ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Πώς το αδέσποτο που έσωσα μου άλλαξε τη ζωή: 11 ιστορίες ανιδιοτελούς αγάπης

Τα social media μου γεμίζουν καθημερινά με ιστορίες ζώων που στο μυαλό μου χωρίζονται σε 3 κεφάλαια. Εγκατάλειψη: Σκυλιά μικρά ή μεγάλα, ράτσας ή μη που εγκαταλείφθηκαν στα βουνά, μωρά γατιά που βρέθηκαν σε κάδους σκουπιδιών γιατί ακόμη και τώρα μια μερίδα ανθρώπων εναντιώνεται σθεναρά στη στείρωση, κουνέλια που πετάχτηκαν σαν να ήταν κάποιο λούτρινο που ξέφτισε. Κακοποιήσεις: Ένα κεφάλαιο που δεν γίνεται ποτέ διαχειρίσιμο και απλά ελπίζεις να μην ξανασυμβεί. Διάσωση: Αυτό είναι και το φωτεινό κεφάλαιο που επιδιώκει αυτό το άρθρο να φωτίσει με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Αδέσποτων Ζώων.

Ζώα που σώθηκαν από τις φωτιές χάρη στο τεράστιο έργο εθελοντών, ζώα που σώθηκαν χάρη στην ενσυναίσθηση των ανθρώπων, ζώα που είναι πλέον ασφαλή χάρη στις οργανώσεις που τα έβαλαν με δημοτικά κυνοκομεία και συνεχίζουν να αγωνίζονται για τη σωστή διαβίωση και ευημερία τους. Μερικές από αυτές τις ιστορίες, άλλες με χαρούμενο τέλος που ουσιαστικά σηματοδοτούν μια νέα αρχή και άλλες με γλυκόπικρο, μπορείς να τις διαβάσεις παρακάτω. Στηρίζουμε το έργο των εθελοντών, υιοθετούμε υπεύθυνα, δεν αγοράζουμε, στειρώνουμε.

Η ιστορία της Εμμανουέλας και της Μότσι

«Ήταν 11 Μαρτίου 2024 όταν γνώρισα τη Μότσι. Πήγα στο καταφύγιο της Dog’s Voice. Λέω στην κοπέλα που ήταν εκεί: “θα ήθελα ένα σκυλάκι, αλλά όχι πολύ μεγάλο γιατί ζω σε διαμέρισμα”. Μου απαντάει: “Έχω να σου δείξω ένα σκυλάκι, δεν το λες και μικρό αλλά είναι το καλύτερο που θα μπορούσες να έχεις σε διαμέρισμα”. Έτσι λοιπόν, άνοιξε η πόρτα και βγήκε έξω τρέχοντας ένα πλάσμα μεγάλο και μαλλιαρό και ξάπλωσε ανάσκελα μπροστά μου. “Αυτή είναι η Πάττυ”, μου λέει η κοπέλα. “Γεια σου Πάττυ” λέω. Δεν μου άρεσε το όνομα.

Η κοπέλα μού είπε πως δεν το ακούει έτσι κι αλλιώς, άρα μπορώ να της το αλλάξω. Την είχαν διασώσει από τις φωτιές στη Φυλή, δεν την αναζήτησε ποτέ κανείς. Είδα και άλλα σκυλιά εκείνη τη μέρα, αλλά είχα ήδη διαλέξει. Μπήκαμε στο αμάξι με την “Πάττυ” χωρίς 2η σκέψη. Πήγαμε και κάναμε μπάνιο και φτάσαμε στο σπίτι. Πράγματι ήταν το καλύτερο σκυλί για σπίτι. Τελικά τη βγάλαμε Μότσι και το άκουγε σχεδόν από την πρώτη μέρα».

Εμμανουέλα: «Η Μότσι είναι ένα πλάσμα που αξίζει πολλή αγάπη. Έχει τα πιο καθαρά μάτια στον κόσμο και είναι το καλύτερο σκυλί. Τους αγαπάει όλους με όλη της την καρδιά. Έχει πλέον οικογένεια και φίλους. Και την πιο ευτυχισμένη μαμά του κόσμου. Αυτό δηλαδή που αξίζει στο κάθε σκυλί».

Όταν ο Κούπερ γνώρισε την Κωνσταντίνα και τον Πάνο

«Τον Κούπερ τον γνωρίσαμε πρώτη φορά μέσα από μια ανάρτηση στο Instagram ενός καταφυγίου. Το πιο όμορφο ήταν ότι χωρίς να το ξέρουμε, τον στείλαμε ταυτόχρονα ο ένας στον άλλον με τον Πάνο. Από εκείνη τη στιγμή νιώσαμε και οι 2 πως ήταν κάπως “καρμικό”, ότι αυτός ο σκύλος προοριζόταν να γίνει μέλος της οικογένειάς μας.

