς αντίθετο.

Το ‘γιατί’ δεν είναι τόσο προφανές. Όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου, έχω προσπαθήσει να αποδεχτώ έμπρακτα την έννοια της ισότητας από την πλευρά του ανθρωπισμού. Και ως ένα πολύ μεγάλο βαθμό τα έχω καταφέρει. Έχω υπερασπιστεί τη διαφορετικότητα των ανθρώπων παντού: σε συζητήσεις, σε ουρές του σούπερ μάρκετ, στη δουλειά μου (και με τη δουλειά μου ως νομικού επιστήμονα), στην οικογένειά μου, στο δρόμο. Στην πράξη, γενικότερα.

Ακόμα και σε πιο ‘επιφανειακό’ επίπεδο, προσέχω πολύ. Έχω εντάξει την πολιτική ορθότητα στον τρόπο έκφρασής μου, τόσο τον γραπτό, όσο και τον προφορικό. Δε θα αποκαλέσω έναν άνθρωπο με σκούρο δέρμα ‘μαύρο’. Θα πω ‘αφροαμερικανός’ ή ‘από την Καραϊβική’ ή ‘αφρικανός’ ή απ’ όπου εικάζω ότι κατάγεται. Επίσης, δε θα γράψω στο ενοικιαστήριο του διαμερίσματός μου ‘όχι ξένοι, μόνο Έλληνες’. Δε θα αποφύγω να ψωνίσω από το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, επειδή ο ιδιοκτήτης του είναι ασιατικής καταγωγής. Δε θα θεωρήσω ‘χαζό’ ή μη ανεκτά ‘περίεργο’ τον οποιονδήποτε ξένο βρεθεί στο δρόμο μου και με ρωτήσει κάτι που είναι προφανές για εμένα.

Φτάνουν, όμως, αυτά, ως έμπρακτες αποδείξεις μιας αντιρατσιστικής διάθεσης;

Δε φτάνουν. Κι αυτό που σίγουρα δε φτάνει, είναι το να κοιτάζω με υψωμένο φρύδι τους άλλους ανθρώπους, τους οποίους θεωρώ πιο ρατσιστές από εμένα – ή, απλά, ρατσιστές – σκεπτόμενη ότι εγώ είμαι καλύτερη, διότι έχω κάνει το αντιρατσιστικό καθήκον μου απέναντι στην κοινωνία, την ανθρωπότητα και, πάνω απ’ όλα, τον εαυτό μου. Ότι είμαι καλύτερη, επειδή – σε γενικές γραμμές, κατά πως φαίνεται – δε διαχωρίζω τους ανθρώπους και δε συμπεριφέρομαι διαφορετικά στους διαφορετικούς από εμένα.

Γιατί στην πραγματικότητα, αν θέλεις να μην είσαι ρατσιστής, πρέπει να βρίσκεσαι σε διαρκή εγρήγορση. Καθημερινή και άτεγκτη. Πρώτα και κύρια απέναντι στον εαυτό σου. Διότι η νέα, πιο fancy και επικίνδυνη μορφή ρατσισμού, είναι η άγνοιά του.

Δεν αναφέρομαι στον ηλικιωμένο άνθρωπο που ζει 80 χρόνια στο απομακρυσμένο χωριό του και δεν έρχεται σχεδόν ποτέ σε επαφή με ανθρώπους διαφορετικής φυλής. Σ’ αυτόν είναι λογικό να φανεί ‘περίεργος’ κάποιος άνθρωπος διαφορετικός από τον ίδιο. Με άλλα χαρακτηριστικά προσώπου, συμπεριφορά ή έθιμα. Δε νομίζω, όμως, ότι το πρόβλημα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας είναι ο παππούς που κατοικεί στις παρυφές του Ψηλορείτη. Ίσα ίσα, ο παππούς είναι πιο πιθανό απλά να εντυπωσιαστεί προς στιγμήν από το ‘εξωτικό’ στοιχείο κάποιου μη Έλληνα και κατά τα υπόλοιπα να του συμπεριφερθεί κανονικά, όπως θα συμπεριφερόταν και σε κάποιον ‘όμοιό’ του.

Το πρόβλημα εντοπίζεται στους ανθρώπους που πλέον εδώ και χρόνια έχουν πλήρη, καθημερινή κι απρόσκοπτη πρόσβαση σε όλα εκείνα τα ερεθίσματα που θα έπρεπε να τους έχουν καταστήσει πιο ανεκτικούς και πιο ανοιχτόμυαλους. Πιο ανθρώπινους.

