Πίσω από τη σκηνή: Οι γυναίκες που «ντύνουν» τις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου
- 27 ΜΑΡ 2026
Στο θέατρο υπάρχουν ανθρωποι και μέρη που δεν χειροκροτούνται αρκετά. Δεν φωτίζονται, δεν βγαίνουν στην υπόκλιση. Κι όμως, χωρίς αυτούς, τίποτα δεν θα έφτανε στη σκηνή. Στα υπόγεια του Εθνικού Θεάτρου δεν φυλάσσονται απλώς ρούχα. Εκεί διατηρείται ένα ζωντανό αρχείο πολιτισμού. Πάνω από 100.000 κοστούμια συνθέτουν ένα από τα πιο πολύτιμα, αλλά λιγότερο ορατά κομμάτια της θεατρικής δημιουργίας: Το Βεστιάριο του Εθνικού Θεάτρου και τα εργαστήρια των μοδιστρών. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, επισκέφθηκα το Βεστιάριο του Εθνικού Θεάτρου για να μιλήσω με 2 σημαντικές γυναίκες που ζουν και αναπνέουν για τη σκηνή: την Υπεύθυνη του Βεστιαρίου, Εύη Χλουβεράκη και την Υπεύθυνη του Τμήματος Ραπτικής, Μάρθα Χαραλαμπίδου. Η καθεμία με τον δικό της τρόπο, μάς μεταφέρει στον κόσμο «πίσω» από τα κοστούμια και τη μαγεία που κρύβει η δημιουργία τους. Αυτές οι 2 γυναίκες και οι άνθρωποι στις ομάδες τους, είναι η «καρδιά» του ενδυματολογικού τμήματος. Η κουβέντα μαζί τους με έκανε να αντιληφθώ για ακόμη μια φορά τη σημαντική συνεισφορά των ανθρώπων πίσω από τα παρασκήνια αλλά και να ελπίζω για το μέλλον του χώρου. Στην εποχή του «γρήγορου ρούχου» και της έλλειψης δημιουργικότητας, στο Βεστιάριο του Εθνικού Θεάτρου η τέχνη του ενδύματος δεν πεθαίνει ποτέ.
Εύη Χλουβεράκη, η «ψυχή» του Βεστιαρίου στο Εθνικό Θέατρο
Το Βεστιάριο του Εθνικού Θεάτρου, είναι ένας χώρος όπου τα ρούχα δεν είναι απλώς κοστούμια, αλλά φορείς μνήμης. Εκεί, η Εύη Χλουβεράκη έχει περάσει σχεδόν 3 δεκαετίες από τη ζωή της, περιτριγυρισμένη από υφάσματα, εποχές και ιστορίες. «Έχουμε κοστούμια που καλύπτουν όλες τις εποχές, από Αρχαία Ελλάδα, Μεσαίωνα, Βυζάντιο, Αναγέννηση, 17ο, 18ο, 19ο, 20ό αιώνα», λέει. Γρήγορα όμως, διευκρινίζει πώς η ιστορία δεν είναι πάντα γραμμική: «Υπάρχουν και θεατρικά κοστούμια που είναι άχρονα, δεν μπορείς να τα εντάξεις κάπου». Σε αυτά τα κομμάτια, η φαντασία προηγείται της ιστορίας.
Από τα πρώτα πράγματα που μου έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση όταν είδα τον χώρο του Βεστιαρίου, ήταν ο όγκος. Η οργάνωση αυτού του τεράστιου αριθμού κοστουμιών μοιάζει σχεδόν αδύνατη κι όμως, η Εύη Χλουβεράκη και το τμήμα της έχουν βρει τον τρόπο να είναι ο χώρος λειτουργικός. «Τα έχουμε χωρισμένα ανά είδος, ανά χρώμα κτλ.», εξηγεί, περιγράφοντας ένα σύστημα που δεν είναι μόνο πρακτικό αλλά και βιωματικό. Δεν μου ήταν δύσκολο να καταλάβω την τρομερή εξοικείωσή της με τον χώρο. «Αυτό το παλτό δεν θα έπρεπε να είναι εδώ», είπε όσο περπατούσαμε στους ατελείωτους διαδρόμους του Βεστιαρίου.