Η προσαρμογή του στο σπίτι μας ήταν ομαλή και για εκείνον και για εμάς. Η καθημερινότητά μας απέκτησε ρυθμό, ευθύνη αλλά κυρίως ουσία. Σαν να ήξερε πάντα ότι εδώ ανήκει. Σήμερα, οι αγαπημένες του στιγμές είναι οι βόλτες στο βουνό: τρέχει, μυρίζει τα πάντα για να μην χάσει καμία πληροφορία και φυσικά δεν χάνει ευκαιρία να μπει σε ποτάμια σαν γνήσιος εξερευνητής. Λατρεύει τα κουκλάκια του, ενώ με μερικά από αυτά, τις αδυναμίες δηλαδή, κοιμάται αγκαλιά».

Κωνσταντίνα: «Μέσα από τη δική του χαρά, μάθαμε να χαιρόμαστε κι εμείς πιο απλά πράγματα».

 

«Από τις πιο τρυφερές στιγμές είναι όταν χαλαρώνει τελείως: κάνει μικρούς ήχους, το “μλεμλέμισμα” που λέμε εμείς, αναστενάζει από ευχαρίστηση και μοιάζει απόλυτα γαλήνιος. Εκείνες τις στιγμές καταλαβαίνουμε πόσο ασφαλής και ευτυχισμένος νιώθει. Ο Κούπερ δεν είναι απλώς το κατοικίδιό μας, είναι η οικογένεια μας .Είναι κομμάτι της ζωής μας που δεν μπορούμε πια να φανταστούμε να λείπει. Μας έμαθε να αγαπάμε πιο ανιδιοτελώς, να ζούμε πιο συνειδητά και να βρίσκουμε χαρά στα μικρά. Συχνά αναρωτιόμαστε με τον Πάνο πώς ήταν η ζωή μας πριν από εκείνον και η απάντηση είναι πάντα η ίδια. Σίγουρα πιο άχρωμη και πιο βαρετή».

Ο Φοίνικας και ο Κρούτσεφ της Αφροδίτης

«Όλο το θράσος και την τσαχπινιά του έπρεπε να επιστρατεύσει το μικρό γκρίζο γατί που βρέθηκε -άγνωστο πώς- στη μέση της Μιχαλακοπούλου τον περασμένο Νοέμβριο. Αν και μωρό, βλέποντας τα αυτοκίνητα να περνούν σχεδόν από πάνω του ήξερε πως, αν δεν ήθελε να γίνει “χαλκομανία”, έπρεπε να κινηθεί γρήγορα. Κάπως έτσι, άρχισε να νιαουρίζει όσο πιο δυνατά μπορούσε και πράγματι, ένα κορίτσι τον μάζεψε. Εκείνες τις μέρες, εγώ είχα περάσει την τραυματική απώλεια του πρώτου κατάδικού μου γάτου– του Φοίνικα που ήρθε στο σπίτι παραμονές εκλογών του Γενάρη του ’15, μαζί με την Ελπίδα.

Και αν εκ των υστέρων οι απόψεις διίστανται σχετικά με το πώς πήγε το προτζεκτάκι με την Ελπίδα, είναι κοινός τόπος στο δικό μου, micro σύμπαν, ότι ο Φοίνικας αγάπησε και αγαπήθηκε όσο λίγα (πολύ τυχερά) γατιά. Ήμουν έτοιμη; Όχι, αλλά ποτέ δεν θα ήμουν. Συμφώνησα να φιλοξενήσω το μικρό, γκρίζο μωρό της Μιχαλακοπούλου μέχρι να βρεθεί ένα μόνιμο σπίτι. Ο μικρός ήταν αναιδής, υπερκινητικός και άνετος. Η πρώτη επίσκεψη στην κτηνίατρο, με έφερε αντιμέτωπη με τη βάρβαρη συνειδητοποίηση της απώλειας. Ήταν λίγες οι μέρες που, στο ίδιο ιατρείο, αποχαιρέτησα τον Φοινικάκο μου. Έκλαιγα ξανά για το γατί μου που δεν υπήρχε πια.

{“key”:”c1″}

Εκεί, όμως, αποφάσισα ότι θα κρατούσα το γκρίζο γατί. Τον ονόμασα Κρούτσεφ προς τιμήν ενός (σοβιετικού) ηγέτη που, την πιο κρίσιμη στιγμή συνειδητοποίησε πως, για να μη γίνει “χαλκομανία” έπρεπε να επιστρατεύσει όλη την τσαχπινιά και το θάρρος του- και τα κατάφερε. “Δεν τον αγαπάω ακόμα”, έλεγα όποτε με ρωτούσαν “πώς πάει με το νέο γατί;” που εντωμεταξύ μεγάλωνε, έπαιζε, έτρωγε, τεμπέλιαζε και ήδη με αγαπούσε.