Δε θέλω να δεχτώ ως δικαιολογία τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Σαφώς και η ιστορία έχει αποδείξει πως, σε τέτοιες περιόδους αστάθειας, οι ρατσιστικές συμπεριφορές πληθαίνουν κι εντείνονται, γιατί η ενστικτώδης αντίδραση του ανθρώπου είναι να επιρρίψει γενικά κι αόριστα ευθύνες σε κάποιον άλλο για κάθε κακό που του συμβαίνει.

Νομίζω, όμως, ότι η ελληνική κοινωνία είναι πλέον έτοιμη για κάτι ‘λιγότερο ποπ’. Αν ‘ποπ’ με την έννοια του ‘popular’, του δημοφιλούς, είναι οι καθημερινές μικροποσότητες ρατσισμού, που καταναλώνονται κι αναπαράγονται αβίαστα, για να μας υπενθυμίζουν πόσο ‘καλοί’ είμαστε ως Έλληνες και πόσο ωραίοι και πόσο ‘μόρτηδες’, έχει έρθει πια η ώρα να συμπεριφερθούμε κόντρα στη ρατσιστική μας φύση.

Δε μ’ αρέσουν τα τσιτάτα και τα συνθήματα και τα ‘Φτάνει πια’ και τα ‘Je suis οτιδήποτε’. Οι πανηγυρικές δηλώσεις μετά από λίγο ξεφουσκώνουν και σταδιακά ξεχνιούνται. Σου μένει μόνο τη ανάμνηση του πλακάτ ή του hashtag. Δε σου μένει έτσι απλά η αντιρατσιστική πρακτική σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας.

Η προσωπική προσπάθεια, η καθημερινή συνειδητοποίηση του πού φωλιάζει το τέρας του ρατσισμού και η προσωπική αφοσίωση στον αγώνα εναντίον του, είναι αυτά που δε θα μας κάνουν να διστάσουμε για τη συμπεριφορά μας την επόμενη φορά που θα πετύχουμε αλλοδαπό οδηγό ταξί, πωλητή, δάσκαλο, γιατρό, μηχανικό, κ.λπ.

Ντράπηκα κι αναγκάστηκα να ξανασκεφτώ το πόσο ‘καλύτερη’ είμαι από τους άλλους. Δεν είμαι. Αλλά δε θα πάψω να προσπαθώ να γίνω. Και να φανταστείτε ότι στο πρόσφατο παρελθόν καβγάδισα πολύ έντονα με οδηγό ταξί που είχα πετύχει σε πιάτσα και πάνω στην κουβέντα μού είχε πει ότι η εταιρία στην οποία δούλευε αυτός είναι καλύτερη από την εταιρία που έχει κυκλοφορήσει την εφαρμογή που χρησιμοποιώ εγώ. Γιατί ‘προσλάμβανε μόνο Έλληνες οδηγούς’.

Δεν υπάρχει η επιλογή ‘πότε έτσι, πότε αλλιώς’. Η καθημερινότητα χρειάζεται ενιαία αντιμετώπιση. Αλλιώς θα συνεχίζει να μας κοστίζει ακριβά.

Την Παγκόσμια ημέρα κατά του ρατσισμού, συμμετέχουμε στην ενέργεια της 24 Media, που φιλοξενεί το Oneman.

 

Διαβάστε ακόμα για την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού

Τα όχι αθώα, ρατσιστικά παιδικά μας χρόνια

Το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών είναι πολλά παραπάνω από ένα σχολείο

Οκτώ επώνυμοι αντιμετωπίζουν τον ‘μικρό ρατσιστή’ μέσα τους

Οι μεγάλοι ρατσιστές της μεγάλης οθόνης

Ξερίζωσε τον ρατσισμό από το μυαλό σου

Το πείραμα των πρώτων εντυπώσεων: Πόσο ρατσιστές είμαστε;

TAGS:

Nαταλί Σαϊτάκη

Η Ναταλί Σαϊτάκη γεννήθηκε με ένα περιοδικό στο ένα χέρι και ένα κουτί jelly beans στο άλλο. Μετακόμισε από την Κρήτη στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αγαπάει τους Beatles, τους ‘Απαράδεκτους’, τη δεκαετία του ’60 και τα βιβλία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Όταν δεν περπατάει στην Αθήνα, μαγειρεύει, σπάει ποτήρια στο πλύσιμο και βλέπει σειρές. Μια μέρα θα τελειώσει το βιβλίο που γράφει.

SHARE

ΕΓΓΡΑΦΗ

LADYLIKE NEWSLETTER

Όσα θέλει μία γυναίκα στο email της

ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