«Η αναζήτηση για εμάς είναι εύκολη και κάποιος που γνωρίζει από κοστούμια, μπορεί να καταλάβει τον τρόπο οργάνωσης». Δεν είναι τυχαίο ότι επισκέπτες από το εξωτερικό, από σχολές κινηματογράφου και θεάτρου εντυπωσιάζονται.
Εύη Χλουβεράκη: «Ήρθαν από τη Dutch Film Academy και μας έδωσαν συγχαρητήρια για το πόσο καλά οργανωμένο είναι το Βεστιάριo. Αυτό δείχνει το μεράκι που έχουν όλοι οι άνθρωποι εδώ».
Το βεστιάριο δεν είναι ένας ενιαίος χώρος αλλά ένα καλά οργανωμένο σύστημα. Στην «καρδιά» του, στο επίπεδο -6 του Κτηρίου Τσίλλερ, απλώνεται ένας χώρος περίπου 1,5 στρέμματος με τουλάχιστον 35.000 τεμάχια. Εκεί βρίσκεται το πιο ενεργό απόθεμα, το οποίο «είναι μεταβαλλόμενο», αναφέρει η Εύη Χλουβεράκη. Από εκεί συχνά αντλούνται τα κοστούμια για τις νεότερες θεατρικές παραγωγές.
Αυτή η τακτική, έχει φυσικά κι άλλο λόγο:«Σε ένα πλήρες και οργανωμένο βεστιάριο, οπου η ευρεση κοστουμιών και αξεσουάρ είναι εύκολη, είναι αυτονόητο και το οικονομικό συμφέρον που έχει το θέατρο από αυτό», εξηγεί. Τα κοστούμια δεν καταστρέφονται, αλλά προσαρμόζονται. «Μεταποιούνται. Κάτι θα στενέψει, θα διακοσμηθεί, θα προστεθεί μια δαντέλα, αλλά δεν θα κοπούν. Δεν θα αλλάξουμε το είδος του. Δεν θα πάρουμε ένα φόρεμα μακρύ με ουρά να το κάνουμε μίνι. Το βασικό ρούχο δεν θα χαλάσει».
Μέσα σε όλο αυτόν τον «όγκο δημιουργικότητας», ενθουσιάζομαι όλο και περισσότερο παρατηρώντας τα κοστούμια και πώς έχουν φτιαχτεί. Το control freak μέσα μου όμως, θέλει να μάθει το πώς αρχειοθετούνται και πόσα κομμάτια υπάρχουν στο Βεστιάριο. Να σημειωθεί εδώ ότι υπάρχουν 2 βεστιάρια: ένα για τις νεότερες παραγωγές και ένα για τα παλαιότερο και ιστορικά κοστούμια αρκετά από τα οποία έχουν κηρυχθεί από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεώτερων Μνημείων ως «μνημεία νεώτερης πολιτιστικής κληρονομιάς».
«Δεν υπάρχει επίσημη καταγραφή όλων των κοστουμιών, αλλά ο αριθμός πρέπει να ξεπερνά τα 100.000 κομμάτια», λέει σχετικά. Τη ρωτάω για τη διαδικασία καταγραφής και μου παραδέχεται ότι μέχρι και πρόσφατα, όλα γίνονταν με τον παραδοσιακό τρόπο γραψίματος και μετά πέρασμα σε αρχεία Excel στον υπολογιστή. Σήμερα, επιχειρείται μια μετάβαση του συστήματος αυτού: «Θα γίνεται ηλεκτρονικά, με σκάνερ, αντικείμενο προς αντικείμενο».
Προ σκάνερ και Excels πάντως, αναρωτιέμαι πώς κατάφεραν να βάλουν σε τάξη όλα τα αυτά τα κοστούμια. «Βλέπαμε φωτογραφίες, διαβάζαμε ημερολόγια παραστάσεων…αλλού βρίσκαμε το σακάκι, αλλού το παντελόνι και τα συνθέταμε από την αρχή».
Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε αυτή την «αταξία» που γίνεται τάξη, υπάρχει πάντα και μια βαθιά ιστορική συνείδηση. «Από κάθε παράσταση θα επιλεχθούν 1-2 κοστούμια που προστίθενται στο ιστορικό αρχείο». Εκεί βρήκα την ευκαιρία να την ρωτήσω για το αγαπημένο της κοστούμι από παράσταση. Μου αποκαλύπτει ότι είναι το κόκκινο φόρεμα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη από τη Μήδεια σε σκηνοθεσία της Νικαίτης Κοντούρη και σε κοστούμια του Γιώργου Πατσά. «Αχ, αυτό το κόκκινο φόρεμα με τη μεγάλη ουρά, είναι απλά αξεπέραστο».
Η αφήγηση περνά αναπόφευκτα και από τις δύσκολες εποχές. «Το 40 δεν υπήρχαν πολλά υφάσματα»,αλλά η δημιουργικότητα δεν σταματούσε».
Εύη Χλουβεράκη: «Οι ενδυματολόγοι παλιά, αναγκάζονταν να ειναι εφευρετικοί λόγω έλλειψης πόρων και υλικών. Ο Α. Φωκάς για παράδειγμα, έφτιαχνε κοσμήματα με λάστιχα αυτοκινήτου και τα πατινάριζε με χρυσό χρώμα ή έφτιαχνε απλικέ από πλαστικά σουβέρ και πλακάκια. Η έλλειψη πόρων γινόταν αισθητική».
Σήμερα, η σκηνική εικόνα έχει αλλάξει. «Παλιά ήταν μια αμιγώς ρεαλιστική απεικόνιση της εποχής», λέει. «Έβλεπες Ίψεν και ήταν ακριβώς της εποχής». Τώρα όμως: «Είναι λίγο πιο αφηρημένο, μπορεί να κρατήσουν τη φόρμα και να την μπλέξουν με κάτι σύγχρονο».
Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, τα υφάσματα, ράφια, τις εποχές, βρίσκεται και η ίδια. Μια παρουσία που γνωρίζει κάθε γωνιά αυτού του χώρου. Μια γυναίκα που έχει δει το θέατρο να αλλάζει, αλλά και να επιμένει. Γιατί τελικά, όπως κατάλαβα από την κουβέντα μας, το Βεστιάριο του Εθνικού Θέατρου είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Και τα κοστούμια του, κάθε φορά που φοριούνται ξανά, συνεχίζουν να αφηγούνται.
Για την Μάρθα Χαραλαμπίδου η δουλειά της είναι να βρίσκει λύσεις
Στη συνέχεια, μίλησα με τη Μάρθα Χαραλαμπίδου, την Υπεύθυνη του Τμήματος Ραπτικής, που μετατρέπει τα σχέδια των ενδυματολόγων σε κοστούμια για τις παραστάσεις. Η δουλειά της απαιτεί ακρίβεια, δημιουργικότητα και συνεχή επικοινωνία.
«Ξεκινάμε πάντα με τον/ην ενδυματολόγο να μας πει τι θέλει. Μπορεί να είναι σχέδιο, σκίτσο, φωτογραφία ή απλή περιγραφή», εξηγεί. «Εμείς πρέπει να καταλάβουμε το όραμα και να το μεταφράσουμε σε ένα κοστούμι που θα ζωντανέψει τον χαρακτήρα».
Η συνεργασία με τους ενδυματολόγους είναι κρίσιμη, αλλά όπως λέει η Μάρθα, «Πάντα υπάρχει καλή διάθεση και συνεργασία. Η δουλειά μου είναι να βρω λύσεις. Αν ένα ύφασμα είναι πολύ μαλακό για ένα συγκεκριμένο σχέδιο, ψάχνουμε πώς θα σταθεί σωστά το κοστούμι, πώς θα αντέξει για 20 παραστάσεις τουλάχιστον». Την ρωτάω για την ποιότητα των υφασμάτων και αν έχουν αλλάξει ανά τα χρόνια.