Ενίοτε, όμως, λυγίζουν και τα σίδερα (sic). Όταν η υπερκινητικότητά του δεν μου έδινε στα νεύρα, με έκανε τουλάχιστον να γελάω πολύ. “Δεν είναι γατί, είναι καρτούν”, σκεφτόμουν όταν τον έβλεπα να πηδάει όσο πιο ψηλά μπορούσε, βγάζοντας κραυγούλες, για να φτάσει τα πουλιά από την έξω πλευρά του παραθύρου, ή όταν μπήκε οικειοθελώς για πρώτη φορά στη γεμάτη μπανιέρα (και του άρεσε).

Δεν κατάλαβα πώς συνέβη, αλλά από τότε βρέθηκα να ξυπνάω κάθε πρωί από το γουργουρητό του Κρούτσεφ που κοιμάται ξαπλωμένος πάνω μου, να φτιάχνω καφέ όσο αυτός κυνηγάει την ουρά του μες στα πόδια μου, να τον ταΐζω ίνες από τσουρέκι (ξέρω ότι δεν πρέπει αλλά το λατρεύει) και να ανοίγω κάθε βράδυ την πόρτα για να τον βρω να κυλιέται στο πάτωμα, πριν ορμήσει για να με καλωσορίσει γλείφοντάς μου τη μύτη».

Αφροδίτη: «Κάθε μέρα μου λείπει ο Φοινικάκος – δεν “ξεπερνιέται” η απώλεια των ζώων μας. Όταν, όμως, αυτά σταματούν να υπάρχουν, μένει όλη αυτή η αγάπη που δώσαμε (και πήραμε) σε εκκρεμότητα».

«Και, εντωμεταξύ, εκεί έξω υπάρχουν πάντα Κρουτσεφάκια που περιμένουν να βρουν τον δρόμο τους προς τα εμάς».

Η Στέλλα της Γεωργίας

«Γνώρισα τη Στέλλα σε φιλοζωική της Αττικής. Ήταν ένα χαρωπό, πανέμορφο, μεγαλόσωμο κουτάβι 8 μηνών. Δέσαμε αμέσως. Τις πρώτες ημέρες ήταν πάρα πολύ ήσυχη και υπάκουη, δεδομένου ότι βίωνε και το στρες της αλλαγής περιβάλλοντος. Μετά από λίγο καιρό ξετύλιξε τον πραγματικό ζωηρό της χαρακτήρα. Η Στέλλα είναι το πιο άκακο πλάσμα του κόσμο. Ταυτόχρονα είναι πολύ χαρούμενη, κάτι το οποίο την κάνει τρομερά ασυναγώνιστη. Είναι εκεί σε όλα. Αν χαίρεσαι, χαίρεται μαζί σου.

Αν στεναχωριέσαι, ενεργοποιείται ένας μηχανισμός που δεν σε αφήνει να μείνεις με την στεναχώρια. Θα σε ξεσηκώσει. Θα σε παρηγορήσει με τον δικό της τρόπο και θα ηρεμήσει μόνο όταν ηρεμήσεις. Γενικά θα σου δώσει να καταλάβεις πως δεν είσαι μόνο σου. Δηλαδή, αυτό πρέπει να το εμπεδώσεις σίγουρα αλλιώς την έβαψες!»

Γεωργία: «Είναι υπέροχο να έχεις σκύλο. 2 φορές την ημέρα πάμε τη βόλτα μας. Γνωρίζεις κόσμο και είναι πολύ όμορφο να βλέπεις πως χαίρονται τόσο πολύ απλά βλέποντας τη Στέλλα.»

«Πως από εκεί που κάποτε περπατούσες και έβλεπες τον κόσμο χαμένο στις σκέψεις του, τώρα περπατάμε και βλέποντάς τη αλλάζει όλο τους το πρόσωπο. Στέκονται, χαμογελάνε, παίζουν μαζί της και αλλάζει η διάθεση τους. Και εκείνη κουνιέται γύρω γύρω, κάνει twerk και ξαπλώνει κάτω για χάδια. Καμιά σχέση με την προηγούμενη σκυλίτσα μου.

Η Αμελί ήθελε χειμώνα καλοκαίρι να είναι κάτω από την κουβέρτα της. Ήταν μια παρέα γλυκιά, που δεν ήξερες ότι την έχεις ανάγκη, γιατί ήταν τόσο αθόρυβη. Καταλάβαινε και καταλάβαινα όμως χωρίς ήχους και γαβγίσματα και πολλά. Δεν μου άλλαξε το πρόγραμμα στη ζωή μου κάπως διαφορετικά. Δεν έσπασε ούτε έφαγε ποτέ τίποτα ως κουτάβι. Είχε ελάχιστες απαιτήσεις, δεν ζητούσε ποτέ την προσοχή κανενός αλλά ήταν παρούσα στα πάντα. Ήξερα ποιος ήταν ο τρόπος της να με προστατεύει. Και με κάποιο τρόπο που κρατάω για μένα, ένιωθα πάντα προστατευμένη μαζί της παρά το μέγεθος και την ήσυχη φύση της. Πιο πολύ από ό,τι νιώθω με τη Στέλλα που αν σηκωθεί στα 2 πόδια έχουμε το ίδιο ύψος περίπου!»

Foxy, ο λευκός σίφουνας που μπήκε στο σπίτι της Μάρως και της Γεωργίας

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα του σκύλου που είχα βρει τυχαία ένα κυριακάτικο πρωινό παρατημένο στο Ψυρρή (πλέον ζει 10 χρόνια μαζί μας) μέσα στο ταξί, όσο ήμασταν καθ’ οδόν προς το σπίτι. Αποδείχθηκε ένας λευκός, μαλλιαρός σίφουνας, με δικό του ιδιαίτερο χαρακτήρα (ναι, θυμώνει ή το παίζει άρρωστος). Αγαπώ τα σκυλιά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και όποτε έβρισκα ευκαιρία, τα έκανα φίλους μου. Κι ενώ μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου όλα όσα γνώρισα και ήταν ξεχωριστά, ο δεσμός που έχω αναπτύξει με τη Foxy, είναι πρωτόγνωρος».

Μάρω: «Μέσα σε αυτά τα 10 χρόνια που ζει μαζί μας, και που ήρθαν τόσες φορές τα πάνω κάτω στη ζωή μου, υπάρχει σαν μια σταθερά αγάπης και φροντίδας.»

«Η συμβίωση με κατοικίδια μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική υγεία, καθώς – οι έρευνες λένε – ότι μειώνουν το άγχος, χαμηλώνουν την αρτηριακή πίεση, αυξάνουν τη σωματική δραστηριότητα (ισχύει για τους κηδεμόνες σκύλων) και προσφέρουν συναισθηματική υποστήριξη. Η ζωή μου ήταν μια χαρά και πριν εμφανιστεί η Foxy. 10 χρόνια όμως τώρα, η επιπλέον αγάπη που παίρνω και δίνω σε ανύποπτες στιγμές, είναι κάτι που μου έχει αλλάξει τη ζωή. Τόσο απλά».

Ο Λίο και η Μαρίνα

«Ήταν εκείνη η σκοτεινή περίοδος της ζωής μου, που κάθε τοξικότητα έβρισκε να ριζώσει στην καθημερινότητα μου. Είχα παραχωρήσει, τα ηνία της ύπαρξης μου, σε κάθε απόκληρο έρωτα, σε καταχρήσεις και αυτοκαταστροφικές συνήθειες. Όταν, βυθισμένη στη θλίψη και την ουσιαστική μοναξιά, ξεκίνησα το ταξίδι της ψυχοθεραπείας.

Περιγράφοντας λοιπόν, στην τότε ψυχοθεραπεύτριά μου, την γενικότερη αποκλίνουσα συμπεριφορά μου από κάθε τι υγιές και τη βαθιά μοναξιά που ανακύκλωνε και σκέπαζε κάθε μου ανάγκη, εξομολογήθηκα ότι λείπει στ’ αλήθεια, η παρουσία ενός σκύλου απ’ τη ζωή μου. Στα εφηβικά και τα πρώτα ενήλικά μου χρόνια, συμβίωνα με σκύλους και είχα την μνήμη αυτής της φιλίας. Συνοπτικά μου απάντησε, ότι καλό θα μου έκανε το να αρχίσω να σκέφτομαι να υιοθετήσω ένα πλάσμα, επειδή η φροντίδα και η συνέπεια που θα απαιτούσε θα με έβαζε και την ίδια σε ένα δρόμο.

Πέρασε καιρός, δουλεύοντας με αυτή τη σκέψη, ώστε να πιστέψω ότι μπορώ να φροντίσω μια άλλη ζωή. Ξεκίνησα ντροπαλά να κοιτάζω αγγελίες υιοθεσίας χωρίς να είμαι βέβαιη ότι μπορώ να αντέξω τον πόνο που συνάντησα, την εγκατάλειψη, το σκληρό πρόσωπο του κόσμου. Ώσπου ήταν εκείνη η στιγμή, που τον είδα. Ήταν η αγγελία από ένα setter, αρσενικό, του είχαν δώσει το όνομα Λίο, περίπου 3,5 χρονών, που όπως περιγραφόταν, ήταν ένα χαρούμενο ζωηρό πλάσμα με πολύ καλή ψυχή που έψαχνε το παντοτινό του σπίτι, αποκλείοντας τους κυνηγούς, καθώς δεν μπορούσε να ελεγχθεί το εάν η τύχη του θα ήταν ξανά η εγκατάλειψη ή ακόμη χειρότερη. Έστειλα μήνυμα χωρίς να το σκεφτώ περισσότερο και κανονίσαμε την πρώτη μας συνάντηση.