Μάρθα Χαραλαμπίδου: «Φυσικά, τα υφάσματα είναι τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι ήταν 10 και 20 χρόνια πριν».
Για τη Μάρθα και το τμήμα της κάθε πρόβλημα που προκύπτει, μετατρέπεται σε δημιουργικό στοίχημα: «Ένα ύφασμα μπορεί να είναι υπέροχο αλλά να μην δουλεύει με το πατρόν ή να χρειάζονται κουμπότρυπες. Πρέπει να βρίσκεις λύσεις συνεχώς, γιατί το κοστούμι είναι “ζωντανό”, πρέπει να ακολουθεί τις κινήσεις του ηθοποιού».
Όλα στο εργαστήριο των μοδιστρών πάντως, «φωνάζουν» δημιουργικότητα. Από τα mood boards κολλημένα στους τοίχους, έως τις τσάντες και τις λαμπάδες για το Πάσχα που φτιάχνουν από τα περισσεύματα υφασμάτων για το Πωλητήριο του Εθνικού Θέατρου -η απόλυτη εκπροσώπηση της βιώσιμης μόδας.
Όλα γίνονται με τόση χαρά και οργάνωση σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή. «Δεν είμαι μόνη μου. Έχω ένα τμήμα που ξέρει τι μπορεί να κάνει και μπορώ να βασιστώ πάνω της. Αν δεν υπάρχουν καλοί συνεργάτες, δεν θα φτάσεις ποτέ στο επιθυμητό αποτέλεσμα», αναφέρει η Μάρθα τονίζοντας τη σημαντικότητα του να υπάρχει εμπιστοσύνη μέσα στο τμήμα.
Εκεί κάπου την ρωτάω για την καθημερινότητα στη δουλειά, για τα deadlines και το άγχος που επικρατεί κατά την προετοιμασία μιας παράστασης: «Πάντα υπάρχουν αγχωτικές στιγμές. Μου έχει τύχει ένας ηθοποιός που τον είχα μετρήσει 2 μήνες πριν την παραγωγή και όταν επέστρεψε είχε αδυνατίσει παρά πολύ. Εκεί είναι αγχωτικό γιατί πρέπει να ξεκινήσεις ξανά από την αρχή. Αλλά όταν το κοστούμι τελικά βγαίνει σωστό, τα ξεχνάς όλα από τη χαρά σου».
Την ρωτάω και για τις πιο αστείες στιγμές στις πρόβες: «Γενικά, στις πρόβες γελάμε πολύ με τους ηθοποιούς. Για παράδειγμα, πριν μερικές εβδομάδες κάναμε πρόβα με ένα ηθοποιό όπου το ρούχο του είχε ένα πρόβλημα στον καβάλο. Εκεί ήμασταν τώρα 2 κυρίες και λέω κοίτα να δεις αμηχανία!»
Αλλά για την Μάρθα, η καλύτερη στιγμή είναι όταν βλέπει τα ρούχα στη σκηνή.
Μάρθα Χαραλαμπίδου: «Το να βλέπεις ένα κοστούμι να ολοκληρώνεται πάνω στη σκηνή και να ζωντανεύει ο χαρακτήρας μέσα από αυτό, είναι ένα συναίσθημα που δεν περιγράφεται. Υπάρχει ένα καρδιοχτύπι, ένα “αχ” κάθε φορά, γιατί αυτό που είχες στο μυαλό σου, έγινε πραγματικότητα».
Η δουλειά της Μάρθας δεν είναι απλώς τεχνική. Είναι τέχνη και αφοσίωση. Η αγάπη της για τη δουλειά, τη δημιουργικότητα και η επιμονή της διασφαλίζουν ότι κάθε κοστούμι δεν είναι μόνο ένα ρούχο, αλλά ένα ζωντανό κομμάτι της παράστασης που επιτρέπει στον κόσμο να μεταφέρεται σε έναν άλλο κόσμο κάθε βράδυ στη σκηνή.