Συναντηθήκαμε πρώτη φορά, ένα απόγευμα εκείνου του Οκτώβρη, που μόλις είχε πιάσει το φθινοπωρινό κρύο. Τον κρατούσε η κοπέλα που τον φιλοξενούσε προσωρινά, όταν την έφερε σέρνοντας σχεδόν, σε μια έρημη πλατεία των Γλυκών Νερών που είχαμε δώσει ραντεβού. Μόλις τον είδα, σκέφτηκα ότι, είναι το πιο όμορφο σκυλί που είχα δει ποτέ, ένα κανονικό αγρίμι, ζωηρό και λίγο αλλοπρόσαλλο. Καθίσαμε στο παγκάκι και εκείνος ανέβηκε επίσης και κάθισε πάνω μου. Ένιωσα το ζεστό σώμα του και ενώ τον χάιδευα τα χέρια μου μπορούσαν με ευκολία να μετρήσουν τον σκελετό του. Τον βρήκαν περιπλανώμενο και αποστεωμένο στο δρόμο, γεμάτο τζίβες και παράσιτα και ενώ έψαξαν να βρουν τον ιδιοκτήτη του, δεν υπήρξε κάνεις να τον αναζητήσει».

«Πολλοί τηλεφώνησαν, μιας και είναι και σκυλί ράτσας, όμως ο Λίο περίμενε στο κλουβί του καταφυγίου. Υπήρξε προσπάθεια να τον υιοθετήσει ένα ζευγάρι, όπου τον επέστρεψε πίσω σύντομα, λέγοντας πως ήθελαν τελικά κουτάβι, και η προσωρινή του κηδεμόνας τον περιμάζεψε στο σπίτι της αφού στο καταφύγιο που ζούσε, έκλαιγε τόσο δυνατά όταν έβλεπε άνθρωπο, που της ράγιζε την καρδιά, όπως μου είπε. Τα άκουγα όλα αυτά, με συγκίνηση, χωρίς να μπορώ να καταλάβω πώς ένα τέτοιο πλάσμα ήταν μόνο.

Της είπα ότι θα τον πάρω σπίτι και ότι συμφωνώ με όλες τις νόμιμες διαδικασίες υιοθεσίας. Τον πρώτο καιρό, έβλεπα 2 ντροπαλά και επιφυλακτικά μάτια να με παρατηρούν πολλές μέρες, πολλές ώρες, με προσδοκία και ανυπομονησία».

Μαρίνα: «Με κόπο και αποδοχή, αλλάξαμε. Αυτός αποδέχτηκε τις ώρες που έμενε σπίτι μόνος όταν εγώ έλειπα στη δουλειά και τις συνήθειες που χρειάστηκε να μάθει απ’ την αρχή. Εγώ δεσμεύτηκα στη συνέπεια της φροντίδας του για όσο ζει, στις ανάγκες του, στο να τον προσέχω και στο να του μάθω τον τρόπο να συμβιώνουμε. Στο μεταξύ, αγαπηθηκαμε.»

«Ο Λίο υπήρξε το φως στην ομίχλη. Με έμαθε να τον φροντίζω και να τον αγαπάω. Ποτέ δεν πρόσεξα τη στιγμή που άλλαξα, όμως το έκανα. Σώσαμε ο ένας τον άλλον, χωρίς αμφιβολία. Η πραγματικότητα είναι ότι, το μικρό πέρασμα των σκυλίσιων χρόνων στην ανθρώπινη ζωή είναι ένα μάθημα καλοσύνης. Μια άσκηση στο να δίνεις σημασία και στο να φροντίζεις, πράγμα που σε επιστρέφει στον εαυτό σου, για να κάνεις το ίδιο» .

Ο Λαζαράκος ήταν τυχερός χάρη στην φροντίδα της Μαρίας

«Η ιστορία αυτή δεν έχει να κάνει με την αγαπημένη μου, επίσης πρώην αδέσποτη γάτα μου, Μούτζη (που ελπίζω να με συγχωρέσει). Σε αυτό το άρθρο νομίζω πως πρέπει να ακουστεί η ιστορία του Λαζαράκου. Το όνομα αυτό βγήκε πολύ νωρίς. Μόλις 2 ημερών, στην αυλή του σπιτιού μου, κατάφερε να πέσει από τον πρώτο όροφο και να βγει αλώβητος. Οι περιπέτειες φαίνεται πως του άρεσαν. Τον Φεβρουάριο του ’21 αποφάσισε να χαθεί για μια εβδομάδα και εγώ να τον θρηνώ όπως συνήθιζα να κάνω. Δεν πίστευα στα μάτια μου όταν τον είδα στην τζαμένια πόρτα.

Όχι γιατί οι γάτες δεν φεύγουν, αλλά γιατί με κοίταζε με την ίδια λαχτάρα που τον κοίταζα κι εγώ. Είχε βρει πάλι τον δρόμο για το “σπίτι”. Ο Λάζαρος, φυσικά, ήθελε να επιβεβαιώνει συχνά το όνομά του. Έναν χρόνο μετά, βρέθηκε στο ίδιο σημείο αυτή τη φορά χωρίς να μπορεί να σταθεί. Η διάγνωση ήταν σκληρή: χτυπημένος από αυτοκίνητο, με σπασμένη λεκάνη, ουρά και διαφραγματοκήλη. Μου είπαν πως δεν είχε ούτε μία εβδομάδα ζωής. Για 7 ημέρες, εγώ και ο Λαζαράκος, που έκανε απεργία πείνας από τον πόνο, πηγαίναμε για παυσίπονες ενέσεις.

Η δύσκολη απόφαση ήταν μονόδρομος, ώσπου ένα πρωί τον βρήκα στο αποθηκάκι που φιλοξενούταν να τρώει μανιωδώς μια σπιτική κοτόσουπά μου. Κάπως έτσι πέρασαν 6 μήνες. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ούτε εγώ, ούτε η κτηνίατρος, που μου έλεγε: “Μαρία, αυτό το γατί αν δεν το αγαπούσες τόσο δεν θα ζούσε. Σε λίγο θα μου πεις ότι τρέχει κιόλας”.

Και τελικά έτρεξε. Στην αγαπημένη του αυλή, για 1,5 χρόνο ακόμα. Από τότε δεν εμφανίστηκε ξανά στην τζαμένια πόρτα. Είμαι όμως σίγουρη πως κάπου τρώει φρέσκιες γαρίδες και με κοροϊδεύει από μακριά που τον θρηνώ».

Μαρία: «Ο Λαζαράκος, για μένα, δεν ήταν απλώς ένα αδέσποτο που φρόντισα. Ήταν ο γάτος με τα μεγάλα άσπρα μουστάκια που, μέσα από τον πόνο και την επιμονή του, μού έμαθε τι σημαίνει να μην τα παρατάς».


«Και ίσως αυτό που κουβαλάω περισσότερο από όλα είναι μία συγγνώμη. Συγγνώμη που δεν μπόρεσα να του δώσω το “κανονικό” σπίτι που του άξιζε, κι ας γύριζε πάντα σε εμένα με αγάπη. Η αγάπη μπορεί να μην χρειάζεται τίτλους ή “κανονικά” σπίτια για να είναι αληθινή — τα ζώα όμως τα χρειάζονται πραγματικά. Υιοθετήστε».

Ο Πέπε που προσγειώθηκε στο μπαλκόνι της Αναστασίας

«Όλα ξεκίνησαν στις 26 Ιουλίου του 2009 στον Χολαργό. Στο σπίτι υπήρχε γιορτή οπότε ήταν γεμάτο. Λόγω καύσωνα η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή για να μπαίνει δροσιά. Κάποια στιγμή όμως, ανάμεσα στα φαγητά όλοι πρόσεξαν κάτι απίστευτο: πάνω στο τραπέζι είχε καθίσει ένας άλλος καλεσμένος. Κανείς δεν ήξερε από πού είχε έρθει. Ήταν μόνος του, σαν ένα μικρό αδέσποτο που βρήκε τυχαία μια ανοιχτή πόρτα και λίγο φαγητό. Έτσι ο παπαγάλος έμεινε εκεί, και σιγά σιγά έγινε μέρος της οικογένειας.

Μετά από περίπου έναν μήνα μεταφέρθηκε σ’ ένα 2ο σπίτι καθώς στο πρώτο δεν μπορούσε να μείνει άλλο. Από τότε όμως βρήκε το πραγματικό του σπίτι. Εδώ και 15 περίπου χρόνια ζει μαζί με την οικογένεια που τον αγάπησε. Δεν είναι απλά μια συντροφιά. Είναι ένας χαρακτήρας. Είναι πολύ έξυπνος, καταλαβαίνει πολλά και μπορείς πραγματικά να επικοινωνήσεις μαζί του.

Συνήθως δένεται πολύ με έναν άνθρωπο και γίνονται πραγματικά αυτοκόλλητοι. Δημιουργεί έναν δεσμό σαν φιλία, γεμάτη καθημερινές μικρές στιγμές. Και χωρίς να το καταλάβει, αλλάζει τις ζωές όλων όσων των φροντίζουν».

Αναστασία: «Έχει αναλάβει και έναν ιδιαίτερο ρόλο: λειτουργεί σαν φύλακας του σπιτιού. Όποιος κι αν πλησιάσει ή μπει, αρχίζει αμέσως να φωνάζει για να ειδοποιήσει τους πάντες.»

«Έτσι, ένα αδέσποτο παπαγαλάκι που μια μέρα μπήκε από μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα βρήκε τελικά μια οικογένεια. Και μαζί με αυτήν, ένα σπίτι όπου έμεινε για πάντα αφήνοντας το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα στις ζωές των ανθρώπων του».

O Lucky και η Ζωή

«Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς ήταν η ζωή μου πριν μπει ο Lucky και την κάνει δική του. Βασικά μπορώ. Αλλά δεν θέλω. Ερωτεύτηκα τον Lucky πριν 8 χρόνια από μια φωτογραφία (ανάρτηση της Εθελοντικής Δράσης Ζωόφιλων Παπάγου Χολαργού) και “βομβάρδισα” το inbox τους, ήθελα απλά να έρθει σπίτι του. Και ήρθε. Τρομαγμένος, 6 μηνών, κατσιασμένος και με το ζόρι 1 κιλό. Εννοείται έκανε παντού κακά και τσίσα. Δεν με ένοιαζε καν, έβλεπα καρδούλες. Εννοείται έκλαιγε για να ανέβει στο κρεβάτι. Ανέβηκε. Και έκανε κατάληψη στην αγκαλιά μου.

Ο Lucky για χρόνια με ακολουθούσε παντού, ήταν φοβικός μαμάκιας, τώρα κοντά στα 9 έχει δική του προσωπικότητα, είναι karen dog. Είναι φωνακλάς και είμαι σίγουρη ότι στο μυαλό του είναι τεράστιος. Έχει main character sydrome.

Δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω με λέξεις αλλά ένα πλάσμα 4,5 κιλών πιάνει όλο το χώρο του σπιτιού μου. Με έβαλε σε πρόγραμμα (να ξυπνάω και να κοιμάμαι νωρίς για τις βόλτες του, 3 παρακαλώ πολύ), έχει τις δικές του γωνιές σε καναπέ και κρεβάτι και δεν τις μοιράζεται, είναι λιχούδης, πλέον έχει αρθριτικά».

Ζωή: «Του αρέσουν οι Κυκλάδες, να τρώει μπιφτέκια σε ταβέρνες, τα χάδια και οι βόλτες στα πάρκα για να μυρίζει με τις ώρες τους φίλους. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς μου».

«Πριν τον Lucky όταν έβλεπα ανθρώπους να φιλάνε τα ζωάκια τους, νομίζω τους τρόλαρα. Έ, πρόσεχε τι κοροϊδεύεις για να μην το λουστείς. Όταν του κάνω μέθη ή νάρκωση για ιατρικούς λόγους (όταν του κάναμε στείρωση), σταματάει ο χρόνος και ιδρώνουν οι παλάμες μου μέχρι να ξυπνήσει.

Δεν υπάρχει σοβαρός άνθρωπος που θα σου πει ότι υιοθέτησε σκυλάκι ή γατάκι (ή κουνελάκι) και δεν άλλαξε η καθημερινότητά του. Προς το καλύτερο. Όταν στεναχωριέμαι, έρχεται και με γλείφει. Είναι γαλίφης, σε κοιτάει με τα υγρά τεράστια μάτια του για να πετύχει το δικό του. Δεν μπορώ να καταλάβω ποτέ πώς ένα τόσο μικροσκοπικό σκυλάκι κατάφερε να επιβιώσει στα χωριά των Ιωαννίνων χειμωνιάτικα για μήνες. Βέβαια, ο Lucky είναι μαχητής. Και η ζωντανή απόδειξη ότι η αγάπη θα σε βρει πάντα εκεί που δεν το περιμένεις. Ο Lucky είναι το πρώτο μου τατουάζ. Με έσωσε από μια ζωή χωρίς σκυλίσια φιλάκια».

Χανκ + Ρούμι: Ένα αχτύπητο δίδυμο που συνάντησε την Έμμυ και τη Μυρώ

«Είναι Σεπτέμβρης του 2017. Γυρίζω κάθε μέρα ξημερώματα από τη σεζόν μου στη Χίο, αλλά δεν μπορώ να κοιμηθώ, γιατί μια γάτα 4 ημερών είναι τρομερά αποφασισμένη να ζήσει, κλαίγοντας ασταμάτητα στη σκεπή του απέναντι σπιτιού. Η αρχή των πάντων; Ω ναι!

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα πρώτα ταΐσματα με το μπιμπερό κάθε 3 ώρες, με την κολλητή μου -μάνα στιγμή- στα 24 μας τότε. Το αγαπημένο του μέρος για ύπνο ήταν πάνω σε έναν τόμο με ποιήματα του Μπουκόφσκι, του οποίου και το παρατσούκλι πήρε. Ο Χανκ, που κάποτε χωρούσε ολόκληρος στην παλάμη μου.

Μεγαλώναμε μαζί και ήταν εκεί σε κάθε κεφάλαιο της ζωής μου: καινούριες δουλειές, σχέσεις, συγκατοικήσεις, χωρισμοί. Έχει γνωρίσει όλους τους ανθρώπους που αγάπησα και αγαπήθηκε εξίσου. 5 περίπου χρόνια αργότερα ήρθε να συμπληρώσει αυτό το μικρό σύμπαν η Ρούμι. Επέζησε από τις πλημμύρες στη Θεσσαλία, ανάμεσα σε άλλα ζωάκια που χρειάζονταν βοήθεια. Την έφερε η συγκάτοικος μου σπίτι. Πάντα ήθελα μια κατάμαυρη γάτα, αλλά να που βρέθηκα με έναν μικρό γκρι “τίγρη” που λατρεύει να κυνηγάει μύγες και να γλείφει τον Χανκ από το πρωί μέχρι το βράδυ».

«Οι γάτες μου, για μένα, είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας και αντικαταθλιπτικών μαζί. Η αγαπημένη μου στιγμή είναι όταν γυρίζω σπίτι, βάζω μουσική και βλέπω τις σκιές από τις ουρές τους δεξιά κι αριστερά, πριν καταλήξουμε αγκαλιά και οι 3 για ταινία στον καναπέ, για να ξυπνήσω την επόμενη μέρα με 2 γατιά στον λαιμό μου, με το χαρακτηριστικό τους γλείψιμο.

Μαζί τους μαθαίνεις κάθε μέρα την ανεξαρτησία, αλλά και την πιο αυθεντική μορφή αγάπης. Έρχονται όταν πραγματικά θέλουν και φεύγουν όταν έχουν ανάγκη την ελευθερία τους».

Έμμυ: «Πιστεύω βαθιά στην υιοθεσία. Κανένα γατάκι και κανένα ζώο δεν θα έπρεπε να είναι μόνο του. Είναι μια βαθιά αμοιβαία σχέση στην οποία κερδίζουμε και οι 2. Μια σχέση ζωής.»

 

Ο Ελενίτσος της Μελισσάνθης

«O Eλενίτσος πρωτοεμφανίστηκε στο παράθυρό μου τα χρόνια της καραντίνας. Στην αρχή του έβαζα φαγάκι από μακριά, σιγά σιγά με άφησε να τον χαϊδέψω και μια μέρα που με είχε πάρει ο ύπνος ξύπνησα και είχε μπει από το παράθυρο μόνος του και κοιμόταν δίπλα μου. Μέσα στα επόμενα χρόνια προσπάθησα, χωρίς επιτυχία, να τον πιάσω να τον πάω στον κτηνίατρο αλλά γινόταν κακός χαμός.

Όμως πάντα όταν δεν ήταν καλά ή ήταν τραυματισμένος από κάποιον καυγά ερχόταν στο παράθυρο να του ανοίξω για να έρθει στο ασφαλές μέρος του. Είχα πάρει απόφαση ότι μάλλον δεν θα καταφέρω να τον υιοθετήσω και αυτή θα είναι η καθημερινή μας ρουτίνα, επίσκεψη για χάδι, φαί και λίγη παρέα.

Αν δεν υιοθετούσα εκείνον δεν ήθελα κανένα άλλο ζωάκι να πάρει την θέση του. Σαν χαρακτήρες τα είχαμε βρει, αγάπη και χάδια αλλά ταυτόχρονα όχι πολλά πολλά και ο καθένας έχει τον χώρο του. Ώσπου μια μέρα ήρθε βαριά τραυματισμένος και πλέον μίλησε η λογική και σκέφτηκα μπορεί να μην υπάρξει επόμενη φορά. Τώρα ένα χρόνο και μετά και μετά από ένα διάστημα προσαρμογής και ανάρρωσης άρχισε να ξεθαρρεύει.

Είχα πει από την αρχή δεν υπάρχει λόγος να πιέσω κάτι θα του δώσω τον χώρο του και θα έρθει εκείνος σε μένα. Βέβαια τώρα το “όχι πολλά πολλά” δεν ισχύει γιατί πλέον είμαι το μαξιλάρι του. Ό,τι δουλειά κάνω μέσα στο σπίτι με ακολουθεί και δεν υπάρχει περίπτωση να ακούσει ήχο συσκευασίας να ανοίγει και να μην έρθει τρέχοντας νομίζοντας ότι είναι φαγητό».

Μελισσάνθη: «Ταυτόχρονα υπάρχει αυτή η επικοινωνία χωρίς λόγια που με ένα βλέμμα βλέπεις την ανιδιοτελή αγάπη του και συνειδητοποιείς πόσο μικροί είμαστε όλοι τελικά. Τα σημαντικά πράγματα στη ζωή είναι πιο απλά και πού και πού όταν ζορίζομαι μου το θυμίζει».

«Υ.Γ.1 Του αρέσει να κάθεται στο παράθυρο και να ακούει Cinematic Orchestra.

Υ.Γ.2 Κάθε μέρα έχει επίσκεψη από την φιλενάδα του, δεν τον ξέχασε ποτέ.

Υ.Γ.3 Ούτε ο αντίπαλός του τον ξέχασε. Έρχεται και ψεκάζει έξω από την πόρτα και τον κάνει έξαλλο (δεν τον συμπαθούμε)».

Exit mobile version